Saltar al texto

Éxodo · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Éxodo 32 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και ιδών ο λαός ότι εβράδυνεν ο Μωϋσής να καταβή εκ του όρους, συνήχθη ο λαός επί τον Ααρών και έλεγον προς αυτόν, Σηκώθητι, κάμε εις ημάς θεούς, οίτινες να προπορεύωνται ημών· διότι ούτος ο Μωϋσής, ο άνθρωπος όστις εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου, δεν εξεύρομεν τι απέγεινεν αυτός. 2 Και είπε προς αυτούς ο Ααρών, Αφαιρέσατε τα χρυσά ενώτια, τα οποία είναι εις τα ώτα των γυναικών σας, των υιών σας και των θυγατέρων σας, και φέρετε προς εμέ. 3 Και αφήρεσε πας ο λαός τα χρυσά ενώτια, τα οποία ήσαν εις τα ώτα αυτών, και έφεραν προς τον Ααρών. 4 Και λαβών εκ των χειρών αυτών, διεμόρφωσεν αυτό με εργαλείον εγχαρακτικόν, και έκαμεν αυτό μόσχον χωνευτόν· οι δε είπον, Ούτοι είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, οίτινες σε ανεβίβασαν εκ γης Αιγύπτου. 5 Και ότε είδε τούτο ο Ααρών, ωκοδόμησε θυσιαστήριον έμπροσθεν αυτού· και εκήρυξεν ο Ααρών, λέγων, Αύριον είναι εορτή εις τον Κύριον. 6 Και σηκωθέντες ενωρίς την επαύριον, προσέφεραν ολοκαυτώματα και έφεραν ειρηνικάς προσφοράς· και εκάθισεν ο λαός να φάγη και να πίη, και εσηκώθησαν να παίζωσι. 7 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Ύπαγε, κατάβηθι διότι ηνόμησεν ο λαός σου, τον οποίον εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου· 8 εξετράπησαν ταχέως εκ της οδού την οποίαν προσέταξα εις αυτούς· έκαμαν εις εαυτούς μόσχον χωνευτόν και προσεκύνησαν αυτόν και εθυσίασαν εις αυτόν και είπον, Ούτοι είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, οίτινες σε ανεβίβασαν εκ γης Αιγύπτου. 9 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, είδον τον λαόν τούτον, και ιδού, είναι λαός σκληροτράχηλος· 10 τώρα λοιπόν, άφες με, και θέλει εξαφθή η οργή μου εναντίον αυτών και θέλω εξολοθρεύσει αυτούς· και θέλω σε καταστήσει έθνος μέγα. 11 Και ικέτευσεν ο Μωϋσής Κύριον τον Θεόν αυτού και είπε, Διά τι, Κύριε, εξάπτεται η οργή σου εναντίον του λαού σου, τον οποίον εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου μετά μεγάλης δυνάμεως και κραταιάς χειρός; 12 διά τι να είπωσιν οι Αιγύπτιοι, λέγοντες, Με πονηρίαν εξήγαγεν αυτούς, διά να θανατώση αυτούς εις τα όρη και να εξολοθρεύση αυτούς από προσώπου της γης; επίστρεψον από της εξάψεως της οργής σου και μεταμελήθητι περί του κακού του προς τον λαόν σου· 13 ενθυμήθητι τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ισραήλ, τους δούλους σου, προς τους οποίους ώμοσας επί σεαυτόν και είπας προς αυτούς, Θέλω πληθύνει το σπέρμα σας ως τα άστρα του ουρανού· και πάσαν την γην ταύτην περί της οποίας ελάλησα, θέλω δώσει εις το σπέρμα σας, και θέλουσι κληρονομήσει αυτήν διαπαντός. 14 Και μετεμελήθη ο Κύριος περί του κακού, το οποίον είπε να κάμη κατά του λαού αυτού. 15 Και στραφείς ο Μωϋσής κατέβη εκ του όρους, και αι δύο πλάκες του μαρτυρίου ήσαν εν ταις χερσίν αυτού· πλάκες γεγραμμέναι εξ αμφοτέρων των μερών· εκ του ενός μέρους και εκ του άλλου ήσαν γεγραμμέναι. 16 Και αι πλάκες ήσαν έργον Θεού και η γραφή ήτο γραφή Θεού εγκεχαραγμένη επί τας πλάκας. 17 Και ακούσας ο Ιησούς τον θόρυβον του λαού αλαλάζοντος, είπε προς τον Μωϋσήν, Θόρυβος πολέμου είναι εν τω στρατοπέδω. 18 Ο δε είπε, Δεν είναι φωνή αλαλαζόντων διά νίκην ουδέ φωνή βοώντων διά ήτταν· φωνήν αδόντων εγώ ακούω. 19 Καθώς δε επλησίασεν εις το στρατόπεδον, είδε τον μόσχον και χορούς· και εξήφθη ο θυμός του Μωϋσέως, και έρριψε τας πλάκας από των χειρών αυτού και συνέτριψεν αυτάς υπό το όρος· 20 και λαβών τον μόσχον, τον οποίον είχον κάμει, κατέκαυσεν εν πυρί, και συντρίψας εωσού ελεπτύνθη, έσπειρεν επί το ύδωρ και επότισε τους υιούς Ισραήλ. 21 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Ααρών, Τι έκαμεν εις σε ο λαός ούτος, ώστε επέφερες επ' αυτούς αμαρτίαν μεγάλην; 22 Και είπεν ο Ααρών, Ας μη εξάπτηται ο θυμός του κυρίου μου· συ γνωρίζεις τον λαόν, ότι έγκειται εις την κακίαν· 23 διότι είπον προς εμέ, Κάμε εις ημάς θεούς, οίτινες να προπορεύωνται ημών· διότι ούτος ο Μωϋσής, ο άνθρωπος όστις εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου, δεν εξεύρομεν τι απέγεινεν αυτός· 24 και είπα προς αυτούς, Όστις έχει χρυσίον, ας αφαιρέσωσιν αυτό· και έδωκαν εις εμέ· τότε έρριψα αυτό εις το πυρ, και εξήλθεν ο μόσχος ούτος. 25 Και ιδών ο Μωϋσής τον λαόν ότι ήτο αχαλίνωτος, διότι ο Ααρών είχε αφήσει αυτούς αχαλινώτους προς καταισχύνην, μεταξύ των εχθρών αυτών, 26 εστάθη ο Μωϋσής παρά την πύλην του στρατοπέδου και είπεν, Όστις είναι του Κυρίου, ας έλθη προς εμέ. Και συνήχθησαν προς αυτόν πάντες οι υιοί του Λευΐ. 27 Και είπε προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ας βάλη έκαστος την ρομφαίαν αυτού επί τον μηρόν αυτού· και διέλθετε και εξέλθετε από πύλης εις πύλην διά του στρατοπέδου, και ας θανατώση έκαστος τον αδελφόν αυτού και έκαστος τον φίλον αυτού και έκαστος τον πλησίον αυτού. 28 Και έκαμον οι υιοί του Λευΐ κατά τον λόγον του Μωϋσέως· και έπεσαν εκ του λαού εκείνην την ημέραν περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες. 29 διότι είπεν ο Μωϋσής, Καθιερώσατε εαυτούς σήμερον εις τον Κύριον, έκαστος επί τον υιόν αυτού και έκαστος επί τον αδελφόν αυτού, διά να δοθή εις εσάς ευλογία σήμερον. 30 Και την επαύριον είπεν ο Μωϋσής προς τον λαόν, Σεις ημαρτήσατε αμαρτίαν μεγάλην· και τώρα θέλω αναβή προς τον Κύριον· ίσως κάμω εξιλέωσιν διά την αμαρτίαν σας. 31 Και επέστρεψεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον και είπε, Δέομαι· ούτος ο λαός ημάρτησεν αμαρτίαν μεγάλην και έκαμον εις εαυτούς θεούς χρυσούς· 32 πλην τώρα, εάν συγχωρήσης την αμαρτίαν αυτών· ει δε μη, εξάλειψόν με, δέομαι, εκ της βίβλου σου, την οποίαν έγραψας. 33 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Όστις ημάρτησεν εναντίον εμού, τούτον θέλω εξαλείψει εκ της βίβλου μου· 34 όθεν τώρα ύπαγε, οδήγησον τον λαόν εις τον τόπον περί του οποίου σε είπα· ιδού, ο άγγελός μου θέλει προπορεύεσθαι έμπροσθέν σου' αλλ' όμως εν τη ημέρα της ανταποδώσεώς μου θέλω ανταποδώσει την αμαρτίαν αυτών επ' αυτούς. 35 Και επάταξε Κύριος τον λαόν, διά την κατασκευήν του μόσχου τον οποίον κατεσκεύασεν ο Ααρών.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Aaron

    First high priest

    Moses' brother and spokesman, Israel's first high priest.

    Citado en la guía: Exodus 4–40; Leviticus 8–10

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Citado en la guía: Exodus 2–Deuteronomy 34

Referencias cruzadas (35)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Hechos 7:40; Deuteronomio 9:9; Mateo 24:48; Éxodo 24:18; 2 Pedro 3:4
  2. 2 Jueces 8:24–27; Éxodo 12:35–36; Ezequiel 16:11–12; Ezequiel 16:17; Oseas 2:8
  3. 3 Isaías 40:19–20; Jeremías 10:9; Isaías 46:6; Jueces 17:3–4
  4. 4 Nehemías 9:18; Deuteronomio 9:16; 1 Reyes 12:28; Hechos 7:41; Éxodo 32:8
  5. 5 2 Reyes 10:20; Levítico 23:37; Levítico 23:2; 2 Crónicas 30:5; Oseas 8:11
  6. 6 1 Corintios 10:7; Números 25:2; Hechos 7:41–42; Éxodo 32:17–19; Amós 8:10
  7. 7 Éxodo 32:11; Oseas 9:9; Éxodo 19:24; Génesis 6:11–12; Deuteronomio 9:12
  8. 8 1 Reyes 12:28; Éxodo 20:3–4; Éxodo 20:23; Deuteronomio 9:16; Éxodo 22:20
  9. 9 Hechos 7:51; Isaías 48:4; Deuteronomio 9:13; Éxodo 33:3; Éxodo 33:5
  10. 10 Deuteronomio 9:14; Números 14:12; Deuteronomio 9:19; Números 16:45–48; Éxodo 22:24
  11. 11 Deuteronomio 9:18–20; Deuteronomio 9:26–29; Salmo 106:23; Números 16:22; Números 11:11
  12. 12 Números 14:13–16; Deuteronomio 9:28; Éxodo 32:14; Josué 7:9; Génesis 6:6
  13. 13 Hebreos 6:13; Génesis 22:16; Génesis 12:7; Génesis 15:18; Génesis 15:5
  14. 14 Jonás 3:10; Jeremías 26:13; Salmo 106:45; 1 Crónicas 21:15; Jeremías 18:8
  15. 15 Deuteronomio 9:15; Deuteronomio 5:22; Éxodo 40:20; Éxodo 24:18; Salmo 19:7
  16. 16 Éxodo 31:18; Hebreos 8:10; 2 Corintios 3:3; Deuteronomio 10:1; Deuteronomio 9:9–11
  17. 17 Éxodo 24:13; Éxodo 17:9; 1 Samuel 4:5–6; Josué 6:16; 1 Samuel 17:20
  18. 18 Daniel 5:4; Éxodo 15:1–18; Daniel 5:23
  19. 19 Deuteronomio 9:16–17; 2 Samuel 6:14; Deuteronomio 27:26; Efesios 4:26; Éxodo 32:4–6
  20. 20 Deuteronomio 9:21; 2 Reyes 23:6; Deuteronomio 7:25; Proverbios 14:14; Deuteronomio 7:5
  21. 21 Génesis 20:9; Josué 7:19–26; 1 Reyes 14:16; 2 Reyes 21:9–11; Deuteronomio 13:6–8
  22. 22 Deuteronomio 9:24; Éxodo 14:11; Éxodo 15:24; 1 Samuel 15:24; Salmo 36:4
  23. 23 Éxodo 32:1–4; Éxodo 32:8
  24. 24 Éxodo 32:4; Génesis 3:12–13; Lucas 10:29; Romanos 3:10
  25. 25 Isaías 47:3; Miqueas 1:11; Apocalipsis 16:15; Oseas 2:3; Ezequiel 16:63
  26. 26 2 Reyes 9:32; Mateo 12:30; Josué 5:13; 2 Samuel 20:11
  27. 27 Números 25:5; Lucas 14:26; Deuteronomio 33:8–9; Números 25:7–12; Éxodo 32:29
  28. 28 Deuteronomio 33:9; Números 16:41; Números 16:32–35; Malaquías 2:4–6; 1 Corintios 10:8
  29. 29 Números 25:11–13; Mateo 10:37; Zacarías 13:3; Deuteronomio 13:6–11; Proverbios 21:3
  30. 30 1 Samuel 12:20; Números 25:13; 1 Samuel 12:23; Éxodo 32:31–32; Amós 5:15
  31. 31 Éxodo 20:23; Daniel 9:11; Éxodo 32:30; Daniel 9:8; Deuteronomio 9:18–19
  32. 32 Salmo 69:28; Romanos 9:3; Apocalipsis 21:27; Filipenses 4:3; Daniel 12:1
  33. 33 Ezequiel 18:4; Deuteronomio 29:20; Apocalipsis 20:12; Salmo 69:28; Levítico 23:30
  34. 34 Éxodo 23:20; Deuteronomio 32:35; Éxodo 33:14–15; Éxodo 3:17; Mateo 23:35
  35. 35 2 Samuel 12:9–10; Hechos 7:41; Éxodo 32:4; Mateo 27:3–7; Éxodo 32:25

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 32:7 Clement of Rome, First Epistle to the Corinthians (Chapters LIII–LVIII)

    They have speedily departed from the way in which I commanded them to walk, and have made to themselves molten images." And the Lord said unto him, "I have spoken to thee once and again, saying, I have seen this people, and, behold, it is a stiff-necked people: let Me destroy them, and blot out their name from under heaven; …

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Cita 32:6 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Chapters XXV–XXVI)

    These things were for our example (in figuram nostri), to the intent that we should not lust after evil things, as they also lusted; neither be ye idolaters, as were some of them, as it is written: The people sat down to eat and drink, and rose up to play.

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Cita 32:32 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XXXVIII)

    "Lord," he says, "if Thou wilt forgive their sin, forgive; but if not, blot me out of Thy book which Thou hast written." With what a father's and mother's fondness, yet with what assurance said he this, as he considered at once the justice and the mercy of God; that in that He is just, He would not destroy the …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  4. Cita 32:6 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily VI)

    "The people," it is said, "sat down to eat and drink, and rose up to play." Such were they at Sodom, such were they at the time of the deluge.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Cita 32:9 Clement of Rome, First Epistle to the Corinthians (Chapters LIII–LVIII)

    … once and again, saying, I have seen this people, and, behold, it is a stiff-necked people: let Me destroy them, and blot out their name from under heaven; and I will make thee a great and wonderful nation, and one much more numerous than this." But Moses said, "Far be it from Thee, Lord: pardon the sin of this people; …

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)