Skip to the text

2 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Kings 20 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Κατ' εκείνας τας ημέρας ηρρώστησεν ο Εζεκίας εις θάνατον· και ήλθε προς αυτόν Ησαΐας ο προφήτης, ο υιός του Αμώς, και είπε προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος· Διάταξον περί του οίκου σου, επειδή αποθνήσκεις και δεν θέλεις ζήσει. 2 Τότε έστρεψε το πρόσωπον αυτού προς τον τοίχον και προσηυχήθη εις τον Κύριον, λέγων, 3 Δέομαι, Κύριε, ενθυμήθητι τώρα, πως περιεπάτησα ενώπιόν σου εν αληθεία και εν καρδία τελεία και έπραξα το αρεστόν ενώπιόν σου. Και έκλαυσεν ο Εζεκίας κλαυθμόν μέγαν. 4 Και πριν εξέλθη ο Ησαΐας εις την αυλήν την μεσαίαν, έγεινε λόγος Κυρίου προς αυτόν, λέγων, 5 Επίστρεψον και ειπέ προς τον Εζεκίαν τον ηγεμόνα του λαού μου, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Δαβίδ του πατρός σου· Ήκουσα την προσευχήν σου, είδον τα δάκρυά σου· ιδού, εγώ θέλω σε ιατρεύσει την τρίτην ημέραν θέλεις αναβή εις τον οίκον του Κυρίου· 6 και θέλω προσθέσει εις τας ημέρας σου δεκαπέντε έτη· και θέλω ελευθερώσει σε και την πόλιν ταύτην εκ της χειρός του βασιλέως της Ασσυρίας· και θέλω υπερασπισθή την πόλιν ταύτην, ένεκεν εμού και ένεκεν του δούλου μου Δαβίδ. 7 Και είπεν ο Ησαΐας, Λάβετε παλάθην σύκων. Και έλαβον και επέθεσαν αυτήν επί το έλκος, και ανέλαβε την υγείαν αυτού. 8 Και είπεν ο Εζεκίας προς τον Ησαΐαν, Τι είναι το σημείον ότι ο Κύριος θέλει με ιατρεύσει, και ότι θέλω αναβή εις τον οίκον του Κυρίου την τρίτην ημέραν; 9 Και είπεν ο Ησαΐας, Τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον παρά Κυρίου, ότι θέλει κάμει ο Κύριος το πράγμα το οποίον ελάλησε· να προχωρήση η σκιά δέκα βαθμούς, ή να στραφή δέκα βαθμούς; 10 Και απεκρίθη ο Εζεκίας, Ελαφρόν πράγμα είναι να καταβή η σκιά δέκα βαθμούς· ουχί, αλλ' ας στραφή οπίσω δέκα βαθμούς η σκιά. 11 Και εβόησεν ο Ησαΐας ο προφήτης προς τον Κύριον, και έστρεψεν οπίσω την σκιάν δέκα βαθμούς, διά των βαθμών τους οποίους κατέβη διά των βαθμών του Άχαζ. 12 Κατ' εκείνον τον καιρόν Βερωδάχ-βαλαδάν, ο υιός του Βαλαδάν, βασιλεύς της Βαβυλώνος, έστειλεν επιστολάς και δώρον προς τον Εζεκίαν· διότι ήκουσεν ότι ηρρώστησεν ο Εζεκίας. 13 Και ηκροάσθη αυτούς ο Εζεκίας και έδειξεν εις αυτούς πάντα τον οίκον των πολυτίμων αυτού πραγμάτων, τον άργυρον και τον χρυσόν και τα αρώματα και τα πολύτιμα μύρα και όλην την οπλοθήκην αυτού και παν ό,τι ευρίσκετο εν τοις θησαυροίς αυτού· δεν ήτο ουδέν εν τω οίκω αυτού ουδέ υπό πάσαν την εξουσίαν αυτού, το οποίον ο Εζεκίας δεν έδειξεν εις αυτούς. 14 Τότε ήλθεν Ησαΐας ο προφήτης προς τον βασιλέα Εζεκίαν και είπε προς αυτόν, Τι λέγουσιν ούτοι οι άνθρωποι; και πόθεν ήλθον προς σε; Και είπεν ο Εζεκίας, Από γης μακράς έρχονται, από Βαβυλώνος. 15 Ο δε είπε, Τι είδον εν τω οίκω σου; Και απεκρίθη ο Εζεκίας, Είδον παν ό,τι είναι εν τω οίκω μου· δεν είναι ουδέν εν τοις θησαυροίς μου, το οποίον δεν έδειξα εις αυτούς. 16 Τότε είπεν ο Ησαΐας προς τον Εζεκίαν, Άκουσον τον λόγον του Κυρίου· 17 Ιδού, έρχονται ημέραι, καθ' ας παν ό,τι είναι εν τω οίκω σου και ό,τι οι πατέρες σου εναπεταμίευσαν μέχρι της ημέρας ταύτης, θέλει μετακομισθή εις την Βαβυλώνα· δεν θέλει μείνει ουδέν, λέγει Κύριος· 18 και εκ των υιών σου οίτινες θέλουσιν εξέλθει από σου, τους οποίους θέλεις γεννήσει, θέλουσι λάβει και θέλουσι γείνει ευνούχοι εν τω παλατίω του βασιλέως της Βαβυλώνος. 19 Τότε είπεν ο Εζεκίας προς τον Ησαΐαν, Καλός ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον ελάλησας. Είπεν έτι, Δεν θέλει είσθαι ειρήνη και ασφάλεια εν ταις ημέραις μου; 20 Αι δε λοιπαί πράξεις του Εζεκίου και πάντα τα κατορθώματα αυτού, και τίνι τρόπω έκαμε το υδροστάσιον και το υδραγωγείον και έφερε το ύδωρ εις την πόλιν, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα; 21 Και εκοιμήθη ο Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Μανασσής ο υιός αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Amoz

    Father of Isaiah

    Named as the father of the prophet Isaiah.

    Cited in the guide: 2 Kings 19:2; 2 Kings 19:20; 2 Kings 20:1

  • Baladan

    Father of Merodach-baladan

    Named as the father of Merodach-baladan king of Babylon.

    Cited in the guide: 2 Kings 20:12; Isaiah 39:1

  • Hezekiah

    King of Judah

    A great reformer who trusted God and saw Jerusalem delivered from Assyria.

    Cited in the guide: 2 Kings 18-20; 2 Chron. 29-32; Isa. 36-39; Matt. 1:9-10

  • Isaiah

    Prophet in Hezekiah's day

    The prophet, son of Amoz, who told Hezekiah that Sennacherib would not enter Jerusalem, foretold his illness and recovery, brought back the shadow ten steps, and warned of the…

    Cited in the guide: 2 Kings 19:2; 2 Kings 19:20; 2 Kings 20:1

  • Merodach-baladan

    Babylonian king, sent envoys

    Son of Baladan and king of Babylon, who sent letters and a gift to Hezekiah after hearing of his illness.

    Cited in the guide: 2 Kings 20:12; Isaiah 39:1

Cross references (21)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Isaiah 38:1–22; 2 Chronicles 32:24–26; Philippians 2:27; Jonah 3:4–10; 2 Kings 19:20
  2. 2 Psalm 50:15; Matthew 6:6; 1 Kings 8:30; Isaiah 38:2–3
  3. 3 Nehemiah 13:14; Nehemiah 13:22; 2 Kings 18:3–6; Nehemiah 5:19; Nehemiah 13:31
  4. 4 1 Kings 7:8; 2 Kings 22:14
  5. 5 Psalm 66:19–20; Isaiah 38:5; 1 Samuel 9:16; Psalm 39:12; 2 Kings 19:20
  6. 6 2 Kings 19:34; Acts 27:24; Isaiah 10:24; Psalm 116:15; 2 Chronicles 32:22
  7. 7 Isaiah 38:21; 2 Kings 2:20–22; 2 Kings 4:41
  8. 8 Isaiah 7:11; Judges 6:17; 2 Kings 20:5; Hosea 6:2; 2 Kings 19:29
  9. 9 Isaiah 38:7–8; Matthew 16:1–4; Luke 11:29–30; Mark 8:11–12
  10. 10 2 Kings 2:10; 2 Kings 3:18; John 14:12; Isaiah 49:6; Mark 9:28–29
  11. 11 Isaiah 38:8; Joshua 10:12–14; 2 Chronicles 32:24; Acts 9:40; Exodus 14:15
  12. 12 2 Chronicles 32:31; Isaiah 39:1–8; Genesis 10:10; Genesis 11:9; Isaiah 14:4
  13. 13 Isaiah 39:2; Proverbs 23:5; 2 Chronicles 32:25–27; 1 Kings 10:15; 1 Kings 10:25
  14. 14 Jeremiah 26:18–19; Joshua 9:9; Deuteronomy 28:49; 2 Samuel 12:7–15; Isaiah 13:5
  15. 15 2 Kings 20:13; Job 31:33; 1 John 1:8–10; Proverbs 28:13; Joshua 7:19
  16. 16 1 Kings 22:19; 2 Kings 7:1; Amos 7:16; Isaiah 1:10
  17. 17 2 Kings 24:13; 2 Chronicles 36:10; Jeremiah 27:21–22; Jeremiah 52:17–19; 2 Kings 25:13–15
  18. 18 2 Chronicles 33:11; 2 Kings 24:12; Daniel 1:3; 2 Kings 25:6
  19. 19 1 Samuel 3:18; Job 1:21; Zechariah 8:19; Luke 2:10; Psalm 39:9
  20. 20 Nehemiah 3:16; 2 Chronicles 32:32; 2 Chronicles 32:4; 2 Chronicles 32:30; Isaiah 22:9–11
  21. 21 2 Chronicles 32:33; 1 Kings 14:31; 2 Kings 21:18; 2 Chronicles 26:23; 1 Kings 2:10

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 20:1 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture II)

    For when he had fallen sick, Esaias said to him, Set thine house in order; for thou shalt die, and not live.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)