Saltar al texto

1 Samuel · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

1 Samuel 15 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Είπε δε Σαμουήλ προς τον Σαούλ, Εμέ απέστειλεν ο Κύριος να σε χρίσω βασιλέα επί τον λαόν αυτού, επί τον Ισραήλ· τώρα λοιπόν άκουσον της φωνής των λόγων του Κυρίου. 2 Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Θέλω εκδικήσει όσα έκαμεν ο Αμαλήκ εις τον Ισραήλ, ότι αντεστάθη εις αυτόν εν τη οδώ, ότε ανέβαινεν εξ Αιγύπτου· 3 ύπαγε τώρα και πάταξον τον Αμαλήκ, και εξολόθρευσον παν ό,τι έχει και μη φεισθής αυτούς· αλλά θανάτωσον και άνδρα και γυναίκα και παιδίον και θηλάζον και βουν και πρόβατον και κάμηλον και όνον. 4 Και ο Σαούλ εκάλεσε τον λαόν και απηρίθμησεν αυτούς εν Τελαΐμ, διακοσίας χιλιάδας πεζών και δέκα χιλιάδας ανδρών Ιούδα. 5 Και ήλθεν ο Σαούλ έως της πόλεως του Αμαλήκ και ενέδρευσεν εν τη φάραγγι. 6 Και είπεν ο Σαούλ προς τους Κεναίους, Υπάγετε, αναχωρήσατε, κατάβητε εκ μέσου των Αμαληκιτών, διά να μη σας συμπεριλάβω μετ' αυτών· διότι σεις εδείξατε έλεος εις πάντας τους υιούς Ισραήλ, ότε ανέβαινον εξ Αιγύπτου. Και ανεχώρησαν οι Κεναίοι εκ μέσου των Αμαληκιτών. 7 Και επάταξεν ο Σαούλ τους Αμαληκίτας από Αβιλά έως της εισόδου Σούρ, της κατά πρόσωπον Αιγύπτου. 8 Και συνέλαβεν Αγάγ τον βασιλέα των Αμαληκιτών ζώντα, πάντα δε τον λαόν εξωλόθρευσεν εν στόματι μαχαίρας. 9 Πλην εφείσθη ο Σαούλ και ο λαός τον Αγάγ και τα καλήτερα των προβάτων και των βοών και των δευτερευόντων και των αρνίων και παντός αγαθού, και δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν αυτά· αλλά παν το ευτελές και εξουδενωμένον, εκείνο εξωλόθρευσαν. 10 Τότε έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Σαμουήλ, λέγων, 11 Μετεμελήθην ότι έκαμα τον Σαούλ βασιλέα· διότι εστράφη από όπισθέν μου και τους λόγους μου δεν εξετέλεσε. Και τούτο ελύπησε τον Σαμουήλ, και εβόησε προς τον Κύριον δι' όλης της νυκτός. 12 Και ότε εξηγέρθη ο Σαμουήλ ενωρίς διά να υπάγη εις συνάντησιν του Σαούλ το πρωΐ, ανήγγειλαν προς τον Σαμουήλ, λέγοντες, Ο Σαούλ ήλθεν εις τον Κάρμηλον, και ιδού, ανήγειρεν εις εαυτόν τρόπαιον· έπειτα εστράφη και διεπέρασε και κατέβη εις Γάλγαλα. 13 Και υπήγεν ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ· και είπεν ο Σαούλ προς αυτόν, Ευλογημένος να ήσαι παρά του Κυρίου· εξετέλεσα τον λόγον του Κυρίου. 14 Είπε δε ο Σαμουήλ, Και τις η φωνή αύτη των προβάτων εις τα ώτα μου, και η φωνή των βοών, την οποίαν ακούω; 15 Και είπεν ο Σαούλ, Εκ των Αμαληκιτών έφεραν αυτά· διότι ο λαός εφείσθη τα καλήτερα των προβάτων και των βοών, διά να θυσιάση εις Κύριον τον Θεόν σου· τα δε λοιπά εξωλοθρεύσαμεν. 16 Τότε είπεν ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ, Άφες, και θέλω απαγγείλει προς σε τι ελάλησεν ο Κύριος εις εμέ την νύκτα. Ο δε είπε προς αυτόν, Λέγε. 17 Και είπεν ο Σαμουήλ, Ενώ συ ήσο μικρός έμπροσθεν των οφθαλμών σου, δεν έγεινες η κεφαλή των φυλών του Ισραήλ, και σε έχρισεν ο Κύριος βασιλέα επί τον Ισραήλ; 18 και σε έστειλεν ο Κύριος εις την οδόν και είπεν, Ύπαγε και εξολόθρευσον τους αμαρτάνοντας εις εμέ, τους Αμαληκίτας, και πολέμησον εναντίον αυτών εωσού εξαφανίσης αυτούς· 19 διά τι λοιπόν δεν υπήκουσας της φωνής του Κυρίου, αλλ' ώρμησας επί τα λάφυρα και έπραξας το κακόν ενώπιον του Κυρίου; 20 Και είπεν ο Σαούλ προς τον Σαμουήλ, Ναι, υπήκουσα της φωνής του Κυρίου και υπήγα εις την οδόν εις την οποίαν ο Κύριος με απέστειλε και έφερα τον Αγάγ τον βασιλέα του Αμαλήκ, τους δε Αμαληκίτας εξωλόθρευσα· 21 ο λαός όμως έλαβεν εκ των λαφύρων πρόβατα και βόας, τα καλήτερα από των απηγορευμένων, διά να θυσιάση εις Κύριον τον Θεόν σου εν Γαλγάλοις. 22 Και είπεν ο Σαμουήλ, Μήπως ο Κύριος αρέσκεται εις τα ολοκαυτώματα και εις τας θυσίας, καθώς εις το να υπακούωμεν της φωνής του Κυρίου; ιδού, η υποταγή είναι καλητέρα παρά την θυσίαν· η υπακοή, παρά το πάχος των κριών· 23 διότι η απείθεια είναι καθώς το αμάρτημα της μαγείας· και το πείσμα, καθώς η ασέβεια και ειδωλολατρεία· επειδή συ απέρριψας τον λόγον του Κυρίου, διά τούτο και αυτός απέρριψε σε από του να ήσαι βασιλεύς. 24 Και είπεν ο Σαούλ προς τον Σαμουήλ, Ημάρτησα· διότι παρέβην το πρόσταγμα του Κυρίου και τους λόγους σου, φοβηθείς τον λαόν και υπακούσας εις την φωνήν αυτών· 25 τώρα λοιπόν συγχώρησον, παρακαλώ, το αμάρτημά μου και επίστρεψον μετ' εμού, διά να προσκυνήσω τον Κύριον. 26 Ο δε Σαμουήλ είπε προς τον Σαούλ, Δεν θέλω επιστρέψει μετά σού· διότι απέρριψας τον λόγον του Κυρίου, και ο Κύριος απέρριψε σε από του να ήσαι βασιλεύς επί τον Ισραήλ. 27 Και καθώς εστράφη ο Σαμουήλ διά να αναχωρήση, εκείνος επίασεν αυτόν από του κρασπέδου του ιματίου αυτού· και εξεσχίσθη. 28 Και είπε προς αυτόν ο Σαμουήλ, Εξέσχισεν η Κύριος την βασιλείαν του Ισραήλ από σου σήμερον και έδωκεν αυτήν εις τον πλησίον σου, τον καλήτερόν σου· 29 ουδέ θέλει ψευσθή ο Ισχυρός του Ισραήλ ουδέ μεταμεληθή· διότι ούτος δεν είναι άνθρωπος, ώστε να μεταμεληθή. 30 Ο δε είπεν, Ημάρτησα· αλλά τίμησόν με τώρα, παρακαλώ, έμπροσθεν των πρεσβυτέρων του λαού μου και έμπροσθεν του Ισραήλ, και επίστρεψον μετ' εμού, διά να προσκυνήσω Κύριον τον Θεόν σου. 31 Και επέστρεψεν ο Σαμουήλ κατόπιν του Σαούλ και προσεκύνησεν ο Σαούλ τον Κύριον. 32 Τότε είπεν ο Σαμουήλ, Φέρετέ μοι ενταύθα Αγάγ τον βασιλέα των Αμαληκιτών. Και ήλθε προς αυτόν ο Αγάγ χαριέντως· διότι έλεγεν ο Αγάγ, Βεβαίως η πικρία του θανάτου επέρασεν. 33 Ο δε Σαμουήλ είπε, Καθώς ητέκνωσε γυναίκας η ρομφαία σου, ούτω θέλει ατεκνωθή μεταξύ των γυναικών η μήτηρ σου. Και κατέκοψεν ο Σαμουήλ τον Αγάγ ενώπιον του Κυρίου εν Γαλγάλοις. 34 Τότε ανεχώρησεν ο Σαμουήλ εις Ραμά· ο δε Σαούλ ανέβη εις τον οίκον αυτού, εις Γαβαά Σαούλ. 35 Ο δε Σαμουήλ δεν είδε πλέον τον Σαούλ έως της ημέρας του θανάτου αυτού· επένθησεν όμως ο Σαμουήλ διά τον Σαούλ. Και ο Κύριος μετεμελήθη ότι έκαμε τον Σαούλ βασιλέα επί τον Ισραήλ.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Agag

    King of the Amalekites

    King of Amalek, whom Saul captured alive against the LORD's command to destroy everything, and whom Samuel hacked to pieces before the LORD at Gilgal.

    Citado en la guía: 1 Samuel 15:8; 1 Samuel 15:9; 1 Samuel 15:32

  • Saul

    Israel's first king

    Israel's first king, anointed by Samuel but later rejected for his disobedience to God.

    Citado en la guía: 1 Samuel 9-10; 1 Samuel 15

Referencias cruzadas (32)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 1 Samuel 9:16; 1 Samuel 12:14; 1 Crónicas 22:12–13; 1 Samuel 13:13; Salmo 2:10–11
  2. 2 Deuteronomio 25:17–19; Números 24:20; Éxodo 17:8–16; Oseas 7:2; Amós 8:7
  3. 3 Deuteronomio 20:16–18; Números 24:20; Isaías 14:21–22; 1 Samuel 22:19; Números 31:17
  4. 4 Josué 15:24; 1 Samuel 11:8; 1 Samuel 13:15
  5. 6 Jueces 1:16; Números 10:29–32; Números 24:21–22; Jueces 4:11; Éxodo 18:19
  6. 7 Génesis 25:18; Génesis 16:7; 1 Samuel 14:48; 1 Samuel 27:8; Génesis 2:11
  7. 8 1 Samuel 30:1; Números 24:7; Ester 3:1; 1 Reyes 20:34–42; Josué 11:12
  8. 9 1 Samuel 15:15; 1 Samuel 15:19; 1 Samuel 15:3; Josué 7:21; 2 Samuel 6:13
  9. 11 1 Samuel 13:13; Génesis 6:6; Salmo 119:136; 2 Samuel 24:16; Jeremías 9:18
  10. 12 Josué 15:55; 1 Samuel 25:2; 2 Samuel 18:18; 1 Reyes 18:42; Josué 4:8–9
  11. 13 Jueces 17:2; Rut 3:10; Proverbios 28:13; Proverbios 30:13; Lucas 18:11
  12. 14 Salmo 36:2; Jeremías 2:22–23; Romanos 3:19; Malaquías 3:13–15; Jeremías 2:18–19
  13. 15 1 Samuel 15:9; 1 Samuel 15:21; Éxodo 32:22–23; Génesis 3:12–13; Proverbios 28:13
  14. 16 1 Samuel 9:27; 1 Reyes 22:16; 1 Samuel 12:7
  15. 17 1 Samuel 15:1–3; 1 Samuel 9:21; 1 Samuel 10:22; 1 Samuel 10:1; Mateo 18:4
  16. 18 Génesis 15:16; Job 31:3; Génesis 13:13; Números 16:38; Proverbios 10:29
  17. 19 1 Samuel 14:32; 2 Crónicas 33:6; 2 Crónicas 36:12; Jeremías 7:11; Habacuc 2:9–12
  18. 20 1 Samuel 15:13; Mateo 19:20; Romanos 10:3; Job 34:5; Job 35:2
  19. 21 1 Samuel 15:15; Éxodo 32:22–23; Génesis 3:13
  20. 22 Oseas 6:6; Salmo 51:16–17; Proverbios 21:3; Amós 5:21–24; Marcos 12:33
  21. 23 Jeremías 28:16; 1 Samuel 13:14; Levítico 20:6; Gálatas 5:20; 2 Corintios 6:16
  22. 24 2 Samuel 12:13; Isaías 51:12–13; Proverbios 29:25; Gálatas 1:10; Números 22:34
  23. 25 Éxodo 10:17
  24. 26 Oseas 4:6; 1 Samuel 13:14; 1 Samuel 16:1; Jeremías 6:19; 1 Samuel 15:23
  25. 27 1 Reyes 11:30–31
  26. 28 1 Samuel 28:17–18; Hechos 13:22; Romanos 13:1; 1 Samuel 2:7–8; Daniel 4:17
  27. 29 Números 23:19; Ezequiel 24:14; Tito 1:2; Hebreos 6:18; 2 Timoteo 2:13
  28. 30 Juan 12:43; Juan 5:44; Isaías 29:13; 2 Timoteo 3:5; Lucas 18:9–14
  29. 32 Jeremías 48:44; Apocalipsis 18:7; 1 Tesalonicenses 5:3
  30. 33 Jueces 1:7; Génesis 9:6; Mateo 7:2; Apocalipsis 18:6; Santiago 2:13
  31. 34 1 Samuel 11:4; 1 Samuel 7:17
  32. 35 1 Samuel 19:24; 1 Samuel 15:11; 1 Samuel 16:1; Jeremías 9:1–2; Génesis 6:6

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 15:22 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Chapter XVII)

    Behold, a ready obedience is better than sacrifice, and to hearken than the fat of rams." David also says: "Sacrifice and oblation Thou didst not desire, but mine ears hast Thou perfected; burnt-offerings also for sin Thou hast not required." He thus teaches them that God desires obedience, which renders them secure, rather than sacrifices and holocausts, which avail them …

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Cita 15:23 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVII, Chapters 7–8)

    Again Saul sinned through disobedience, and again Samuel says to him in the word of the Lord, "Because thou hast despised the word of the Lord, the Lord hath despised thee, that thou mayest not be king over Israel." And again for the same sin, when Saul confessed it, and prayed for pardon, and besought Samuel to return with him …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Cita 15:26–29 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVII, Chapters 7–8)

    And He will not be changed, neither will He repent: for He is not as a man, that He should repent; who threatens and does not persist." He to whom it is said, "The Lord will despise thee that thou mayest not be king over Israel," and "The Lord hath rent the kingdom from Israel out of thine hand this …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)