Skip to the text

2 Chronicles · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Chronicles 32 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Μετά τα πράγματα ταύτα και την αλήθειαν ταύτην, ήλθε Σενναχειρείμ ο βασιλεύς της Ασσυρίας, και εισήλθεν εις τον Ιούδαν και εστρατοπέδευσεν εναντίον των οχυρών πόλεων και είπε να υποτάξη αυτάς εις εαυτόν. 2 Και ιδών ο Εζεκίας, ότι ο Σενναχειρείμ ήλθε και ο σκοπός αυτού ήτο να πολεμήση εναντίον της Ιερουσαλήμ, 3 συνεβουλεύθη μετά των αρχόντων αυτού και μετά των δυνατών αυτού, να εμφράξη τα ύδατα των πηγών των έξω της πόλεως· και συνήργησαν μετ' αυτού. 4 Και συνήχθη λαός πολύς, και ενέφραξαν πάσας τας πηγάς και τον ποταμόν τον ρέοντα διά μέσου της γης, λέγων, Διά τι ελθόντες οι βασιλείς της Ασσυρίας να εύρωσιν ύδωρ πολύ; 5 Ενδυναμωθείς έτι ανωκοδόμησεν όλον το τείχος το κεχαλασμένον και ύψωσεν έως των πύργων, και άλλο τείχος έξω και επεσκεύασε την Μιλλώ της πόλεως Δαβίδ, και έκαμεν όπλα πολλά και θυρεούς. 6 Και έβαλε πολεμάρχους επί τον λαόν, και συνήθροισεν αυτούς προς εαυτόν εις την πλατείαν της πύλης της πόλεως και ελάλησε κατά την καρδίαν αυτών, λέγων, 7 Ενδυναμούσθε και ανδρίζεσθε, μη φοβηθήτε μηδέ πτοηθήτε από προσώπου του βασιλέως της Ασσυρίας, και από προσώπου παντός του πλήθους του μετ' αυτού· διότι πλειότεροι είναι μεθ' ημών παρά μετ' αυτού· 8 μετ' αυτού είναι βραχίονες σάρκινοι μεθ' ημών δε είναι Κύριος ο Θεός ημών, διά να βοηθή ημάς και να μάχηται τας μάχας ημών. Και ενεθαρρύνθη ο λαός εις τους λόγους Εζεκίου του βασιλέως του Ιούδα. 9 Μετά ταύτα απέστειλεν ο Σενναχειρείμ βασιλεύς της Ασσυρίας τους δούλους αυτού εις Ιερουσαλήμ, αυτός δε, έχων μεθ' εαυτού πάσαν την δύναμιν αυτού, επολιόρκει την Λαχείς, προς Εζεκίαν τον βασιλέα του Ιούδα, και προς πάντα τον Ιούδαν τον εν Ιερουσαλήμ, λέγων, 10 Ούτω λέγει Σενναχειρείμ ο βασιλεύς της Ασσυρίας· Εις τι πεποιθότες κάθησθε, πολιορκούμενοι εν Ιερουσαλήμ; 11 Δεν σας απατά ο Εζεκίας διά να σας παραδώση εις θάνατον από πείνης και από δίψης, λέγων, Κύριος ο Θεός ημών θέλει ελευθερώσει ημάς εκ της χειρός του βασιλέως της Ασσυρίας; 12 Αυτός ούτος ο Εζεκίας δεν εσήκωσε τους υψηλούς αυτού τόπους και τα θυσιαστήρια αυτού και είπε προς τον Ιούδαν και προς τον Ιερουσαλήμ, λέγων, Έμπροσθεν ενός μόνον θυσιαστηρίου θέλετε προσκυνεί και επ' αυτό θέλετε θυμιάζει; 13 Δεν εξεύρετε τι έπραξα εγώ και οι πατέρες μου εις πάντας τους λαούς της γης; ηδυνήθησαν οι θεοί των εθνών της γης να λυτρώσωσι τους τόπους αυτών εκ της χειρός μου; 14 Τις εκ πάντων των θεών των εθνών εκείνων, τα οποία οι πατέρες μου εξωλόθρευσαν, ηδυνήθη να λυτρώση τον λαόν αυτού εκ της χειρός μου, ώστε να δυνηθή ο Θεός υμών να λυτρώση υμάς εκ της χειρός μου; 15 Τώρα λοιπόν ας μη σας πλανά ο Εζεκίας, και ας μη σας απατά ούτως, και μη πιστεύετε αυτόν· διότι ουδείς θεός ουδενός έθνους ή βασιλείας ηδυνήθη να λυτρώση τον λαόν αυτού εκ της χειρός μου και εκ της χειρός των πατέρων μου· πολύ ολιγώτερον ο Θεός σας θέλει σας λυτρώσει εκ της χειρός μου. 16 Και περισσότερα έτι ελάλησαν οι δούλοι αυτού εναντίον Κυρίου του Θεού και εναντίον του δούλου αυτού Εζεκίου. 17 Και επιστολάς έγραψε διά να ονειδίση Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ και να λαλήση κατ' αυτού, λέγων, Καθώς οι θεοί των εθνών της γης δεν ελύτρωσαν τον λαόν αυτών εκ της χειρός μου, ούτω και ο Θεός του Εζεκίου δεν θέλει λυτρώσει τον λαόν αυτού εκ της χειρός μου. 18 Τότε εβόησαν Ιουδαϊστί, μετά φωνής μεγάλης, προς τον λαόν της Ιερουσαλήμ τον επί του τείχους, διά να φοβίσωσιν αυτούς και να ταράξωσιν αυτούς, όπως κυριεύσωσι την πόλιν· 19 και ελάλησαν κατά του Θεού της Ιερουσαλήμ, καθώς κατά των θεών των λαών της γης, οίτινες είναι έργα χειρών ανθρώπων. 20 Και προσευχήθη περί τούτων Εζεκίας ο βασιλεύς και Ησαΐας ο προφήτης, ο υιός του Αμώς, και εβόησαν προς τον ουρανόν. 21 Και απέστειλε Κύριος άγγελον, όστις ηφάνισε πάντας τους δυνατούς εν ισχύϊ και τους άρχοντας και τους στρατηγούς εν τω στρατοπέδω του βασιλέως της Ασσυρίας. Και επέστρεψε με κατησχυμμένον πρόσωπον εις την γην αυτού. Και ότε εισήλθεν εις τον οίκον του θεού αυτού, οι εξελθόντες εκ των σπλάγχνων αυτού εθανάτωσαν αυτόν εκεί εν μαχαίρα. 22 Και έσωσεν ο Κύριος τον Εζεκίαν και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ εκ της χειρός Σενναχειρείμ του βασιλέως της Ασσυρίας και εκ της χειρός πάντων, και ησφάλισεν αυτούς κυκλόθεν. 23 Και έφεραν πολλοί δώρα προς τον Κύριον εις Ιερουσαλήμ και πολύτιμα πράγματα προς Εζεκίαν τον βασιλέα του Ιούδα· και εμεγαλύνθη έκτοτε ενώπιον πάντων των εθνών. 24 Κατ' εκείνας τας ημέρας ηρρώστησεν ο Εζεκίας έως θανάτου· και προσευχήθη εις τον Κύριον· και επήκουσεν αυτού και έδωκεν εις αυτόν σημείον. 25 Πλην δεν ανταπέδωκεν ο Εζεκίας κατά την εις αυτόν ευεργεσίαν· διότι επήρθη η καρδία αυτού· όθεν επήλθεν οργή επ' αυτόν και επί τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ. 26 Και εταπεινώθη ο Εζεκίας διά την έπαρσιν της καρδίας αυτού, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και δεν ήλθεν επ' αυτούς η οργή του Κυρίου εν ταις ημέραις του Εζεκίου. 27 Απέκτησε δε ο Εζεκίας πλούτον και δόξαν πολλήν σφόδρα· και έκαμεν εις εαυτόν θησαυρούς αργυρίου και χρυσίου και λίθων πολυτίμων και αρωμάτων και ασπίδων και παντός είδους σκευών επιθυμητών· 28 και αποθήκας διά το εισόδημα του σίτου και του οίνου και του ελαίου· και σταύλους διά παν είδος κτηνών και μάνδρας διά ποίμνια. 29 Και έκαμεν εις εαυτόν πόλεις και απέκτησε πρόβατα και βόας εις πλήθος· διότι ο Θεός έδωκεν εις αυτόν περιουσίαν πολλήν σφόδρα. 30 Έφραξεν έτι αυτός ο Εζεκίας την άνω έξοδον των υδάτων του Γιών, και διηύθυνεν αυτά κάτω προς δυσμάς της πόλεως Δαβίδ. Και ευωδώθη ο Εζεκίας εις πάντα τα έργα αυτού. 31 Επί των πρέσβεων όμως των αρχόντων της Βαβυλώνος, οίτινες έστειλαν προς αυτόν διά να ερευνήσωσι περί του θαύματος του γενομένου εν τη γη, ο Θεός εγκατέλιπεν αυτόν, διά να δοκιμάση αυτόν, ώστε να γνωρίση πάντα τα εν τη καρδία αυτού. 32 Αι δε λοιπαί πράξεις του Εζεκίου και τα ελέη αυτού, ιδού, είναι γεγραμμένα εν τη οράσει Ησαΐου του προφήτου, υιού του Αμώς, εν τω βιβλίω των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. 33 Και εκοιμήθη ο Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού, και έθαψαν αυτόν εν τω υψηλοτέρω των τάφων των υιών Δαβίδ· και πας ο Ιούδας και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έκαμον εις αυτόν τιμάς εν τω θανάτω αυτού· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Μανασσής ο υιός αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Hezekiah

    King of Judah

    A great reformer who trusted God and saw Jerusalem delivered from Assyria.

    Cited in the guide: 2 Kings 18-20; 2 Chron. 29-32; Isa. 36-39; Matt. 1:9-10

Cross references (33)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Kings 18:13–37; 2 Kings 18:11; Micah 2:13; 2 Kings 17:6; Isaiah 7:17–18
  2. 2 Luke 9:53; Luke 9:51; 2 Kings 12:17
  3. 3 Proverbs 20:18; Proverbs 15:22; Proverbs 24:6; Isaiah 22:8–11; Romans 11:34
  4. 4 2 Chronicles 32:30; 2 Chronicles 30:14; 2 Chronicles 32:1; Isaiah 10:8; 1 Kings 3:16–17
  5. 5 2 Chronicles 25:23; 1 Kings 9:24; 2 Kings 25:4; 2 Samuel 5:9; Isaiah 22:9–10
  6. 6 2 Chronicles 30:22; Isaiah 40:2; Ezra 10:9; Nehemiah 8:16; 2 Chronicles 17:14–19
  7. 7 2 Kings 6:16; Romans 8:31; Ephesians 6:10; 1 John 4:4; 2 Chronicles 20:15
  8. 8 Jeremiah 17:5; 2 Chronicles 20:17; Acts 18:10; 2 Timothy 4:17; Isaiah 41:10
  9. 9 Joshua 10:31; 2 Kings 18:17; Isaiah 37:8; Joshua 12:11; Micah 1:13
  10. 10 2 Kings 18:19; Isaiah 36:4
  11. 11 Psalm 3:2; 2 Kings 19:10; Psalm 42:10; Matthew 27:43; Isaiah 36:18
  12. 12 2 Chronicles 31:1; 2 Kings 18:4; Exodus 30:1–6; Isaiah 36:7; Deuteronomy 12:26–27
  13. 13 2 Kings 18:33–35; 2 Kings 19:17–19; Daniel 4:30; 2 Kings 17:5–6; 2 Chronicles 32:19
  14. 14 Exodus 14:3; Isaiah 10:11–12; Exodus 15:9–11; Isaiah 42:8
  15. 15 Daniel 3:15; Exodus 5:2; Isaiah 36:18; Galatians 1:10; 2 Kings 18:29
  16. 16 John 15:21; Psalm 73:9; Job 15:25–26
  17. 17 2 Kings 19:12; Isaiah 37:14; Isaiah 37:28–29; 2 Kings 19:22; Isaiah 10:15
  18. 18 2 Kings 18:26–28; Isaiah 36:13; 1 Samuel 17:10; Nehemiah 6:9; 1 Samuel 17:26
  19. 19 2 Kings 19:18; Isaiah 2:8; 2 Chronicles 6:6; Jeremiah 10:9; Psalm 132:13–14
  20. 20 Psalm 91:14–15; 2 Chronicles 14:11; 2 Kings 19:2–4; Isaiah 37:14–20; 2 Chronicles 20:6–12
  21. 21 Isaiah 37:36–38; Psalm 76:5; Isaiah 42:8; 2 Kings 19:35–37; Revelation 6:15–16
  22. 22 Isaiah 31:4–5; Psalm 37:39–40; John 16:13; Psalm 18:48–50; 2 Thessalonians 3:5
  23. 23 2 Chronicles 17:5; 2 Chronicles 1:1; 2 Chronicles 9:24; Matthew 2:11; 1 Kings 4:21
  24. 24 2 Kings 20:1–11; Isaiah 38:1–8; Isaiah 38:21–22
  25. 25 2 Chronicles 24:18; 2 Chronicles 26:16; 2 Chronicles 32:31; 2 Samuel 24:1; 1 Chronicles 21:12–17
  26. 26 Jeremiah 26:18–19; 2 Chronicles 34:27–28; 2 Chronicles 33:12; James 4:10; 2 Chronicles 33:23
  27. 27 1 Chronicles 27:25–31; 2 Chronicles 9:27; 2 Chronicles 1:12; 2 Chronicles 17:5; Proverbs 10:22
  28. 28 1 Kings 4:26; 2 Samuel 7:8; 2 Chronicles 26:10
  29. 29 1 Chronicles 29:12; Job 1:9; Job 42:12; 2 Chronicles 26:10; 1 Samuel 2:7
  30. 30 1 Kings 1:33; Isaiah 22:9–11; 2 Kings 20:20; 1 Kings 1:45; 1 Kings 1:38
  31. 31 Deuteronomy 8:2; Proverbs 17:3; John 15:5; 2 Chronicles 32:24; Genesis 22:1
  32. 32 2 Kings 18:1–20; Isaiah 36:1–22; 2 Chronicles 31:20–21
  33. 33 Proverbs 10:7; Deuteronomy 34:8; 1 Samuel 2:30; 2 Chronicles 33:1–20; Genesis 50:10–11

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences