Skip to the text

1 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Kings 17 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και είπεν Ηλίας ο Θεσβίτης, ο εκ των κατοίκων της Γαλαάδ, προς τον Αχαάβ, Ζη Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, έμπροσθεν του οποίου παρίσταμαι, δεν θέλει είσθαι τα έτη ταύτα δρόσος και βροχή, ειμή διά του λόγου του στόματός μου. 2 Και ήλθεν ο λόγος του Κυρίου προς αυτόν, λέγων, 3 Αναχώρησον εντεύθεν και στρέψον προς ανατολάς και κρύφθητι πλησίον του χειμάρρου Χερίθ, του απέναντι του Ιορδάνου· 4 και θέλεις πίνει εκ του χειμάρρου· προσέταξα δε τους κόρακας να σε τρέφωσιν εκεί. 5 Και υπήγε και έκαμε κατά τον λόγον του Κυρίου· διότι υπήγε και εκάθησε πλησίον του χειμάρρου Χερίθ, του απέναντι του Ιορδάνου. 6 Και οι κόρακες έφερον προς αυτόν άρτον και κρέας το πρωΐ, και άρτον και κρέας το εσπέρας· και έπινεν εκ του χειμάρρου. 7 Μετά δε τινάς ημέρας εξηράνθη ο χείμαρρος, επειδή δεν έγεινε βροχή επί της γης. 8 Και ήλθεν ο λόγος του Κυρίου προς αυτόν, λέγων, 9 Σηκωθείς ύπαγε εις Σαρεπτά της Σιδώνος και κάθισον εκεί· ιδού, προσέταξα εκεί γυναίκα χήραν να σε τρέφη. 10 Και σηκωθείς υπήγεν εις Σαρεπτά. Και ως ήλθεν εις την πύλην της πόλεως, ιδού, εκεί γυνή χήρα συνάγουσα ξυλάρια· και εφώνησε προς αυτήν και είπε, Φέρε μοι, παρακαλώ, ολίγον ύδωρ εν αγγείω, διά να πίω. 11 Και ενώ υπήγε να φέρη αυτό, εφώνησε προς αυτήν και είπε, Φέρε μοι παρακαλώ, κομμάτιον άρτου εν τη χειρί σου. 12 Η δε είπε, Ζη Κύριος ο Θεός σου, δεν έχω ψωμίον, αλλά μόνον μίαν χεριάν αλεύρου εις το πιθάριον και ολίγον έλαιον εις το ρωγίον· και ιδού, συνάγω δύο ξυλάρια, διά να υπάγω και να κάμω αυτό δι' εμαυτήν και διά τον υιόν μου, και να φάγωμεν αυτό και να αποθάνωμεν. 13 Ο δε Ηλίας είπε προς αυτήν, Μη φοβού· ύπαγε, κάμε ως είπας· πλην εξ αυτού κάμε εις εμέ πρώτον μίαν μικράν πήτταν και φέρε εις εμέ, και έπειτα κάμε διά σεαυτήν και διά τον υιόν σου· 14 διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· το πιθάριον του αλεύρου δεν θέλει κενωθή, ουδέ το ρωγίον του ελαίου θέλει ελαττωθή, έως της ημέρας καθ' ην ο Κύριος θέλει δώσει βροχήν επί προσώπου της γης. 15 Η δε υπήγε και έκαμε κατά τον λόγον του Ηλία· και έτρωγεν αυτή και αυτός και ο οίκος αυτής ημέρας πολλάς· 16 το πιθάριον του αλεύρου δεν εκενώθη, ουδέ το ρωγίον του ελαίου ηλαττώθη, κατά τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον ελάλησε διά του Ηλία. 17 Μετά δε τα πράγματα ταύτα, ηρρώστησεν ο υιός της γυναικός, της κυρίας του οίκου· και η αρρωστία αυτού ήτο δυνατή σφόδρα, εωσού δεν έμεινε πνοή εν αυτώ. 18 Και είπε προς τον Ηλίαν, Τι έχεις μετ' εμού, άνθρωπε του Θεού; ήλθες προς εμέ διά να φέρης εις ενθύμησιν τας ανομίας μου και να θανατώσης τον υιόν μου; 19 Ο δε είπε προς αυτήν, Δος μοι τον υιόν σου. Και έλαβεν αυτόν εκ του κόλπου αυτής και ανεβίβασεν αυτόν εις το υπερώον, όπου αυτός εκάθητο, και επλαγίασεν αυτόν επί την κλίνην αυτού. 20 Και ανεβόησε προς τον Κύριον και είπε, Κύριε Θεέ μου· επέφερες κακόν και εις την χήραν, παρά τη οποία εγώ παροικώ, ώστε να θανατώσης τον υιόν αυτής; 21 Και εξηπλώθη τρίς επί το παιδάριον και ανεβόησε προς τον Κύριον και είπε, Κύριε Θεέ μου, ας επανέλθη, δέομαι, η ψυχή του παιδαρίου τούτου εντός αυτού. 22 Και εισήκουσεν ο Κύριος της φωνής του Ηλία· και επανήλθεν η ψυχή του παιδαρίου εντός αυτού και ανέζησε. 23 Και έλαβεν ο Ηλίας το παιδάριον, και κατεβίβασεν αυτό από του υπερώου εις τον οίκον και έδωκεν αυτό εις την μητέρα αυτού. Και είπεν ο Ηλίας, Βλέπε, ζη ο υιός σου. 24 Και είπεν η γυνή προς τον Ηλίαν, Τώρα γνωρίζω εκ τούτου ότι είσαι άνθρωπος του Θεού, και ο λόγος του Κυρίου εν τω στόματί σου είναι αλήθεια.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Elijah the Tishbite

    Prophet taken up in a whirlwind

    A prophet among the settlers of Gilead who announced a drought to Ahab, was fed by ravens, revived the widow's son at Zarephath, defeated Baal's prophets on Mount Carmel, heard…

    Cited in the guide: 1 Kings 17:1; 1 Kings 18:36; 1 Kings 19:9

  • The widow of Zarephath

    Widow who fed Elijah

    A widow of Zarephath of Sidon, commanded by the LORD to provide for Elijah, whose jar of flour and jug of oil did not run out and whose son Elijah brought back to life.

    Cited in the guide: 1 Kings 17:9; 1 Kings 17:10; 1 Kings 17:20

Cross references (24)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Luke 4:25–26; James 5:17; Luke 1:17; 1 Kings 22:14; 2 Kings 3:14
  2. 2 Jeremiah 18:1; Jeremiah 11:1; 1 Chronicles 17:3; Hosea 1:1–2; 1 Kings 12:22
  3. 3 Jeremiah 36:26; Psalm 31:20; Revelation 12:6; Hebrews 11:38; Psalm 83:3
  4. 4 1 Kings 17:9; Psalm 147:9; Job 38:41; 1 Kings 19:5–8; Matthew 4:4
  5. 5 Matthew 16:24; John 15:14; Proverbs 3:5; 1 Kings 19:9
  6. 6 Psalm 78:23–24; Matthew 6:31–33; Jeremiah 37:21; Psalm 78:15–16; Matthew 14:19–21
  7. 7 Isaiah 54:10; Isaiah 40:30–31
  8. 8 Genesis 22:14; 1 Kings 17:2; Hebrews 13:6; Isaiah 41:17
  9. 9 Luke 4:26; Obadiah 20; 2 Corinthians 4:7; 1 Kings 17:4; Matthew 15:21–22
  10. 10 John 4:7; Genesis 24:17; Hebrews 11:37; 2 Corinthians 11:27; Genesis 21:15
  11. 11 Genesis 24:18–19; Hebrews 13:2; Genesis 18:5; 1 Kings 18:4; Matthew 25:35–40
  12. 12 Matthew 15:33–34; 1 Kings 17:1; 2 Kings 4:2–7; Genesis 21:16; Ezekiel 12:18–19
  13. 13 Malachi 3:10; Matthew 6:33; Judges 7:5–7; Matthew 28:5; Proverbs 3:9
  14. 14 Matthew 15:36–38; Matthew 14:17–20; 2 Kings 4:42–44; 2 Kings 3:16; 2 Kings 7:1
  15. 15 Genesis 6:22; Matthew 15:28; Hebrews 11:17; Mark 12:43; Romans 4:19–20
  16. 16 Matthew 9:28–30; Luke 1:37; John 4:50–51; Matthew 19:26; 1 Kings 16:12
  17. 17 James 1:12; John 11:14; James 1:2–4; Job 34:14; John 11:3–4
  18. 18 Luke 5:8; Luke 4:34; John 2:4; 2 Kings 3:13; 2 Samuel 16:10
  19. 19 2 Kings 4:32; Acts 9:37; 2 Kings 4:10; 2 Kings 4:21
  20. 20 James 5:15–18; Matthew 21:22; 1 Samuel 7:8–9; Exodus 17:4; 2 Kings 19:15
  21. 21 Acts 20:10; Acts 9:40; 2 Kings 4:33–35; Hebrews 11:19; Acts 10:10
  22. 22 Revelation 11:11; Deuteronomy 32:39; John 5:28–29; Hebrews 11:35; Romans 14:9
  23. 23 2 Kings 4:36–37; Luke 7:15; Acts 9:41; Hebrews 11:35
  24. 24 John 16:30; John 2:11; John 3:2; 1 Thessalonians 2:13; 1 John 2:21

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 17:4–9 Augustine of Hippo, Homilies on the First Epistle of John (Homily V)

    Not even His servant Elias, to whom He sent bread and flesh by the ravens upon a certain occasion had need of this; and yet that a religious widow might be blessed, the servant of God is sent, and he whom God in secret did feed, is fed by the widow.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)