Skip to the text

2 Chronicles · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Chronicles 33 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Δώδεκα ετών ηλικίας ήτο ο Μανασσής ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσε πεντήκοντα πέντε έτη εν Ιερουσαλήμ. 2 Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά τα βδελύγματα των εθνών, τα οποία εξεδίωξεν ο Κύριος απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ· 3 και ανωκοδόμησε τους υψηλούς τόπους, τους οποίους Εζεκίας ο πατήρ αυτού κατέστρεψε, και ανήγειρε θυσιαστήρια εις τους Βααλείμ, και έκαμεν άλση και προσεκύνησε πάσαν την στρατιάν του ουρανού και ελάτρευσεν αυτά. 4 Και ωκοδόμησε θυσιαστήρια εν τω οίκω του Κυρίου, περί του οποίου ο Κύριος είπεν, Εν Ιερουσαλήμ θέλει είσθαι το όνομά μου εις τον αιώνα. 5 Και ωκοδόμησε θυσιαστήρια εις πάσαν την στρατιάν του ουρανού εντός των δύο αυλών του οίκου του Κυρίου. 6 Και αυτός διεβίβασε τους υιούς αυτού διά του πυρός εν τη κοιλάδι του υιού του Εννόμ· και προεμάντευε καιρούς και έκαμνεν οιωνισμούς και μαγείας και εσύστησεν ανταποκριτάς δαιμονίων και επαοιδούς· πολλά πονηρά έπραξεν ενώπιον του Κυρίου, διά να παροργίση αυτόν. 7 Και έστησε το γλυπτόν, την εικόνα την οποίαν έκαμεν, εν τω οίκω του Θεού, περί του οποίου ο Θεός είπε προς τον Δαβίδ και προς τον Σολομώντα τον υιόν αυτού, Εν τω οίκω τούτω και εν Ιερουσαλήμ, την οποίαν εξέλεξα από πασών των φυλών του Ισραήλ, θέλω θέσει το όνομά μου εις τον αιώνα· 8 και δεν θέλω μετασαλεύσει τον πόδα του Ισραήλ από της γης, την οποίαν παρέδωκα εις τους πατέρας σας· εάν μόνον προσέξωσι να κάμνωσι πάντα όσα προσέταξα εις αυτούς, κατά πάντα τον νόμον και τα διατάγματα και τας κρίσεις τας δοθείσας διά του Μωϋσέως. 9 Και επλάνησεν ο Μανασσής τον Ιούδαν και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ώστε να πράττωσι πονηρότερα παρά τα έθνη, τα οποία ο Κύριος ηφάνισεν απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. 10 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μανασσήν και προς τον λαόν αυτού· πλην δεν έδωκαν ακρόασιν. 11 Διά τούτο έφερε κατ' αυτών ο Κύριος τους άρχοντας του στρατεύματος του βασιλέως της Ασσυρίας, και επίασαν τον Μανασσήν μεταξύ των θάμνων και δέσαντες αυτόν με αλύσεις, έφεραν αυτόν εις Βαβυλώνα. 12 Και ενώ ήτο εν θλίψει, ικέτευσε Κύριον τον Θεόν αυτού και εταπεινώθη σφόδρα ενώπιον του Θεού των πατέρων αυτού, 13 και προσηυχήθη εις αυτόν· τότε ηλέησεν αυτόν και επήκουσε της δεήσεως αυτού και επανέφερεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ, εις το βασίλειον αυτού. Τότε εγνώρισεν ο Μανασσής έτι ο Κύριος αυτός είναι ο Θεός. 14 Μετά δε ταύτα ωκοδόμησε τείχος έξω της πόλεως Δαβίδ, προς δυσμάς του Γιών, εν τη κοιλάδι, έως της εισόδου της πύλης της ιχθυϊκής, και περιεκύκλωσε το Οφήλ και ύψωσεν αυτό εις μέγα ύψος, και έβαλε πολεμάρχους εν πάσαις ταις ωχυρωμέναις πόλεσι του Ιούδα. 15 Και αφήρεσε τους ξένους θεούς και την εικόνα από του οίκου του Κυρίου και πάντα τα θυσιαστήρια, τα οποία ωκοδόμησεν εν τω όρει του οίκου του Κυρίου και εν Ιερουσαλήμ· και έρριψεν αυτά έξω της πόλεως. 16 Και ανώρθωσε το θυσιαστήριον του Κυρίου και εθυσίασεν επ' αυτού θυσίας ειρηνικάς και ευχαριστηρίους, και προσέταξε τον Ιούδαν να λατρεύη Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ. 17 Ο λαός όμως εθυσίαζεν έτι επί τους υψηλούς τόπους, πλην μόνον εις Κύριον τον Θεόν αυτών. 18 Αι δε λοιπαί πράξεις του Μανασσή και η προσευχή αυτού η προς τον Θεόν αυτού και οι λόγοι των βλεπόντων, οίτινες ελάλησαν προς αυτόν εν ονόματι Κυρίου του Θεού Ισραήλ, ιδού, είναι γεγραμμέναι εν τοις χρονικοίς των βασιλέων του Ισραήλ. 19 Και η προσευχή αυτού, και πως εισηκούσθη, και πάσαι αι αμαρτίαι αυτού και η αποστασία αυτού και τα μέρη, όπου ωκοδόμησεν υψηλούς τόπους και έστησε τα άλση και τα γλυπτά, πριν ταπεινωθή, ιδού, είναι γεγραμμένα εν τοις λόγοις των βλεπόντων. 20 Και εκοιμήθη ο Μανασσής μετά των πατέρων αυτού, και έθαψαν αυτόν εν τω οίκω αυτού· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Αμών ο υιός αυτού. 21 Εικοσιδύο ετών ηλικίας ήτο ο Αμών ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσε δύο έτη εν Ιερουσαλήμ. 22 Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, καθώς έπραξε Μανασσής ο πατήρ αυτού· και εθυσίαζεν ο Αμών εις πάντα τα γλυπτά, τα οποία Μανασσής ο πατήρ αυτού έκαμε, και ελάτρευεν αυτά· 23 και δεν εταπεινώθη ενώπιον του Κυρίου, καθώς εταπεινώθη Μανασσής ο πατήρ αυτού· αλλ' αυτός ο Αμών ηνόμησε μάλλον και μάλλον. 24 Και συνώμοσαν οι δούλοι αυτού κατ' αυτού και εθανάτωσαν αυτόν εν τω οίκω αυτού. 25 Ο δε λαός της γης εθανάτωσε πάντας τους συνομόσαντας κατά του βασιλέως Αμών· και έκαμεν ο λαός της γης βασιλέα αντ' αυτού Ιωσίαν τον υιόν αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Amon

    King of Judah

    A short-lived wicked king, assassinated by his own officials.

    Cited in the guide: 2 Kings 21:19-26; 2 Chron. 33:21-25; Matt. 1:10

  • Manasseh

    King of Judah

    Judah's longest-reigning and most wicked king — who finally repented in exile.

    Cited in the guide: 2 Kings 21:1-18; 2 Chron. 33:1-20; Matt. 1:10

Cross references (25)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Kings 21:1–18; 1 Chronicles 3:13; Isaiah 3:4; 2 Chronicles 32:33; Matthew 1:10
  2. 2 2 Chronicles 28:3; Deuteronomy 18:9; 2 Kings 21:2; Deuteronomy 12:31; Ezekiel 11:12
  3. 3 Deuteronomy 16:21; Deuteronomy 17:3; 2 Chronicles 31:1; 2 Chronicles 30:14; 2 Kings 18:4
  4. 4 2 Chronicles 7:16; 2 Chronicles 6:6; 1 Kings 8:29; Deuteronomy 12:11; Jeremiah 7:30
  5. 5 2 Chronicles 4:9; Jeremiah 32:34–35; Ezekiel 8:7–18
  6. 6 Leviticus 20:6; Leviticus 19:26; 2 Kings 21:6; Leviticus 19:31; Leviticus 18:21
  7. 7 2 Chronicles 33:4; 2 Chronicles 7:16; 2 Chronicles 33:15; 1 Kings 11:13; 1 Kings 8:48
  8. 8 2 Samuel 7:10; Deuteronomy 8:1; Deuteronomy 4:40; 1 Chronicles 17:9; Ezekiel 33:25–26
  9. 9 2 Chronicles 33:2; 2 Kings 24:3–4; Proverbs 29:12; 2 Kings 21:9–11; Deuteronomy 2:21
  10. 10 2 Chronicles 36:15–16; Jeremiah 44:4–5; Zechariah 1:4; Nehemiah 9:29–30; Acts 7:51–52
  11. 11 Deuteronomy 28:36; 2 Chronicles 36:6; Isaiah 36:9; 1 Samuel 13:6; Nehemiah 9:32
  12. 12 Exodus 10:3; Psalm 50:15; 2 Chronicles 32:26; Luke 18:14–15; Acts 9:11
  13. 13 1 Chronicles 5:20; Matthew 7:7–8; Matthew 6:33; Daniel 4:25; Jeremiah 29:12–13
  14. 14 1 Kings 1:33; 2 Chronicles 27:3; Nehemiah 3:3; Nehemiah 12:39; Zephaniah 1:10
  15. 15 2 Chronicles 33:3–7; Matthew 3:8; Hosea 14:1–3; 2 Kings 21:7; Isaiah 2:17–21
  16. 16 2 Chronicles 33:9; 2 Chronicles 30:12; Leviticus 3:1–17; 2 Chronicles 29:18; 2 Chronicles 14:4
  17. 17 2 Chronicles 32:12; 2 Chronicles 15:17; 1 Kings 22:43; 2 Kings 15:4
  18. 18 2 Chronicles 33:19; 2 Chronicles 33:12–13; 2 Chronicles 20:34; Amos 7:12; Isaiah 30:10
  19. 19 1 John 1:9; Acts 9:11; Daniel 5:22; Romans 5:16; Jeremiah 44:10
  20. 20 Matthew 1:10; 2 Kings 21:18–25; 1 Chronicles 3:14; 2 Chronicles 32:33
  21. 21 James 4:13–15; Luke 12:19–20; 2 Kings 21:19–24; 2 Chronicles 33:1
  22. 22 2 Chronicles 34:3–4; 2 Chronicles 33:1–10; Ezekiel 20:18; Isaiah 44:13–20; 2 Kings 21:20
  23. 23 2 Chronicles 33:12; 2 Chronicles 33:19; 2 Timothy 3:13; Jeremiah 7:26; 2 Chronicles 33:1
  24. 24 Romans 11:22; 2 Samuel 4:5–12; 2 Chronicles 24:25–26; 2 Kings 21:23–26; 2 Chronicles 25:27–28
  25. 25 2 Chronicles 36:1; Numbers 35:31; 2 Chronicles 34:1; 2 Chronicles 26:1; Genesis 9:5–6

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 33:12 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture II)

    Manasses also was utterly wicked, who sawed Isaiah asunder, and was defiled with all kinds of idolatries, and filled Jerusalem with innocent blood; but having been led captive to Babylon he used his experience of misfortune for a healing course of repentance: for the Scripture saith that Manasses humbled himself before the Lord, and prayed, and the Lord heard …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)