Skip to the text

Isaiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Isaiah 1 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Όρασις Ησαΐου υιού Αμώς, την οποίαν είδε περί του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, εν ταις ημέραις Οζίου Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκίου, βασιλέων Ιούδα. 2 Ακούσατε, ουρανοί, και ακροάσθητι, γή· διότι ο Κύριος ελάλησεν· Υιούς έθρεψα και ύψωσα, αλλ' αυτοί απεστάτησαν απ' εμού. 3 Ο βους γνωρίζει τον κτήτορα αυτού και ο όνος την φάτνην του κυρίου αυτού ο Ισραήλ δεν γνωρίζει, ο λαός μου δεν εννοεί. 4 Ουαί, έθνος αμαρτωλόν, λαέ πεφορτωμένε ανομίαν, σπέρμα κακοποιών υιοί διεφθαρμένοι εγκατέλιπον τον Κύριον, κατεφρόνησαν τον Άγιον του Ισραήλ, εστράφησαν εις τα οπίσω. 5 Διά τι παιδευόμενοι θέλετε επιπροσθέτει στασιασμόν; όλη η κεφαλή είναι άρρωστος και όλη η καρδία κεχαυνωμένη· 6 από ίχνους ποδός μέχρι κεφαλής δεν υπάρχει εν αυτώ ακεραιότης αλλά τραύματα και μελανίσματα και έλκη σεσηπότα δεν εξεπιέσθησαν ουδέ εδέθησαν ουδέ εμαλακώθησαν δι' αλοιφής 7 η γη σας είναι έρημος, αι πόλεις σας πυρίκαυστοι την γην σας ξένοι κατατρώγουσιν έμπροσθέν σας· και είναι έρημος, ως πεπορθημένη υπό αλλοφύλων 8 και η θυγάτηρ Σιών εγκαταλελειμμένη ως καλύβη εν αμπελώνι, ως οπωροφυλάκιον εν κήπω αγγουρίων ως πόλις πολιορκουμένη. 9 Αν ο Κύριος των δυνάμεων δεν ήθελεν αφήσει εις ημάς μικρόν υπόλοιπον, ως τα Σόδομα ηθέλομεν γείνει, με τα Γόμορρα ηθέλομεν εξομοιωθή. 10 Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου, άρχοντες Σοδόμων ακροάσθητι τον νόμον του Θεού ημών, λαέ Γομόρρων. 11 Τίνα χρείαν έχω του πλήθους των θυσιών σας; λέγει Κύριος· κεχορτασμένος είμαι από ολοκαυτωμάτων κριών και από πάχους των σιτευτών και δεν ευαρεστούμαι εις αίμα ταύρων ή αρνίων ή τράγων. 12 Όταν έρχησθε να εμφανισθήτε ενώπιόν μου, τις εζήτησεν εκ των χειρών σας τούτο, να πατήτε τας αυλάς μου; 13 Μη φέρετε πλέον, ματαίας προσφοράς το θυμίαμα είναι βδέλυγμα εις εμέ τας νεομηνίας και τα σάββατα, την συγκάλεσιν των συνάξεων, δεν δύναμαι να υποφέρω, ανομίαν και πανηγυρικήν σύναξιν. 14 Τας νεομηνίας σας και τας διατεταγμένας εορτάς σας μισεί η ψυχή μου είναι φορτίον εις εμέ εβαρύνθην να υποφέρω. 15 Και όταν εκτείνητε τας χείρας σας, θέλω κρύπτει τους οφθαλμούς μου από σας ναι, όταν πληθύνητε δεήσεις, δεν θέλω εισακούει αι χείρές σας είναι πλήρεις αιμάτων. 16 Λούσθητε, καθαρίσθητε· αποβάλετε την κακίαν των πράξεών σας απ' έμπροσθεν των οφθαλμών μου παύσατε πράττοντες το κακόν, 17 μάθετε να πράττητε το καλόν· εκζητήσατε κρίσιν, κάμετε ευθύτητα εις τον δεδυναστευμένον, κρίνατε τον ορφανόν, προστατεύσατε την δίκην της χήρας 18 Έλθετε τώρα, και ας διαδικασθώμεν, λέγει Κύριος εάν αι αμαρτίαι σας ήναι ως το πορφυρούν, θέλουσι γείνει λευκαί ως χιών εάν ήναι ερυθραί ως κόκκινον, θέλουσι γείνει ως λευκόν μαλλίον. 19 Εάν θέλητε και υπακούσητε, θέλετε φάγει τα αγαθά της γής· 20 εάν όμως δεν θέλητε και αποστατήσητε, θέλετε καταφαγωθή υπό μαχαίρας διότι το στόμα του Κυρίου ελάλησε. 21 Πως η πιστή πόλις κατεστάθη πόρνη, ήτο πλήρης κρίσεων η δικαιοσύνη κατώκει εν αυτή αλλά τώρα, φονείς. 22 Ο άργυρός σου κατεστάθη σκωρία, ο οίνός σου συνεκεράσθη μεθ' ύδατος. 23 Οι άρχοντές σου είναι απειθείς και σύντροφοι κλεπτών· πάντες αγαπώσι δώρα και κυνηγούσιν αντιπληρωμάς δεν κρίνουσι τον ορφανόν ουδέ έρχεται η δίκη της χήρας προς αυτούς. 24 Διά τούτο λέγει ο Κύριος, ο Κύριος των δυνάμεων, ο Κραταιός του Ισραήλ, Ω, θέλω χορτασθή επί τους εναντίους μου και θέλω εκδικηθή κατά των εχθρών μου 25 και θέλω στρέψει την χείρα μου επί σε και αποκαθαρίσει την σκωρίαν σου και αφαιρέσει όλον σου τον κασσίτερον. 26 Και θέλω αποκαταστήσει τους κριτάς σου ως το πρότερον και τους συμβούλους σου ως το απ' αρχής μετά ταύτα θέλεις ονομασθή η πόλις της δικαιοσύνης, η πιστή πόλις. 27 Η Σιών θέλει εξαγορασθή διά κρίσεως, και οι επιστρέψαντες αυτής διά δικαιοσύνης. 28 Και οι παράνομοι και οι αμαρτωλοί ομού θέλουσι καταστραφή, και οι εγκαταλιπόντες τον Κύριον θέλουσι καταναλωθή. 29 Διότι θέλετε καταισχυνθή διά τα άλση, τα οποία επεθυμήσατε, και θέλετε εντραπή διά τους κήπους, τους οποίους εξελέξατε. 30 Επειδή θέλετε γείνει ως δρυς, της οποίας τα φύλλα μαραίνονται, και ως κήπος, όστις δεν έχει ύδωρ. 31 Και ο ισχυρός θέλει είσθαι ως καλάμιον στυπίου, και το έργον αυτού ως σπινθήρ, και θέλουσι καυθή και τα δύο ομού, και δεν θέλει είσθαι ο σβύνων.

Cross references (31)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Chronicles 26:1–32:33; 2 Kings 18:1–20:21
  2. 2 Deuteronomy 32:1; Deuteronomy 30:19; Micah 1:2; Deuteronomy 4:26; Psalm 50:4
  3. 3 Jeremiah 8:7; Jeremiah 4:22; Isaiah 44:18; Isaiah 5:12; Matthew 13:13–15
  4. 4 Isaiah 5:24; Jeremiah 2:17; Jeremiah 2:13; Romans 8:7; Isaiah 5:19
  5. 5 Daniel 9:8–11; Ezekiel 24:13; Jeremiah 5:3; Revelation 16:8–11; Zephaniah 3:1–4
  6. 6 Jeremiah 6:14; Jeremiah 33:6; Matthew 9:12; Psalm 77:2; Job 5:18
  7. 7 Deuteronomy 28:43; Lamentations 5:2; Deuteronomy 28:33; Hosea 7:9; Ezekiel 30:12
  8. 8 Zechariah 9:9; John 12:15; Zechariah 2:10; Isaiah 62:11; Isaiah 10:32
  9. 9 Romans 9:29; Isaiah 37:31–32; Genesis 19:24; Lamentations 3:22; Romans 11:4–6
  10. 10 Revelation 11:8; Ezekiel 16:49; Deuteronomy 32:32; Isaiah 3:9; Jeremiah 23:14
  11. 11 1 Samuel 15:22; Amos 5:21; Jeremiah 6:20; Isaiah 66:3; Micah 6:7
  12. 12 Exodus 34:23; Psalm 40:6; Isaiah 58:1–2; Exodus 23:17; Ecclesiastes 5:1
  13. 13 Isaiah 66:3; Malachi 1:10; Matthew 15:9; Ezekiel 20:39; Lamentations 2:6
  14. 14 Amos 5:21; Isaiah 43:24; Isaiah 7:13; Isaiah 61:8; Malachi 2:17
  15. 15 Micah 3:4; Isaiah 59:2–3; Proverbs 1:28; Zechariah 7:13; Jeremiah 7:8–10
  16. 16 Isaiah 55:6–7; 1 Peter 3:11; 1 Peter 2:1; 2 Corinthians 7:1; James 4:8
  17. 17 Micah 6:8; Jeremiah 22:3; Psalm 82:3–4; Proverbs 31:9; Isaiah 1:23
  18. 18 Isaiah 44:22; Revelation 7:14; Psalm 51:7; Micah 7:18–19; Isaiah 43:24–26
  19. 19 Deuteronomy 30:15–16; Isaiah 3:10; Joel 2:26; Hebrews 5:9; Isaiah 55:6–7
  20. 20 Isaiah 65:12; Isaiah 58:14; Numbers 23:19; Isaiah 40:5; Isaiah 3:11
  21. 21 Zechariah 8:3; Zephaniah 3:1–3; Ezekiel 22:1–23; Isaiah 48:2; Micah 3:2–3
  22. 22 Lamentations 4:1–2; Jeremiah 6:28–30; Ezekiel 22:18–22; Hosea 4:18; 2 Corinthians 2:17
  23. 23 Micah 7:3; Zechariah 7:10; Exodus 23:8; Luke 18:2–5; Acts 4:5–11
  24. 24 Isaiah 60:16; Isaiah 49:26; Deuteronomy 28:63; Isaiah 61:2; Ezekiel 5:13
  25. 25 Malachi 3:3; Isaiah 1:22; Jeremiah 9:7; Isaiah 4:4; Ezekiel 20:38
  26. 26 Jeremiah 33:7; Zechariah 8:3; Isaiah 62:1–2; Isaiah 32:1–2; Numbers 12:3
  27. 27 Isaiah 62:12; Isaiah 63:4; Isaiah 5:16; Isaiah 45:21–25; Romans 3:24–26
  28. 28 2 Thessalonians 1:8–9; Psalm 1:6; Revelation 21:8; Job 31:3; Isaiah 30:13
  29. 29 Isaiah 65:3; Isaiah 57:5; Isaiah 66:17; Hosea 4:13; Ezekiel 16:63
  30. 30 Jeremiah 17:5–6; Isaiah 5:6; Jeremiah 31:12; Isaiah 58:11; Ezekiel 17:24
  31. 31 Isaiah 66:24; Malachi 4:1; Ezekiel 32:21; Isaiah 34:9–10; Revelation 19:20

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 1:16–20 Clement of Rome, First Epistle to the Corinthians (Chapters VII–XIII)

    And if ye be willing and obey Me, ye shall eat the good of the land; but if ye refuse, and will not hearken unto Me, the sword shall devour you, for the mouth of the Lord hath spoken these things." Desiring, therefore, that all His beloved should be partakers of repentance, He has, by His almighty will, established [these …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 1:9 Justin Martyr, First Apology (Chapters LIII–LV)

    He spoke as from their person: "Except the Lord had left us a seed, we should have been as Sodom and Gomorrah." For Sodom and Gomorrah are related by Moses to have been cities of ungodly men, which God burned with fire and brimstone, and overthrew, no one of their inhabitants being saved except a certain stranger, a Chaldæan by …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Quotes verse 1:2 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Preface)

    He says: "Hear, O heavens; and give ear, O earth: for the Lord hath spoken." And again: "Thus saith the Lord God, who made the heaven, and stretched it out; who established the earth, and the things in it; and who giveth breath to the people upon it, and spirit to them who walk therein."

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  4. Quotes verse 1:2 Augustine of Hippo, Our Lord's Sermon on the Mount (Book II, Chapters III–IV)

    … for the prophets often show that this same Lord of ours might have been their Father also, if they had not strayed from His commandments: as, for instance, we have that statement, "I have nourished and brought up children, and they have rebelled against me;" and that other, "I have said, Ye are gods; and all of you are children …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  5. Quotes verse 1:26 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily V)

    And the city, too, it is said, shall be called "the city of righteousness, the faithful city Sion." And yet we nowhere find that the city was called "righteousness," but it continued to be called Jerusalem.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)