Skip to the text

Mark · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Mark 5 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ήλθον εις το πέραν της θαλάσσης εις την χώραν των Γαδαρηνών. 2 Και ως εξήλθεν εκ του πλοίου, ευθύς απήντησεν αυτόν εκ των μνημείων άνθρωπος έχων πνεύμα ακάθαρτον, 3 όστις είχε την κατοικίαν εν τοις μνημείοις, και ουδείς ηδύνατο να δέση αυτόν ουδέ με αλύσεις, 4 διότι πολλάκις είχε δεθή με ποδόδεσμα και με αλύσεις, και διεσπάσθησαν υπ' αυτού αι αλύσεις και τα ποδόδεσμα συνετρίφθησαν, και ουδείς ίσχυε να δαμάση αυτόν· 5 και διά παντός νύκτα και ημέραν ήτο εν τοις όρεσι και εν τοις μνημείοις, κράζων και κατακόπτων εαυτόν με λίθους. 6 Ιδών δε τον Ιησούν από μακρόθεν, έδραμε και προσεκύνησεν αυτόν, 7 και κράξας μετά φωνής μεγάλης είπε· Τι είναι μεταξύ εμού και σου, Ιησού, Υιέ του Θεού του υψίστου; ορκίζω σε εις τον Θεόν, μη με βασανίσης. 8 Διότι έλεγε προς αυτόν· Έξελθε από του ανθρώπου το πνεύμα το ακάθαρτον. 9 Και ηρώτησεν αυτόν· Τι είναι το όνομά σου; Και απεκρίθη λέγων· Λεγεών είναι το όνομά μου, διότι πολλοί είμεθα. 10 Και παρεκάλει αυτόν πολλά να μη αποστείλη αυτούς έξω της χώρας. 11 Ήτο δε εκεί προς τα όρη αγέλη μεγάλη χοίρων βοσκομένη. 12 και παρεκάλεσαν αυτόν πάντες οι δαίμονες, λέγοντες· Πέμψον ημάς εις τους χοίρους, διά να εισέλθωμεν εις αυτούς. 13 Και ο Ιησούς ευθύς επέτρεψεν εις αυτούς. Και εξελθόντα τα πνεύματα τα ακάθαρτα εισήλθον εις τους χοίρους· και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την θάλασσαν· ήσαν δε έως δύο χιλιάδες· και επνίγοντο εν τη θαλάσση. 14 Οι δε βόσκοντες τους χοίρους έφυγον και ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς· και εξήλθον διά να ίδωσι τι είναι το γεγονός. 15 Και έρχονται προς τον Ιησούν, και θεωρούσι τον δαιμονιζόμενον, όστις είχε τον λεγεώνα, καθήμενον και ενδεδυμένον και σωφρονούντα, και εφοβήθησαν. 16 Και διηγήθησαν προς αυτούς οι ιδόντες πως έγεινε το πράγμα εις τον δαιμονιζόμενον, και περί των χοίρων. 17 Και ήρχισαν να παρακαλώσιν αυτόν να αναχωρήση από των ορίων αυτών. 18 Και ότε εισήλθεν εις το πλοίον, παρεκάλει αυτόν ο δαιμονισθείς να ήναι μετ' αυτού. 19 Πλην ο Ιησούς δεν αφήκεν αυτόν, αλλά λέγει προς αυτόν· Ύπαγε εις τον οίκόν σου προς τους οικείους σου και ανάγγειλον προς αυτούς όσα ο Κύριος σοι έκαμε και σε ηλέησε. 20 Και ανεχώρησε και ήρχισε να κηρύττη εν τη Δεκαπόλει όσα έκαμεν εις αυτόν ο Ιησούς, και πάντες εθαύμαζον. 21 Και αφού ο Ιησούς διεπέρασε πάλιν εν τω πλοίω εις το πέραν, συνήχθη προς αυτόν όχλος πολύς, και ήτο πλησίον της θαλάσσης. 22 Και ιδού, έρχεται εις των αρχισυναγώγων, ονόματι Ιάειρος, και ιδών αυτόν πίπτει προς τους πόδας αυτού 23 και παρεκάλει αυτόν πολλά, λέγων ότι το θυγάτριόν μου πνέει τα λοίσθια· να έλθης και να βάλης τας χείρας σου επ' αυτήν, διά να σωθή και θέλει ζήσει. 24 Και υπήγε μετ' αυτού· και ηκολούθει αυτόν όχλος πολύς, και συνέθλιβον αυτόν. 25 Και γυνή τις, έχουσα ρύσιν αίματος δώδεκα έτη 26 και πολλά παθούσα υπό πολλών ιατρών και δαπανήσασα πάσαν την περιουσίαν αυτής και μηδέν ωφεληθείσα, αλλά μάλλον εις το χείρον ελθούσα, 27 ακούσασα περί του Ιησού, ήλθε μεταξύ του όχλου όπισθεν και ήγγισε το ιμάτιον αυτού· 28 διότι έλεγεν ότι και αν τα ιμάτια αυτού εγγίσω, θέλω σωθή. 29 Και ευθύς εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής, και ησθάνθη εν τω σώματι αυτής ότι ιατρεύθη από της μάστιγος. 30 Και ευθύς ο Ιησούς, νοήσας εν εαυτώ την δύναμιν την εξελθούσαν απ' αυτού, στραφείς εν τω όχλω έλεγε· Τις ήγγισε τα ιμάτιά μου; 31 Και έλεγον προς αυτόν οι μαθηταί αυτόν· Βλέπεις τον όχλον συνθλίβοντά σε, και λέγεις τις μου ήγγισε; 32 Και περιέβλεπε διά να ίδη την πράξασαν τούτο. 33 Η δε γυνή, φοβηθείσα και τρέμουσα, επειδή ήξευρε τι έγεινεν επ' αυτήν, ήλθε και προσέπεσεν εις αυτόν και είπε προς αυτόν πάσαν την αλήθειαν. 34 Ο δε είπε προς αυτήν· Θύγατερ, η πίστις σου σε έσωσεν· ύπαγε εις ειρήνην και έσο υγιής από της μάστιγός σου. 35 Ενώ αυτός ελάλει έτι, έρχονται από του αρχισυναγώγου, λέγοντες ότι η θυγάτηρ σου απέθανε· τι πλέον ενοχλείς τον Διδάσκαλον; 36 Ο δε Ιησούς, ευθύς ότε ήκουσε τον λόγον λαλούμενον, λέγει προς τον αρχισυνάγωγον· Μη φοβού, μόνον πίστευε. 37 Και δεν αφήκεν ουδένα να ακολουθήση αυτόν ειμή τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην τον αδελφόν Ιακώβου. 38 Και έρχεται εις τον οίκον του αρχισυναγώγου και βλέπει θόρυβον, κλαίοντας και αλαλάζοντας πολλά, 39 και εισελθών λέγει προς αυτούς· Τι θορυβείσθε και κλαίετε; το παιδίον δεν απέθανεν, αλλά κοιμάται. 40 Και κατεγέλων αυτού. Ο δε, αφού εξέβαλεν άπαντας, παραλαμβάνει τον πατέρα του παιδίου και την μητέρα και τους μεθ' εαυτού και εισέρχεται όπου έκειτο το παιδίον, 41 και πιάσας την χείρα του παιδίου, λέγει προς αυτήν· Ταλιθά, κούμι· το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, Κοράσιον, σοι λέγω, σηκώθητι. 42 Και ευθύς εσηκώθη το κοράσιον και περιεπάτει· διότι ήτο ετών δώδεκα. Και εξεπλάγησαν με έκπληξιν μεγάλην. 43 Και παρήγγειλεν εις αυτούς πολλά να μη μάθη μηδείς τούτο και είπε να δοθή εις αυτήν να φάγη.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Jairus

    Synagogue leader

    A synagogue leader who fell at Jesus' feet and begged Him to come heal his daughter, who was raised from death.

    Cited in the guide: Mark 5:22; Luke 8:41

Cross references (40)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Luke 8:26–39; Matthew 8:28–34; Mark 4:35
  2. 2 Mark 1:23; Isaiah 65:4; Mark 5:8; Luke 9:42; Mark 1:26
  3. 3 Isaiah 65:4; Luke 8:29; Daniel 4:32–33; Mark 9:18–22
  4. 4 James 3:7–8
  5. 5 1 Kings 18:28; Job 2:7–8; John 8:44
  6. 6 James 2:19; Psalm 66:3; Luke 4:41; Psalm 72:9; Acts 16:17
  7. 7 Matthew 8:29; Acts 16:17; Matthew 26:63; Jude 6; Matthew 4:3
  8. 8 Acts 16:18; Mark 9:25–26; Mark 1:25
  9. 9 Luke 8:30; Mark 5:15; Matthew 26:53; Luke 11:21–26; Matthew 12:45
  10. 10 Mark 3:22; Mark 5:13
  11. 11 Isaiah 66:3; Leviticus 11:7–8; Deuteronomy 14:8; Matthew 8:30; Luke 8:32
  12. 12 1 Peter 5:8; 2 Corinthians 2:11; Luke 22:31–32; Job 1:10–12; Job 2:5
  13. 13 Job 2:6; 1 Peter 3:22; 1 Kings 22:22; John 8:44; Matthew 8:32
  14. 14 Luke 8:34; Matthew 8:33
  15. 15 Colossians 1:13; 2 Timothy 1:7; 1 Samuel 6:20–21; Mark 5:9; Isaiah 49:24–25
  16. 17 Matthew 8:34; Mark 1:24; Luke 8:37; Genesis 26:16; Mark 5:7
  17. 18 Luke 8:38–39; Philippians 1:23–24; Mark 5:17; Psalm 116:12; Mark 5:7
  18. 19 Psalm 66:16; John 4:29; Daniel 6:25–27; Daniel 4:1–3; Isaiah 38:9–20
  19. 20 Matthew 4:25; Mark 7:31
  20. 21 Matthew 9:1; Mark 4:1; Luke 8:40
  21. 22 Luke 13:14; Acts 13:15; Acts 18:8; Acts 18:17; Mark 5:35–36
  22. 23 Luke 13:13; Mark 16:18; Luke 4:40; Acts 28:8; Mark 7:32
  23. 24 Mark 5:31; Mark 3:9–10; Mark 3:20; Luke 7:6; Luke 8:45
  24. 25 Leviticus 15:25–27; Luke 8:43–44; Matthew 9:20–22; Leviticus 15:19–20; John 5:5–6
  25. 26 Jeremiah 30:12–13; Job 13:4; Psalm 108:12; Jeremiah 8:22; Jeremiah 51:8
  26. 27 Acts 19:12; Acts 5:15; Matthew 14:36; Mark 6:56; 2 Kings 13:21
  27. 29 Mark 5:34; Psalm 103:3; Psalm 30:2; Mark 3:10; Psalm 147:3
  28. 30 Luke 6:19; Luke 8:46; Luke 5:17; 1 Peter 2:9
  29. 31 Luke 8:45; Luke 9:12
  30. 33 Luke 8:47; Luke 1:12; Psalm 116:12–14; Psalm 30:2; Luke 1:29
  31. 34 Luke 8:48; Matthew 9:22; Luke 7:50; Luke 18:42; Mark 5:29
  32. 35 Luke 8:49; John 11:39; Mark 10:17; Luke 7:6–7; John 5:25
  33. 36 Luke 8:50; Matthew 9:28–29; John 11:40; Mark 9:23; Romans 4:18–24
  34. 37 Mark 14:33; Acts 9:40; 2 Corinthians 13:1; Mark 9:2; Luke 8:51
  35. 38 Matthew 9:23–24; Luke 8:52–53; Jeremiah 9:17–20; Mark 5:22; Matthew 11:17
  36. 39 Acts 20:10; 1 Thessalonians 5:10; Daniel 12:2; 1 Corinthians 11:30; 1 Thessalonians 4:13–14
  37. 40 Nehemiah 2:19; Matthew 7:6; Job 12:4; Luke 16:14; Luke 8:53–54
  38. 41 Mark 1:31; Luke 7:14–15; John 5:28–29; Luke 8:54–55; John 11:43–44
  39. 42 Mark 1:27; Acts 3:10–13; Mark 6:51; Mark 4:41; Mark 7:37
  40. 43 Matthew 8:4; Mark 7:36; Mark 1:43; Matthew 9:30; Luke 8:56

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 5:31 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapters III–IV)

    For after she had been thus afflicted during twelve years, she was healed by the advent of the Saviour, when she had touched the border of His garment; and on this account the Saviour said, "Who touched me?" --teaching his disciples the mystery which had occurred among the Æons, and the healing of that Æon who had been involved in …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 5:35 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XLVIII)

    And as He is going, it is announced that she is dead; and as though He would now be only wearying Himself in vain, word was brought to her father, "Thy daughter is dead, why weariest thou the Master any further?" But He went on, and said to the father of the damsel, "Be not afraid, only believe." He comes …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  3. Quotes verse 5:35 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXXI)

    With this view He both walks more leisurely, and discourses more with the woman; that He might give time for the damsel to die, and for those to come, who told of it, and said, "Trouble not the Master." This again surely the evangelist obscurely signifies, when he saith, "While He yet spake, there came from the house certain which …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 5:36 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XLVIII)

    … as though He would now be only wearying Himself in vain, word was brought to her father, "Thy daughter is dead, why weariest thou the Master any further?" But He went on, and said to the father of the damsel, "Be not afraid, only believe." He comes to the house, and finds the customary funeral obsequies already prepared, and He …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  5. Quotes verse 5:39 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XLVIII)

    … But He went on, and said to the father of the damsel, "Be not afraid, only believe." He comes to the house, and finds the customary funeral obsequies already prepared, and He says to them, "Weep not, for the damsel is not dead, but sleepeth." He spake the truth; she was asleep; asleep, that is, in respect of Him, by …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)