Skip to the text

Isaiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Isaiah 49 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ακούσατέ μου, αι νήσοι· και προσέξατε, λαοί μακρυνοί· Ο Κύριος με εκάλεσεν εκ κοιλίας· εκ των σπλάγχνων της μητρός μου ανέφερε το όνομά μου. 2 Και έκαμε το στόμα μου ως μάχαιραν οξείαν· υπό την σκιάν της χειρός αυτού με έκρυψε, και με έκαμεν ως βέλος εκλεκτόν, και εν τη φαρέτρα αυτού με έκρυψε, 3 και είπε προς εμέ, Συ είσαι ο δούλός μου, Ισραήλ, εις τον οποίον θέλω δοξασθή. 4 Και εγώ είπα, Ματαίως εκοπίασα· εις ουδέν και εις μάτην κατηνάλωσα την δύναμίν μου· πλην η κρίσις μου είναι μετά του Κυρίου και το έργον μου μετά του Θεού μου. 5 Τώρα λοιπόν λέγει Κύριος, ο πλάσας με εκ κοιλίας δούλον αυτού, διά να επαναφέρω τον Ιακώβ προς αυτόν και διά να συναχθή προς αυτόν ο Ισραήλ, και θέλω δοξασθή εις τους οφθαλμούς του Κυρίου, και ο Θεός μου θέλει είσθαι η δύναμίς μου· 6 και είπε, Μικρόν είναι το να ήσαι δούλός μου διά να ανορθώσης τας φυλάς του Ιακώβ και να επαναφέρης το υπόλοιπον του Ισραήλ· θέλω προσέτι σε δώσει φως εις τα έθνη, διά να ήσαι η σωτηρία μου έως εσχάτου της γης. 7 Ούτω λέγει Κύριος, ο Λυτρωτής του Ισραήλ, ο Άγιος αυτού, προς εκείνον τον οποίον καταφρονεί άνθρωπος, προς εκείνον τον οποίον βδελύττεται έθνος, προς τον δούλον των εξουσιαστών· Βασιλείς θέλουσι σε ιδεί και σηκωθή, ηγεμόνες και θέλουσι σε προσκυνήσει, ένεκεν του Κυρίου, όστις είναι πιστός, του Αγίου του Ισραήλ, όστις σε εξέλεξεν 8 Ούτω λέγει Κύριος· Εν καιρώ δεκτώ επήκουσά σου και εν ημέρα σωτηρίας σε εβοήθησα· και θέλω σε διαφυλάξει και θέλω σε δώσει εις διαθήκην των λαών, διά να ανορθώσης την γην, να κληροδοτήσης κληρονομίας ηρημωμένας· 9 λέγων προς τους δεσμίους, Εξέλθετε· προς τους εν τω σκότει, Ανακαλύφθητε. Θέλουσι βοσκηθή πλησίον των οδών, και αι βοσκαί αυτών θέλουσιν είσθαι εν πάσι τοις υψηλοίς τόποις. 10 δεν θέλουσι πεινάσει ουδέ διψήσει· δεν θέλει προσβάλλει αυτούς ούτε καύσων ούτε ήλιος· διότι ο ελεών αυτούς θέλει οδηγήσει αυτούς και διά πηγών υδάτων θέλει φέρει αυτούς. 11 Και θέλω κάμει πάντα τα όρη μου οδούς, και αι τρίβοι μου θέλουσιν υψωθή. 12 Ιδού, ούτοι θέλουσιν ελθεί μακρόθεν· και ιδού, ούτοι από βορρά και από νότου και ούτοι από της γης του Σινείμ. 13 Ευφραίνεσθε, ουρανοί· και αγάλλου, η γή· αλαλάξατε, τα όρη· διότι ο Κύριος παρηγόρησε τον λαόν αυτού και τους τεθλιμμένους αυτού ελέησεν. 14 Αλλ' η Σιών είπεν, Ο Κύριος με εγκατέλιπε και ο Κύριός μου με ελησμόνησε. 15 Δύναται γυνή να λησμονήση το θηλάζον βρέφος αυτής, ώστε να μη ελεήση το τέκνον της κοιλίας αυτής; αλλά και αν αύται λησμονήσωσιν, εγώ όμως δεν θέλω σε λησμονήσει. 16 Ιδού, επί των παλαμών μου σε εζωγράφισα· τα τείχη σου είναι πάντοτε ενώπιόν μου. 17 Τα τέκνα σου θέλουσιν ελθεί μετά σπουδής· οι δε καταστρέφοντές σε και ερημόνοντές σε θέλουσιν εξέλθει από σου. 18 Ύψωσον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ· πάντες ούτοι συναθροίζονται ομού, έρχονται προς σε. Ζω εγώ, λέγει Κύριος, ότι συ θέλεις ενδυθή πάντας τούτους ως κόσμημα, και ως νύμφη θέλεις στολισθή αυτούς. 19 Διότι οι ηφανισμένοι σου και οι ηρημωμένοι σου τόποι και η γη σου η κατεφθαρμένη θέλουσιν είσθαι τώρα παραπολύ μάλιστα στενοί διά τους κατοίκους σου· εκείνοι δε, οίτινες σε κατέτρωγον, θέλουσι μακρυνθή από σου. 20 Τα τέκνα, τα οποία θέλεις αποκτήσει μετά την ατεκνίαν σου, θέλουσιν ειπεί προσέτι εις τα ώτα σου, Στενός είναι ο τόπος δι' εμέ· κάμε εις εμέ τόπον διά να κατοικήσω. 21 Τότε θέλεις ειπεί εν τη καρδία σου, Τις εγέννησεν εις εμέ ταύτα, ενώ εγώ ήμην ητεκνωμένη και έρημος, αιχμάλωτος και μεταφερομένη; ταύτα δε τις εξέθρεψεν; ιδού, εγώ είχον εγκαταλειφθή μόνη· ταύτα που ήσαν; 22 Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Ιδού, θέλω υψώσει την χείρα μου προς τα έθνη και στήσει την σημαίαν μου προς τους λαούς, και θέλουσι φέρει τους υιούς σου εν ταις αγκάλαις και αι θυγατέρες σου θέλουσι φερθή επ' ώμων· 23 και βασιλείς θέλουσιν είσθαι οι παιδοτρόφοι σου και αι βασίλισσαι αυτών αι τροφοί σου· θέλουσι σε προσκυνήσει με το πρόσωπον προς την γην και γλείφει το χώμα των ποδών σου· και θέλεις γνωρίσει, ότι εγώ είμαι ο Κύριος και ότι οι προσμένοντές με δεν θέλουσιν αισχυνθή. 24 Δύναται το λάφυρον να αφαιρεθή από του ισχυρού ή να ελευθερωθώσιν οι δικαίως αιχμαλωτισθέντες; 25 Αλλ' ο Κύριος ούτω λέγει· Και οι αιχμάλωτοι του ισχυρού θέλουσιν αφαιρεθή και το λάφυρον του τρομερού θέλει αποσπασθή· διότι εγώ θέλω δικολογήσει προς τους δικολογούντας κατά σου και εγώ θέλω σώσει τα τέκνα σου. 26 Τους δε καταθλίβοντάς σε θέλω κάμει να φάγωσι τας ιδίας αυτών σάρκας· και θέλουσι μεθυσθή με το ίδιον αυτών αίμα, ως με νέον οίνον· και θέλει γνωρίσει πάσα σαρξ, ότι εγώ ο Κύριος είμαι ο Σωτήρ σου και ο Λυτρωτής σου, ο Ισχυρός του Ιακώβ.

Cross references (26)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Jeremiah 1:5; Galatians 1:15; Isaiah 44:2; Isaiah 49:5; Luke 1:31
  2. 2 Hebrews 4:12; Revelation 1:16; Isaiah 50:4; Revelation 2:12; Isaiah 51:16
  3. 3 Isaiah 42:1; 1 Peter 2:9; Isaiah 44:23; John 17:1; Isaiah 52:13
  4. 4 Isaiah 35:4; Galatians 4:11; 2 Corinthians 12:15; Isaiah 62:11; Isaiah 40:10
  5. 5 John 3:35; Matthew 17:5; Romans 15:8; 1 Peter 3:22; Matthew 28:18
  6. 6 Acts 13:47; Isaiah 42:6; Luke 2:32; Psalm 98:2–3; Isaiah 52:10
  7. 7 1 Peter 2:4; Matthew 26:67; Isaiah 53:3; Isaiah 48:17; Psalm 72:10–11
  8. 8 2 Corinthians 6:2; Isaiah 42:6; Psalm 69:13; Hebrews 12:24; Isaiah 61:4
  9. 9 1 Peter 2:9; Isaiah 42:16; Isaiah 42:7; Luke 4:18; Psalm 69:33
  10. 10 Revelation 7:16–17; Matthew 5:6; Ezekiel 34:23; Isaiah 33:16; Psalm 121:5–6
  11. 11 Isaiah 11:16; Isaiah 62:10; Luke 3:4–5; Isaiah 35:8–10; Isaiah 40:3–4
  12. 12 Isaiah 43:5–6; Luke 13:29; Isaiah 2:2–3; Psalm 72:17; Psalm 72:10–11
  13. 13 Isaiah 44:23; Isaiah 51:3; Psalm 96:11–13; Isaiah 52:9; Isaiah 40:1–2
  14. 14 Isaiah 40:27; Psalm 22:1; Romans 11:1–5; Lamentations 5:20; Psalm 89:38–46
  15. 15 Isaiah 44:21; Psalm 103:13; Matthew 7:11; Jeremiah 31:20; Hosea 11:1
  16. 16 Haggai 2:23; Isaiah 60:18; Isaiah 62:6; Song of Songs 8:6; Isaiah 26:1
  17. 17 Isaiah 51:13; Isaiah 62:5; Isaiah 51:22–23; Ezekiel 28:24; Isaiah 51:18–20
  18. 18 Isaiah 54:1–3; Isaiah 61:10; Isaiah 66:12–13; Isaiah 54:9; Isaiah 54:7
  19. 19 Zechariah 10:10; Isaiah 54:1–2; Jeremiah 30:18–19; Isaiah 49:25–26; Isaiah 51:3
  20. 20 Joshua 17:14–16; Galatians 4:26–28; Hosea 1:10; Isaiah 60:4; 2 Kings 6:1
  21. 21 Isaiah 64:10; Galatians 3:29; Isaiah 54:3–8; Isaiah 5:13; Matthew 24:29–30
  22. 22 Luke 13:29; Psalm 86:9; Isaiah 14:2; Malachi 1:11; Psalm 67:4–7
  23. 23 Isaiah 60:14; Isaiah 60:16; Isaiah 60:3; Micah 7:17; Isaiah 45:14
  24. 24 Luke 11:21–22; Psalm 124:6–7; Matthew 12:29; Ezekiel 37:3; Isaiah 42:22
  25. 25 Isaiah 54:15–17; Isaiah 35:4; Isaiah 41:11–12; Jeremiah 50:33–34; Isaiah 54:13
  26. 26 Isaiah 9:20; Isaiah 41:14–20; Isaiah 9:4; Revelation 16:6; Ezekiel 39:7

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 49:16 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book V, Chapter XXVII)

    … kingdom, the earth has been called again by Christ [to its pristine condition], and Jerusalem rebuilt after the pattern of the Jerusalem above, of which the prophet Isaiah says, "Behold, I have depicted thy walls upon my hands, and thou art always in my sight." And the apostle, too, writing to the Galatians, says in like manner, "But the Jerusalem …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 49:6 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XXXIX)

    … Prophets foretold, that is, ye have leaves only), "lo, we turn to the Gentiles." For this also was foretold by the Prophets; "Behold, I have given Thee for a light of the Gentiles, that Thou mayest be My salvation unto the end of the earth." See then, the tree hath withered away; and Christ hath been removed unto the Gentiles, …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  3. Quotes verse 49:15 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXII)

    "For though," saith He, "a woman should forget the fruits of her womb, yet will I not forget thee."

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 49:1 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture X)

    This also the Prophet says in His person, From the bowels of my mother hath He made mention of My name; because the Angel foretold that He should be called Jesus.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Quotes verse 49:8 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter XVII — 1)

    … salutary doctrine, the Apostle Paul also says, "But when the fullness of the time was come, God sent forth His Son;" and God declares by the prophet, "In an acceptable time have I heard Thee, and in a day of salvation have I helped thee;" and yet again the apostle, "Behold, now is the accepted time; behold, now is the …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)