Skip to the text

Matthew · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Matthew 6 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Προσέχετε να μη κάμνητε την ελεημοσύνην σας έμπροσθεν των ανθρώπων διά να βλέπησθε υπ' αυτών· ει δε μη, δεν έχετε μισθόν πλησίον του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς. 2 Όταν λοιπόν κάμνης ελεημοσύνην, μη σαλπίσης έμπροσθέν σου, καθώς κάμνουσιν οι υποκριταί εν ταις συναγωγαίς και εν ταις οδοίς, διά να δοξασθώσιν υπό των ανθρώπων· αληθώς σας λέγω, έχουσιν ήδη τον μισθόν αυτών. 3 Όταν δε συ κάμνης ελεημοσύνην, ας μη γνωρίση η αριστερά σου τι κάμνει η δεξιά σου, 4 διά να ήναι η ελεημοσύνη σου εν τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αυτός θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ. 5 Και όταν προσεύχησαι, μη έσο ως οι υποκριταί, διότι αγαπώσι να προσεύχωνται ιστάμενοι εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών, διά να φανώσιν εις τους ανθρώπους· αληθώς σας λέγω ότι έχουσιν ήδη τον μισθόν αυτών. 6 Συ όμως, όταν προσεύχησαι, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου προσευχήθητι εις τον Πατέρα σου τον εν τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ. 7 Όταν δε προσεύχησθε, μη βαττολογήσητε ως οι εθνικοί· διότι νομίζουσιν ότι με την πολυλογίαν αυτών θέλουσιν εισακουσθή. 8 Μη ομοιωθήτε λοιπόν με αυτούς· διότι εξεύρει ο Πατήρ σας τίνων έχετε χρείαν, πριν σεις ζητήσητε παρ' αυτού. 9 Ούτω λοιπόν προσεύχεσθε σείς· Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς· αγιασθήτω το όνομά σου· 10 ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γής· 11 τον άρτον ημών τον επιούσιον δος εις ημάς σήμερον· 12 και συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς συγχωρούμεν εις τους αμαρτάνοντας εις ημάς· 13◆ και μη φέρης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ελευθέρωσον ημάς από του πονηρού. Διότι σου είναι η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας· αμήν. 14 Διότι εάν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, θέλει συγχωρήσει και εις εσάς ο Πατήρ σας ο ουράνιος· 15 εάν όμως δεν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ σας θέλει συγχωρήσει τα πταίσματά σας. 16 Και όταν νηστεύητε, μη γίνεσθε ως οι υποκριταί σκυθρωποί· διότι αφανίζουσι τα πρόσωπα αυτών, διά να φανώσιν εις τους ανθρώπους ότι νηστεύουσιν· αληθώς σας λέγω, ότι έχουσιν ήδη τον μισθόν αυτών. 17 Συ όμως όταν νηστεύης, άλειψον την κεφαλήν σου και νίψον το πρόσωπόν σου, 18 διά να μη φανής εις τους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλ' εις τον Πατέρα σου τον εν τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ. 19 Μη θησαυρίζετε εις εαυτούς θησαυρούς επί της γης, όπου σκώληξ και σκωρία αφανίζει και όπου κλέπται διατρυπούσι και κλέπτουσιν. 20 Αλλά θησαυρίζετε εις εαυτούς θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σκώληξ ούτε σκωρία αφανίζει και όπου κλέπται δεν διατρυπούσιν ουδέ κλέπτουσιν· 21 επειδή όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θέλει είσθαι και η καρδία σας. 22 Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός· εάν λοιπόν ο οφθαλμός σου ήναι καθαρός, όλον το σώμα σου θέλει είσθαι φωτεινόν· 23 εάν όμως ο οφθαλμός σου ήναι πονηρός, όλον το σώμα σου θέλει είσθαι σκοτεινόν. Εάν λοιπόν το φως το εν σοι ήναι σκότος, το σκότος πόσον; 24 Ουδείς δύναται δύο κυρίους να δουλεύη· διότι ή τον ένα θέλει μισήσει και τον άλλον θέλει αγαπήσει, ή εις τον ένα θέλει προσκολληθή και τον άλλον θέλει καταφρονήσει. Δεν δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και μαμμωνά. 25 Διά τούτο σας λέγω, μη μεριμνάτε περί της ζωής σας τι να φάγητε και τι να πίητε, μηδέ περί του σώματός σας τι να ενδυθήτε· δεν είναι η ζωή τιμιώτερον της τροφής και το σώμα του ενδύματος; 26 Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι δεν σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο Πατήρ σας ο ουράνιος τρέφει αυτά· σεις δεν είσθε πολύ ανώτεροι αυτών; 27 Αλλά τις από σας μεριμνών δύναται να προσθέση μίαν πήχην εις το ανάστημα αυτού; 28 Και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Παρατηρήσατε τα κρίνα του αγρού πως αυξάνουσι· δεν κοπιάζουσιν ουδέ κλώθουσι. 29 Σας λέγω όμως ότι ουδέ ο Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού ενεδύθη ως εν τούτων. 30 Αλλ' εάν τον χόρτον του αγρού, όστις σήμερον υπάρχει και αύριον ρίπτεται εις κλίβανον, ο Θεός ενδύη ούτω, δεν θέλει ενδύσει πολλώ μάλλον εσάς, ολιγόπιστοι; 31 Μη μεριμνήσητε λοιπόν λέγοντες, Τι να φάγωμεν ή τι να πίωμεν ή τι να ενδυθώμεν; 32 Διότι πάντα ταύτα ζητούσιν οι εθνικοί· επειδή εξεύρει ο Πατήρ σας ο ουράνιος ότι έχετε χρείαν πάντων τούτων. 33 Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή. 34 Μη μεριμνήσητε λοιπόν περί της αύριον· διότι η αύριον θέλει μεριμνήσει τα εαυτής· αρκετόν είναι εις την ημέραν το κακόν αυτής.

Cross references (34)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Matthew 23:5; John 12:43; Hebrews 6:10; Matthew 23:28–30; Luke 16:15
  2. 2 Matthew 6:5; 2 Corinthians 9:6–15; John 5:41; Matthew 6:16; James 2:15–16
  3. 3 John 7:4; Matthew 9:30; Mark 1:44; Matthew 12:19
  4. 4 Matthew 6:18; Matthew 6:6; Jeremiah 17:10; Luke 14:14; Psalm 44:21
  5. 5 Matthew 6:2; Luke 18:10–11; Luke 18:13; Mark 11:25; Isaiah 55:6–7
  6. 6 2 Kings 4:33; Matthew 14:23; Isaiah 65:24; Acts 9:40; Psalm 34:15
  7. 7 Ecclesiastes 5:2–3; Ecclesiastes 5:7; 1 Kings 18:26–29; Matthew 6:32; Matthew 26:44
  8. 8 Matthew 6:32; Luke 12:30; Philippians 4:6; John 16:23–27; Psalm 38:9
  9. 9 Luke 11:1–4; Revelation 4:11; Romans 8:15; Isaiah 64:8; Psalm 111:9
  10. 10 Hebrews 10:36; Matthew 26:42; Matthew 12:50; John 4:34; 1 Thessalonians 5:18
  11. 11 Proverbs 30:8; Luke 11:3; Matthew 4:4; Psalm 34:10; John 6:31–59
  12. 12 Ephesians 4:32; Mark 11:25; Ephesians 1:7; Matthew 18:21–35; Colossians 3:13
  13. 13 1 Corinthians 10:13; John 17:15; Revelation 7:14–17; Matthew 26:41; 2 Thessalonians 3:3
  14. 14 Ephesians 4:32; Mark 11:25; Colossians 3:13; Matthew 7:2; James 2:13
  15. 15 Matthew 18:35
  16. 16 Isaiah 58:3–5; Matthew 9:14–15; Nehemiah 1:4; Daniel 9:3; Psalm 69:10
  17. 17 Ruth 3:3; Ecclesiastes 9:8; 2 Samuel 12:20; Daniel 10:2–3; 2 Samuel 14:2
  18. 18 Matthew 6:6; Matthew 6:4; 2 Corinthians 10:18; 2 Corinthians 5:9; 1 Peter 2:13
  19. 19 Hebrews 13:5; 1 John 2:15–16; Luke 12:21; Proverbs 23:4–5; James 5:1–3
  20. 20 Luke 12:33; Matthew 19:21; 1 Timothy 6:19; James 2:5; Luke 18:22
  21. 21 Colossians 3:1–3; Luke 12:34; 2 Corinthians 4:18; Proverbs 4:23; Isaiah 33:6
  22. 22 Luke 11:34–36; 2 Corinthians 11:3; Colossians 3:22
  23. 23 1 John 2:11; Matthew 6:22; Isaiah 5:20–21; Jeremiah 4:22; Proverbs 26:12
  24. 24 1 John 2:15–16; Luke 16:13; James 4:4; 1 Timothy 6:9–10; Joshua 24:15
  25. 25 Philippians 4:6; Romans 8:32; 1 Peter 5:7; Psalm 55:22; Luke 12:22–31
  26. 26 Matthew 10:29–31; Psalm 147:9; Luke 12:24–32; Job 38:41; Psalm 145:15–16
  27. 27 Luke 12:25–26; Ecclesiastes 3:14; Matthew 5:36; Psalm 39:5–6; 1 Corinthians 12:18
  28. 28 Matthew 6:25; Philippians 4:6; Luke 12:27; Luke 22:35–36; Matthew 6:31
  29. 29 2 Chronicles 9:20–22; 2 Chronicles 9:4–6; 1 Timothy 2:9–10; 1 Kings 10:4–7; 1 Peter 3:2–5
  30. 30 Luke 12:28; Matthew 14:31; 1 Peter 1:24; Matthew 8:26; Matthew 16:8
  31. 31 1 Peter 5:7; Luke 12:29; Matthew 4:4; Psalm 55:22; Matthew 15:33
  32. 32 Matthew 6:8; Luke 12:30; Ephesians 4:17; Luke 11:11–13; Psalm 17:14
  33. 33 Luke 12:31; Matthew 5:6; John 6:27; Psalm 34:9–10; Psalm 84:11–12
  34. 34 Matthew 6:25; John 14:27; Hebrews 13:5–6; John 16:33; Luke 11:3

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

Why does my Bible say something different?

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon VII)

    The order established for your edification requires that ye learn first what to believe, and afterwards what to ask. For so saith the Apostle, "Whosoever shall call upon the Name of the Lord, shall be saved." This testimony blessed Paul cited out of the Prophet; for by the Prophet were those times foretold, when all men should call upon God; …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  2. Commentary 6:1 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XIX)

    He roots out in what remains the most tyrannical passion of all, the rage and madness with respect to vainglory, which springs up in them that do right.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 6:19 Justin Martyr, First Apology (Chapters XIII–XVI)

    Lay up treasure, therefore, in heaven, where neither moth nor rust doth corrupt." And, "Be ye kind and merciful, as your Father also is kind and merciful, and maketh His sun to rise on sinners, and the righteous, and the wicked.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  4. Quotes verse 6:24 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter VII)

    In like manner also, that [text] which says, "Ye cannot serve two masters," He does Himself interpret, saying, "Ye cannot serve God and mammon;" acknowledging God indeed as God, but mentioning mammon, a thing having also an existence.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  5. Quotes verse 6:12 Augustine of Hippo, Confessions (Book IX, Chapter XIII)

    … unto me, through that Medicine of our wounds who hung upon the tree, and who, sitting at Thy right hand, "maketh intercession for us." I know that she acted mercifully, and from the heart forgave her debtors their debts; do Thou also forgive her debts, whatever she contracted during so many years since the water of salvation.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)