Skip to the text

Mark · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Mark 10 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και σηκωθείς εκείθεν έρχεται εις τα όρια της Ιουδαίας διά του πέραν του Ιορδάνου, και συνέρχονται πάλιν όχλοι προς αυτόν, και ως εσυνείθιζε, πάλιν εδίδασκεν αυτούς. 2 Και προσελθόντες οι Φαρισαίοι, ηρώτησαν αυτόν αν συγχωρήται εις άνδρα να χωρισθή την γυναίκα αυτού, πειράζοντες αυτόν. 3 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς· τι προσέταξεν εις εσάς ο Μωϋσής; 4 Οι δε είπον· Ο Μωϋσής συνεχώρησε να γράψη έγγραφον διαζυγίου και να χωρισθή αυτήν. 5 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς· Διά την σκληροκαρδίαν σας έγραψεν εις εσάς την εντολήν ταύτην· 6 απ' αρχής όμως της κτίσεως άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς ο Θεός· 7 ένεκεν τούτου θέλει αφήσει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα, και θέλει προσκολληθή εις την γυναίκα αυτού, 8 και θέλουσιν είσθαι οι δύο εις σάρκα μίαν. Ώστε δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρξ· 9 εκείνο λοιπόν, το οποίον ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος ας μη χωρίζη. 10 Και εν τη οικία πάλιν οι μαθηταί αυτού ηρώτησαν αυτόν περί του αυτού, 11 και λέγει προς αυτούς· Όστις χωρισθή την γυναίκα αυτού και νυμφευθή άλλην, πράττει μοιχείαν εις αυτήν· 12 και εάν γυνή χωρισθή τον άνδρα αυτής και συζευχθή με άλλον, μοιχεύεται. 13 Και έφεραν προς αυτόν παιδία, διά να εγγίση αυτά· οι δε μαθηταί επέπληττον τους φέροντας. 14 Ιδών δε ο Ιησούς ηγανάκτησε και είπε προς αυτούς· Αφήσατε τα παιδία να έρχωνται προς εμέ, και μη εμποδίζετε αυτά· διότι των τοιούτων είναι η βασιλεία του Θεού. 15 Αληθώς σας λέγω, Όστις δεν δεχθή την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, δεν θέλει εισέλθει εις αυτήν. 16 Και εναγκαλισθείς αυτά, έθετε τας χείρας επ' αυτά και ηυλόγει αυτά. 17 Ενώ δε εξήρχετο εις την οδόν, έδραμέ τις και γονυπετήσας έμπροσθεν αυτού, ηρώτα αυτόν· Διδάσκαλε αγαθέ, τι να κάμω διά να κληρονομήσω ζωήν αιώνιον; 18 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ειμή εις, ο Θεός. 19 Τας εντολάς εξεύρεις· Μη μοιχεύσης, Μη φονεύσης, Μη κλέψης, Μη ψευδομαρτυρήσης, Μη αποστερήσης, Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα. 20 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτόν· Διδάσκαλε, ταύτα πάντα εφύλαξα εκ νεότητός μου. 21 Και ο Ιησούς εμβλέψας εις αυτόν, ηγάπησεν αυτόν και είπε προς αυτόν· Εν σοι λείπει· ύπαγε, πώλησον όσα έχεις και δος εις τους πτωχούς, και θέλεις έχει θησαυρόν εν ουρανώ, και ελθέ, ακολούθει μοι, σηκώσας τον σταυρόν. 22 Εκείνος όμως σκυθρωπάσας διά τον λόγον, ανεχώρησε λυπούμενος· διότι είχε κτήματα πολλά. 23 Και περιβλέψας ο Ιησούς, λέγει προς τους μαθητάς αυτού· Πόσον δυσκόλως θέλουσιν εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες τα χρήματα. 24 Οι δε μαθηταί εξεπλήττοντο διά τους λόγους αυτού. Και ο Ιησούς πάλιν αποκριθείς λέγει προς αυτούς· Τέκνα, πόσον δύσκολον είναι να εισέλθωσιν εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες το θάρρος αυτών εις τα χρήματα. 25 Ευκολώτερον είναι κάμηλος να περάση διά της τρύπης της βελόνης παρά πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού. 26 Εκείνοι δε σφόδρα εξεπλήττοντο, λέγοντες προς εαυτούς· Και τις δύναται να σωθή; 27 Εμβλέψας δε εις αυτούς ο Ιησούς, λέγει· Παρά ανθρώποις είναι αδύνατον, αλλ' ουχί παρά τω Θεώ· διότι τα πάντα είναι δυνατά παρά τω Θεώ. 28 Και ήρχισεν ο Πέτρος να λέγη προς αυτόν· Ιδού, ημείς αφήκαμεν πάντα και σε ηκολουθήσαμεν. 29 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· Αληθώς σας λέγω, δεν είναι ουδείς όστις, αφήσας οικίαν ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, 30 δεν θέλει λάβει εκατονταπλασίονα τώρα εν τω καιρώ τούτω, οικίας και αδελφούς και αδελφάς και μητέρας και τέκνα και αγρούς μετά διωγμών, και εν τω ερχομένω αιώνι ζωήν αιώνιον. 31 Πολλοί όμως πρώτοι θέλουσιν είσθαι έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι. 32 Ήσαν δε εν τη οδώ αναβαίνοντες εις Ιεροσόλυμα· και ο Ιησούς προεπορεύετο αυτών, και εθαύμαζον και ακολουθούντες εφοβούντο. Και παραλαβών πάλιν τους δώδεκα, ήρχισε να λέγη προς αυτούς τα μέλλοντα να συμβώσιν εις αυτόν, 33 ότι ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου θέλει παραδοθή εις τους αρχιερείς και εις τους γραμματείς, και θέλουσι καταδικάσει αυτόν εις θάνατον και θέλουσι παραδώσει αυτόν εις τα έθνη, 34 και θέλουσιν εμπαίξει αυτόν και μαστιγώσει αυτόν και θέλουσιν εμπτύσει εις αυτόν και θανατώσει αυτόν, και την τρίτην ημέραν θέλει αναστηθή. 35 Τότε έρχονται προς αυτόν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οι υιοί του Ζεβεδαίου, λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν να κάμης εις ημάς ό,τι ζητήσωμεν. 36 Ο δε είπε προς αυτούς· Τι θέλετε να κάμω εις εσάς; 37 Οι δε είπον προς αυτόν· Δος εις ημάς να καθήσωμεν εις εκ δεξιών σου και εις εξ αριστερών σου εν τη δόξη σου. 38 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς· Δεν εξεύρετε τι ζητείτε. Δύνασθε να πίητε το ποτήριον, το οποίον εγώ πίνω, και να βαπτισθήτε το βάπτισμα, το οποίον εγώ βαπτίζομαι; 39 Οι δε είπον προς αυτόν· Δυνάμεθα. Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς· το μεν ποτήριον, το οποίον εγώ πίνω, θέλετε πίει, και το βάπτισμα το οποίον εγώ βαπτίζομαι, θέλετε βαπτισθή· 40 το να καθήσητε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου δεν είναι εμού να δώσω, αλλ' εις όσους είναι ητοιμασμένον. 41 Και ακούσαντες οι δέκα ήρχισαν να αγανακτώσι περί Ιακώβου και Ιωάννου. 42 Ο δε Ιησούς προσκαλέσας αυτούς, λέγει προς αυτούς· Εξεύρετε ότι οι νομιζόμενοι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτά και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτά· 43 ούτως όμως δεν θέλει είσθαι εν υμίν, αλλ' όστις θέλει να γείνη μέγας εν υμίν, θέλει είσθαι υπηρέτης υμών, 44 και όστις εξ υμών θέλει να γείνη πρώτος, θέλει είσθαι δούλος πάντων· 45 διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε διά να υπηρετηθή, αλλά διά να υπηρετήση και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών. 46 Και έρχονται εις Ιεριχώ. Και ενώ εξήρχετο από της Ιεριχώ αυτός και οι μαθηταί αυτού και όχλος ικανός, ο υιός του Τιμαίου Βαρτίμαιος ο τυφλός εκάθητο παρά την οδόν ζητών. 47 Και ακούσας ότι είναι Ιησούς ο Ναζωραίος, ήρχισε να κράζη και να λέγη· Υιέ του Δαβίδ Ιησού, ελέησόν με. 48 Και επέπληττον αυτόν πολλοί διά να σιωπήση· αλλ' εκείνος πολλώ μάλλον έκραζεν· Υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με. 49 Και σταθείς ο Ιησούς, είπε να κραχθή· και κράζουσι τον τυφλόν, λέγοντες προς αυτόν· Θάρσει, σηκώθητι· σε κράζει. 50 Και εκείνος απορρίψας το ιμάτιον αυτού, εσηκώθη και ήλθε προς τον Ιησούν. 51 Και αποκριθείς λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Τι θέλεις να σοι κάμω; Και ο τυφλός είπε προς αυτόν· Ραββουνί, να αναβλέψω. 52 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ύπαγε, η πίστις σου σε έσωσε. Και ευθύς ανέβλεψε και ηκολούθει τον Ιησούν εν τη οδώ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Bartimaeus

    Blind beggar of Jericho

    A blind beggar, son of Timaeus, who sat beside the road at Jericho and cried to Jesus as Son of David and received his sight.

    Cited in the guide: Mark 10:46

  • Timaeus

    Father of Bartimaeus

    Named in Mark 10:46 as the father of the blind beggar Bartimaeus.

    Cited in the guide: Mark 10:46

Cross references (51)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 John 10:40; Mark 6:34; Matthew 4:23; Mark 4:2; Jeremiah 32:33
  2. 2 1 Corinthians 7:10–11; John 8:6; Matthew 23:13; Luke 11:53–54; Luke 7:30
  3. 3 Galatians 4:21; Isaiah 8:20; John 5:39; Luke 10:25
  4. 4 Deuteronomy 24:1–4; Matthew 5:31–32; Matthew 19:7; Matthew 1:19; Isaiah 50:1
  5. 5 Matthew 19:8; Acts 7:51; Nehemiah 9:16–17; Nehemiah 9:26; Hebrews 3:7–10
  6. 6 Genesis 1:27; Genesis 5:2; Genesis 1:1; Genesis 2:20–23; Malachi 2:14–16
  7. 7 Genesis 2:24; Matthew 19:5–6; Ephesians 5:31
  8. 8 Ephesians 5:28; Genesis 2:24; 1 Corinthians 6:16
  9. 9 Romans 7:1–3
  10. 10 Mark 9:33; Mark 9:28; Mark 4:10
  11. 11 Matthew 5:31–32; Romans 7:3; Matthew 19:9; 1 Corinthians 7:10–11; Luke 16:18
  12. 12 1 Corinthians 7:11; 1 Corinthians 7:13
  13. 13 Matthew 19:13–15; Luke 18:15–17; Deuteronomy 31:12–13
  14. 14 Matthew 19:14; Matthew 18:4; Matthew 18:10; Psalm 131:1–2; Luke 18:15–16
  15. 15 Matthew 18:3; Luke 18:17; John 3:3–6
  16. 16 Isaiah 40:11; Mark 9:36; Genesis 48:14–16; Luke 24:50–51; Deuteronomy 28:3
  17. 17 Matthew 19:16–30; Luke 18:18–30; Romans 2:7; John 6:27–28; Luke 10:25
  18. 18 Luke 18:19; Matthew 19:17; 1 John 4:16; Romans 3:12; 1 Samuel 2:2
  19. 19 Exodus 20:12–17; Romans 13:9; James 2:11; Luke 18:20; Matthew 19:17–19
  20. 20 Ezekiel 33:31–32; 2 Timothy 3:5; Philippians 3:6; Romans 7:9; Matthew 19:20
  21. 21 Matthew 6:19–21; Revelation 2:4; 1 Timothy 6:17–19; Luke 18:22; Luke 10:42
  22. 22 1 John 2:15–16; 1 Timothy 6:9–10; Luke 12:15; Ephesians 5:5; 2 Timothy 4:10
  23. 23 1 Corinthians 1:26; James 2:5; Luke 18:24; Mark 3:5; 2 Peter 1:11
  24. 24 Proverbs 11:28; James 5:1–3; Psalm 52:7; 1 Timothy 6:17; Revelation 3:17
  25. 25 Matthew 19:24–25; Luke 18:25; Matthew 23:24; Jeremiah 13:23; Matthew 7:3–5
  26. 26 Acts 16:31; Romans 10:9–13; 2 Corinthians 11:23; Mark 6:51; Mark 7:37
  27. 27 Jeremiah 32:27; Matthew 19:26; Job 42:2; Jeremiah 32:17; Genesis 18:13–14
  28. 28 Matthew 19:27–30; Mark 1:16–20; Luke 14:33; Luke 18:28–30; Philippians 3:7–9
  29. 29 1 Corinthians 9:23; Matthew 5:10–11; Revelation 2:3; Hebrews 11:24–26; Mark 8:35
  30. 30 Philippians 3:8; Luke 18:30; 2 Corinthians 6:10; James 1:12; Proverbs 3:9–10
  31. 31 Matthew 19:30; Luke 13:30; Matthew 20:16; Romans 9:30–33; Luke 18:11–14
  32. 32 Matthew 20:17–19; Luke 18:31–34; Luke 9:51; Mark 4:34; John 11:8
  33. 33 Matthew 20:17–19; Matthew 27:2; Acts 13:27; Matthew 16:21; Acts 3:13–14
  34. 34 Matthew 26:67; Matthew 16:21; Mark 14:65; Luke 22:63–65; Mark 15:17–20
  35. 35 Matthew 20:20–28; 2 Samuel 14:4–11; 1 Kings 2:16; Mark 14:33; Mark 1:19–20
  36. 36 John 15:7; 1 Kings 3:5–15; Mark 10:51
  37. 37 Matthew 19:28; Mark 16:19; Luke 24:26; Psalm 110:1; 1 Kings 22:19
  38. 38 Luke 12:50; Matthew 20:21–22; John 18:11; James 4:3; Psalm 75:8
  39. 39 Acts 12:2; Revelation 1:9; John 17:14; Colossians 1:24; John 13:37
  40. 40 Matthew 20:23; Matthew 25:34; John 17:24; Hebrews 11:16; John 17:2
  41. 41 Matthew 20:24; Proverbs 13:10; Romans 12:10; Philippians 2:3; Mark 9:33–36
  42. 42 1 Peter 5:3; Luke 22:25; Matthew 20:25
  43. 43 Matthew 23:8–12; Luke 14:11; Mark 9:35; Matthew 20:26–27; Luke 9:48
  44. 45 Matthew 20:28; Philippians 2:5–8; 2 Corinthians 8:9; Titus 2:14; John 13:14
  45. 46 Luke 18:35–19:1; Matthew 20:29–34; John 9:8; Luke 16:22; Acts 3:2–3
  46. 47 Mark 1:24; Matthew 9:27; Matthew 15:22; Revelation 22:16; Acts 13:22–23
  47. 48 Mark 7:26–29; Jeremiah 29:13; Matthew 19:13; Psalm 62:12; Matthew 20:31
  48. 49 Luke 18:40; Matthew 20:32–34; Psalm 145:8; Psalm 86:15; John 11:28
  49. 50 Philippians 3:7–9; Hebrews 12:1
  50. 51 Luke 18:41–43; Mark 10:36; Matthew 7:7; 2 Chronicles 1:7; Philippians 4:6
  51. 52 Matthew 9:22; Mark 8:25; Luke 7:50; Acts 26:18; Mark 5:34

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 10:38 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapters XX–XXI)

    … added this redemption to the sons of Zebedee, when their mother asked that they might sit, the one on His right hand, and the other on His left, in His kingdom, saying, "Can ye be baptized with the baptism which I shall be baptized with?" Paul, too, they declare, has often set forth, in express terms, the redemption which is …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 10:19 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVIII, Chapters 40–41)

    If it is said, "Thou shall not commit adultery, Thou shall not kill, Thou shall not steal," and other similar commandments, not human lips but the divine oracles have enounced them.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Quotes verse 10:30 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XI)

    For instance, to them that strip themselves of all that they have for His sake He promised to give an hundred fold in the present world, and life eternal in that which is to come; by the things already given making the future also credible.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 10:38 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture III)

    For martyrdom also the Saviour is wont to call a baptism, saying, Can ye drink the cup which I drink, and be baptized with the baptism that I am baptized with?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Quotes verse 10:37 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XLVI)

    This step of humility those two disciples were loth to have an eye to, who said, "Lord, bid that one of us may sit at Thy right hand, and the other at the left in Thy kingdom." They sought for exaltation, they did not see the step.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)