Saltar al texto

Éxodo · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Éxodo 16 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Εσηκώθησαν δε από Αιλείμ· και ήλθον πάσα η συναγωγή των υιών Ισραήλ εις την έρημον Σιν, την μεταξύ Αιλείμ και Σινά, την δεκάτην πέμπτην ημέραν του δευτέρου μηνός αφού εξήλθον εκ γης Αιγύπτου. 2 Και εγόγγυζε πάσα η συναγωγή των υιών Ισραήλ κατά του Μωϋσέως και κατά του Ααρών εν τη ερήμω. 3 Και είπον προς αυτούς οι υιοί Ισραήλ, Είθε να απεθνήσκομεν υπό της χειρός του Κυρίου εν τη γη της Αιγύπτου, ότε εκαθήμεθα πλησίον των λεβήτων του κρέατος και ότε ετρώγομεν άρτον εις χορτασμόν· διότι εξηγάγετε ημάς εις την έρημον ταύτην, διά να θανατώσητε με την πείναν πάσαν την συναγωγήν ταύτην. 4 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Ιδού, θέλω βρέξει εις εσάς άρτον εξ ουρανού· και θέλει εξέρχεσθαι ο λαός και συνάγει καθ' ημέραν το αρκούν της ημέρας, διά να δοκιμάσω αυτούς, αν θέλωσι περιπατεί εις τον νόμον μου ή ουχί· 5 την δε έκτην ημέραν ας ετοιμάζωσιν εκείνο το οποίον ήθελον εισαγάγει, και ας ήναι διπλάσιον του όσον συνάγουσι καθ' ημέραν. 6 Και είπον ο Μωϋσής και ο Ααρών προς πάντας τους υιούς Ισραήλ, Το εσπέρας θέλετε γνωρίσει ότι ο Κύριος εξήγαγεν υμάς εκ γης Αιγύπτου· 7 και το πρωΐ θέλετε ιδεί την δόξαν του Κυρίου, διότι ήκουσε τους γογγυσμούς σας εναντίον του Κυρίου· επειδή ημείς τι είμεθα, ώστε να γογγύζητε καθ' ημών; 8 Και είπεν ο Μωϋσής, Τούτο θέλει γείνει, όταν ο Κύριος δώση εις εσάς το εσπέρας κρέας να φάγητε και το πρωΐ άρτον εις χορτασμόν· διότι ήκουσε Κύριος τους γογγυσμούς σας τους οποίους γογγύζετε κατ' αυτού· και τι είμεθα ημείς; οι γογγυσμοί σας δεν είναι καθ' ημών, αλλά κατά του Κυρίου. 9 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Ααρών, Ειπέ προς πάσαν την συναγωγήν των υιών Ισραήλ, Πλησιάσατε έμπροσθεν του Κυρίου· διότι ήκουσε τους γογγυσμούς σας. 10 Και ενώ ελάλει ο Ααρών προς πάσαν την συναγωγήν των υιών Ισραήλ, έστρεψαν το πρόσωπον προς την έρημον, και ιδού, η δόξα του Κυρίου εφάνη εν τη νεφέλη. 11 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων, 12 Ήκουσα τους γογγυσμούς των υιών Ισραήλ· λάλησον προς αυτούς, λέγων, Το εσπέρας θέλετε φάγει κρέας, και το πρωΐ θέλετε χορτασθή από άρτου, και θέλετε γνωρίσει ότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας. 13 Και το εσπέρας ανέβησαν ορτύκια και εσκέπασαν το στρατόπεδον· και το πρωΐ καθ' όλα τα πέριξ του στρατοπέδου ήτο στρώμα δρόσου. 14 Και αφού το στρώμα της δρόσου ανέβη, ιδού, επί το πρόσωπον της ερήμου ήτο λεπτόν τι στρογγύλον, λεπτόν ως πάχνη επί της γης. 15 Και ότε είδον οι υιοί Ισραήλ, είπον προς αλλήλους, Τι είναι τούτο; διότι δεν ήξευρον τι ήτο. Και ο Μωϋσής είπε προς αυτούς, Ούτος είναι ο άρτος, τον οποίον ο Κύριος σας δίδει διά να φάγητε· 16 ούτος είναι ο λόγος τον οποίον προσέταξεν ο Κύριος, Συνάξατε εξ αυτού έκαστος όσον χρειάζεται διά να φάγη, εν γομόρ κατά κεφαλήν, κατά τον αριθμόν των ψυχών σας· λάβετε έκαστος διά τους ομοσκήνους αυτού. 17 Και έκαμον ούτως οι υιοί Ισραήλ, και συνήγαγον άλλος πολύ και άλλος ολίγον. 18 Και ότε εμέτρησαν με το γομόρ, όστις είχε συνάξει πολύ, δεν ελάμβανε πλειότερον· και όστις είχε συνάξει ολίγον, δεν ελάμβανεν ολιγώτερον· έκαστος ελάμβανεν όσον εχρειάζετο εις αυτόν διά τροφήν. 19 είπε δε προς αυτούς ο Μωϋσής, Ας μη αφίνη εξ αυτού μηδείς υπόλοιπον έως πρωΐ. 20 Πλην δεν υπήκουσαν εις τον Μωϋσήν· αλλά αφήκαν τινές υπόλοιπον εξ αυτού έως πρωΐ, και εγέννησε σκώληκας και εβρώμησε· και εθυμώθη εναντίον αυτών ο Μωϋσής. 21 Και συνήγον αυτό καθ' εκάστην πρωΐαν, έκαστος όσον εχρειάζετο διά τροφήν αυτού· και ότε ο ήλιος εθέρμαινε, διελύετο. 22 Την δε έκτην ημέραν συνήγαγον τροφήν διπλασίαν, δύο γομόρ δι' ένα· και ήλθον πάντες οι άρχοντες της συναγωγής και ανήγγειλαν τούτο προς τον Μωϋσήν. 23 Ο δε είπε προς αυτούς, Τούτο είναι το οποίον είπε Κύριος· Αύριον είναι σάββατον, ανάπαυσις αγία εις τον Κύριον· ψήσατε ό,τι έχετε να ψήσητε και βράσατε ό,τι έχετε να βράσητε· και παν το περισσεύον εναποταμιεύσατε εις εαυτούς διά να φυλάττηται έως πρωΐ. 24 Και εναπεταμίευσαν αυτό έως πρωΐ, καθώς προσέταξεν ο Μωϋσής· και δεν εβρώμησεν ουδέ έγεινε σκώληξ εν αυτώ. 25 Και είπεν ο Μωϋσής, Φάγετε αυτό σήμερον· διότι σήμερον είναι σάββατον εις τον Κύριον· σήμερον δεν θέλετε ευρεί αυτό εν τη πεδιάδι· 26 εξ ημέρας θέλετε συνάγει αυτό· εν τη εβδόμη όμως ημέρα, τω σαββάτω, εν ταύτη δεν θέλει ευρίσκεσθαι. 27 Τινές δε εκ του λαού εξήλθον την εβδόμην ημέραν διά να συνάξωσι, πλην δεν εύρον. 28 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Έως πότε δεν θέλετε να φυλάττητε τας εντολάς μου και τους νόμους μου; 29 ίδετε ότι ο Κύριος έδωκεν εις εσάς το σάββατον, διά τούτο την έκτην ημέραν σας δίδει άρτον δύο ημερών· καθίσατε έκαστος εις τον τόπον αυτού· ας μη εξέρχεται μηδείς εκ του τόπου αυτού την εβδόμην ημέραν. 30 Και έκαμε κατάπαυσιν ο λαός την εβδόμην ημέραν. 31 Και εκάλεσεν ο οίκος του Ισραήλ το όνομα αυτού Μάν· ήτο δε όμοιον με σπόρον κοριάνδρου λευκόν· και η γεύσις αυτού ως πλακούντιον με μέλι. 32 Και είπεν ο Μωϋσής, Ούτος είναι ο λόγος τον οποίον προσέταξεν ο Κύριος· Γεμίσατε εξ αυτού εν γομόρ, διά να φυλάττηται εις τας γενεάς σας, διά να βλέπωσι τον άρτον με τον οποίον έθρεψα υμάς εν τη ερήμω, αφού εξήγαγον υμάς εκ γης Αιγύπτου. 33 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Ααρών, Λάβε μίαν στάμνον, και βάλε εν αυτή εν γομόρ πλήρες από μάννα, και θες αυτήν έμπροσθεν του Κυρίου, διά να φυλάττηται εις τας γενεάς σας. 34 Και έθεσεν αυτήν ο Ααρών έμπροσθεν του Μαρτυρίου, διά να φυλάττηται, καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν. 35 Και έτρωγον οι υιοί Ισραήλ το μάννα τεσσαράκοντα έτη, εωσού ήλθον εις γην κατοικουμένην· έτρωγον το μάννα, εωσού ήλθον εις τα όρια της γης Χαναάν. 36 Το δε γομόρ είναι το δέκατον του εφά.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Aaron

    First high priest

    Moses' brother and spokesman, Israel's first high priest.

    Citado en la guía: Exodus 4–40; Leviticus 8–10

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Citado en la guía: Exodus 2–Deuteronomy 34

Referencias cruzadas (34)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Números 33:10–12; Éxodo 15:27; Éxodo 17:1
  2. 2 1 Corintios 10:10; Éxodo 15:24; Salmo 106:7; Salmo 106:25; Salmo 106:13
  3. 3 Números 11:4–5; Números 20:3–5; Éxodo 17:3; Lamentaciones 4:9; Deuteronomio 28:67
  4. 4 1 Corintios 10:3; Salmo 105:40; Deuteronomio 8:2; Salmo 78:24–25; Deuteronomio 8:16
  5. 5 Éxodo 16:22–23; Levítico 25:21–22; Éxodo 35:2–3
  6. 6 Éxodo 6:7; Números 16:30; Números 16:28; Éxodo 16:12–13; Éxodo 12:51
  7. 7 Isaías 40:5; Juan 11:40; Números 16:11; Isaías 35:2; Juan 11:4
  8. 8 Romanos 13:2; 1 Samuel 8:7; Lucas 10:16; Números 14:27; 1 Tesalonicenses 4:8
  9. 9 Números 16:16; Éxodo 16:8; Éxodo 16:2
  10. 10 Éxodo 16:7; Números 16:19; Números 16:42; Levítico 9:6; Éxodo 13:21–22
  11. 12 Joel 3:17; Éxodo 16:7–8; Éxodo 6:7; Ezequiel 39:22; Ezequiel 34:30
  12. 13 Números 11:9; Salmo 78:27–28; Salmo 105:40; Números 11:31–33
  13. 14 Deuteronomio 8:3; Nehemías 9:15; Salmo 105:40; Salmo 78:24; Números 11:7–9
  14. 15 Éxodo 16:4; Juan 6:58; Juan 6:31–32; Éxodo 16:31; 1 Corintios 10:3
  15. 16 Éxodo 16:36; Éxodo 16:18; Éxodo 16:32–33
  16. 18 2 Corintios 8:14–15
  17. 19 Éxodo 12:10; Éxodo 23:18; Mateo 6:34; Éxodo 16:23
  18. 20 Marcos 10:14; Santiago 5:2–3; Hebreos 13:5; Marcos 3:5; Lucas 12:33
  19. 21 Juan 12:35; Eclesiastés 12:1; Mateo 6:33; 2 Corintios 6:2; Eclesiastés 9:10
  20. 22 Éxodo 16:5; Éxodo 16:16; Levítico 25:22; Éxodo 34:31; Levítico 25:12
  21. 23 Levítico 23:3; Éxodo 20:8–11; Éxodo 31:15; Éxodo 35:2–3; Génesis 2:2–3
  22. 24 Éxodo 16:20; Éxodo 16:33
  23. 25 Éxodo 16:23; Éxodo 16:29; Nehemías 9:14
  24. 26 Éxodo 20:9–11; Ezequiel 46:1; Deuteronomio 5:13; Lucas 13:14
  25. 27 Proverbios 20:4
  26. 28 Salmo 78:10; 2 Reyes 17:14; Salmo 106:13; Ezequiel 20:13; Números 14:11
  27. 29 Éxodo 31:13; Isaías 58:13–14; Ezequiel 20:12; Lucas 23:56; Nehemías 9:14
  28. 30 Deuteronomio 5:12–14; Hebreos 4:9; Levítico 23:3
  29. 31 Números 11:6–9; Cantar de los Cantares 2:3; Éxodo 16:15
  30. 32 Salmo 105:5; Lucas 22:19; Salmo 111:4–5; Hebreos 2:1; Salmo 103:1–2
  31. 33 Hebreos 9:4
  32. 34 Éxodo 25:16; Éxodo 25:21; Éxodo 27:21; Números 17:10; Éxodo 40:20
  33. 35 Nehemías 9:20–21; Josué 5:12; Juan 6:30–58; Deuteronomio 8:2–3; Deuteronomio 1:8
  34. 36 Éxodo 16:16; Éxodo 16:32–33

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 16:3 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LXXVIII)

    Unto Whom saith the heart of the faithful, I will be filled, not with the flesh-pots of the Egyptians, nor with melons and gourds, and garlick and onions, which a generation crooked and embittering did prefer even to bread celestial, nor with visible manna, and those same winged fowls; but, "I will be filled, when Thy glory shall be made …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)

  2. Cita 16:13–35 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm XCIV)

    … is no profit:" if the heathen forsook their idols, to come to the God of Israel; ought Israel whom their own God led from Egypt through the Red Sea, wherein He overwhelmed their pursuing foes; whom He led out into the wilderness, fed with manna, never took His rod from correcting them, never deprived them of the blessings of His …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)