Skip to the text

2 Chronicles · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Chronicles 10 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και υπήγεν ο Ροβοάμ εις Συχέμ· διότι ήρχετο πας ο Ισραήλ εις Συχέμ διά να κάμη αυτόν βασιλέα. 2 Και ως ήκουσε τούτο Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, όστις ήτο εν Αιγύπτω, όπου είχε φύγει από προσώπου Σολομώντος του βασιλέως, επέστρεψεν ο Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου, 3 διότι απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν. Τότε ήλθον ο Ιεροβοάμ και πας ο Ισραήλ, και ελάλησαν προς τον Ροβοάμ, λέγοντες, 4 Ο πατήρ σου εσκλήρυνε τον ζυγόν ημών· τώρα λοιπόν την δουλείαν την σκληράν του πατρός σου και τον ζυγόν αυτού τον βαρύν, τον οποίον επέβαλεν εφ' ημάς, ελάφρωσον συ, και θέλομεν σοι δουλεύει. 5 Ο δε είπε προς αυτούς, Επανέλθετε προς εμέ μετά τρεις ημέρας. Και ανεχώρησεν ο λαός. 6 Και συνεβουλεύθη ο βασιλεύς Ροβοάμ τους πρεσβυτέρους, οίτινες παρίσταντο ενώπιον Σολομώντος του πατρός αυτού έτι ζώντος, λέγων, Τι με συμβουλεύετε σεις να αποκριθώ προς τον λαόν τούτον; 7 Και ελάλησαν προς αυτόν, λέγοντες, Εάν φερθής ευμενώς προς τον λαόν τούτον και ευαρεστήσης εις αυτούς, και λαλήσης προς αυτούς αγαθούς λόγους, τότε θέλουσιν είσθαι δούλοί σου διά παντός. 8 Απέρριψεν όμως την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, την οποίαν έδωκαν εις αυτόν, και συνεβουλεύθη τους νέους τους συνανατραφέντας μετ' αυτού, τους παρισταμένους ενώπιον αυτού. 9 Και είπε προς αυτούς, Τι με συμβουλεύετε σεις να αποκριθώμεν προς τον λαόν τούτον, όστις ελάλησε προς εμέ, λέγων, Ελάφρωσον τον ζυγόν τον οποίον ο πατήρ σου επέβαλεν εφ' ημάς; 10 Και ελάλησαν προς αυτόν οι νέοι οι συνανατραφέντες μετ' αυτού, λέγοντες, Ούτω θέλεις λαλήσει προς τον λαόν, όστις ελάλησε προς σε, λέγων, Ο πατήρ σου εβάρυνε τον ζυγόν ημών, αλλά συ ελάφρωσον αυτόν εις ημάς· ούτω θέλεις λαλήσει προς αυτούς· Ο μικρός μου δάκτυλος θέλει είσθαι παχύτερος της οσφύος του πατρός μου· 11 τώρα λοιπόν ο μεν πατήρ μου επεφόρτισεν εις εσάς ζυγόν βαρύν, εγώ δε θέλω κάμει βαρύτερον τον ζυγόν σας· ο πατήρ μου σας επαίδευσε με μάστιγας, εγώ δε θέλω σας παιδεύσει με σκορπίους. 12 Και ήλθεν ο Ιεροβοάμ και πας ο λαός προς τον Ροβοάμ την τρίτην ημέραν, ως είχε λαλήσει ο βασιλεύς, λέγων, Επανέλθετε προς εμέ την τρίτην ημέραν. 13 Και απεκρίθη ο βασιλεύς προς αυτούς σκληρώς· και εγκατέλιπεν ο βασιλεύς Ροβοάμ την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, 14 και ελάλησε προς αυτούς κατά την συμβουλήν των νέων, λέγων, Ο πατήρ μου εβάρυνε τον ζυγόν σας, αλλ' εγώ θέλω κάμει αυτόν βαρύτερον· ο πατήρ μου σας επαίδευσε με μάστιγας, αλλ' εγώ θέλω σας παιδεύσει με σκορπίους. 15 Και δεν εισήκουσεν ο βασιλεύς εις τον λαόν· διότι το πράγμα έγεινε παρά του Θεού, διά να εκτελέση ο Κύριος τον λόγον αυτού, τον οποίον ελάλησε διά του Αχιά του Σηλωνίτου προς Ιεροβοάμ τον υιόν του Ναβάτ. 16 Και ιδών πας ο Ισραήλ ότι ο βασιλεύς δεν εισήκουσεν εις αυτούς, απεκρίθη ο λαός προς τον βασιλέα, λέγων, Τι μέρος έχομεν ημείς εις τον Δαβίδ; ουδεμίαν κληρονομίαν έχομεν εις τον υιόν του Ιεσσαί· εις τας σκηνάς σου έκαστος, Ισραήλ· πρόβλεψον τώρα, Δαβίδ, περί του οίκου σου. Και ανεχώρησε πας ο Ισραήλ εις τας σκηνάς αυτού. 17 Περί δε των υιών Ισραήλ των κατοικούντων εν ταις πόλεσιν Ιούδα, ο Ροβοάμ εβασίλευσεν επ' αυτούς. 18 Και απέστειλεν ο βασιλεύς Ροβοάμ τον Αδωράμ, τον επί των φόρων· και ελιθοβόλησαν αυτόν οι υιοί Ισραήλ με λίθους, και απέθανεν. Όθεν έσπευσεν ο βασιλεύς Ροβοάμ να αναβή εις την άμαξαν, διά να φύγη εις Ιερουσαλήμ. 19 Ούτως απεστάτησεν ο Ισραήλ από του οίκου του Δαβίδ, έως της ημέρας ταύτης.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Adoram

    Over the forced labor

    Listed in David's administration as the official in charge of the forced labor.

    Cited in the guide: 2 Samuel 20:24; 1 Kings 12:18; 2 Chronicles 10:18

  • Rehoboam

    King of Judah

    His harsh answer to the people split the kingdom of Israel in two.

    Cited in the guide: 1 Kings 12; 14:21-31; 2 Chron. 10-12; Matt. 1:7

Cross references (19)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Kings 12:1–20; 1 Kings 4:1; Matthew 1:7; 1 Chronicles 3:10; Judges 9:1
  2. 2 1 Kings 11:40; 1 Kings 12:2; 1 Kings 11:26; 1 Kings 11:28
  3. 3 1 Kings 12:3
  4. 4 1 Kings 12:4; 1 Samuel 8:11–18; Exodus 1:13–14; Exodus 2:23; 1 John 5:3
  5. 5 1 Kings 12:5; Proverbs 3:28
  6. 6 Job 32:7; Job 12:12–13; 2 Samuel 16:20; Proverbs 12:15; Jeremiah 42:2–5
  7. 7 Proverbs 15:1; Genesis 49:21; 1 Kings 12:7; 2 Samuel 15:2–6
  8. 8 2 Samuel 17:14; Proverbs 1:25; Proverbs 9:9; 2 Chronicles 25:15–16; Proverbs 19:20
  9. 9 2 Chronicles 10:6; 2 Samuel 17:5–6; 1 Kings 22:6–8
  10. 10 Proverbs 18:6–7; Proverbs 29:23; Isaiah 19:11–13; Proverbs 28:25; 2 Samuel 17:7–13
  11. 11 Exodus 1:13–14; Matthew 11:29; Revelation 9:5; Isaiah 47:6; Revelation 9:10
  12. 12 2 Chronicles 10:5; 1 Kings 12:12–15
  13. 13 1 Kings 20:6–11; Proverbs 15:1; 1 Samuel 25:10–11; Proverbs 19:27; Genesis 42:7
  14. 14 Ecclesiastes 10:16; James 3:14–4:2; Ecclesiastes 2:19; Proverbs 12:5; Daniel 6:7
  15. 15 1 Kings 11:29–39; 1 Samuel 2:25; 2 Chronicles 25:16–20; Acts 2:23; 1 Kings 12:15
  16. 16 2 Samuel 20:1; 2 Chronicles 10:19; Luke 19:27; 1 Chronicles 17:14; Psalm 2:1–6
  17. 17 1 Kings 11:36; 2 Chronicles 11:1; 1 Kings 12:17
  18. 18 1 Kings 5:14; 1 Kings 4:6; 2 Chronicles 24:21; Acts 7:57–58
  19. 19 2 Chronicles 10:16; 2 Kings 17:21–23; 1 Kings 12:19–20; Ezra 9:7; Psalm 89:30

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences