Skip to the text

Jeremiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Jeremiah 50 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ο λόγος, τον οποίον ελάλησε Κύριος κατά της Βαβυλώνος, κατά της γης των Χαλδαίων, διά Ιερεμίου του προφήτου. 2 Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι και κηρύξατε και υψώσατε σημαίαν· κηρύξατε, μη κρύψητε· είπατε, Εκυριεύθη η Βαβυλών, κατησχύνθη ο Βηλ, συνετρίβη ο Μερωδάχ· κατησχύνθησαν τα είδωλα αυτής, συνετρίβησαν τα βδελύγματα αυτής. 3 Διότι από βορρά αναβαίνει έθνος εναντίον αυτής, το οποίον θέλει καταστήσει την γην αυτής έρημον, και δεν θέλει υπάρχει ο κατοικών εν αυτή· από ανθρώπου έως κτήνους θέλουσι μετατοπισθή, θέλουσι φύγει. 4 Εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρώ εκείνω, λέγει Κύριος, θέλουσιν ελθεί οι υιοί Ισραήλ, αυτοί και οι υιοί Ιούδα ομού, βαδίζοντες και κλαίοντες· θέλουσιν υπάγει και ζητήσει Κύριον τον Θεόν αυτών. 5 Θέλουσιν ερωτήσει περί της οδού της Σιών με τα πρόσωπα αυτών προς εκεί, λέγοντες, Έλθετε και ας ενωθώμεν μετά του Κυρίου εν διαθήκη αιωνίω, ήτις δεν θέλει λησμονηθή. 6 Ο λαός μου έγεινε πρόβατα απολωλότα· οι ποιμένες αυτών παρέτρεψαν αυτούς, περιεπλάνησαν αυτούς εις τα όρη· υπήγαν από όρους εις βουνόν, ελησμόνησαν την μάνδραν αυτών. 7 Πάντες οι ευρίσκοντες αυτούς κατέτρωγον αυτούς, και οι εχθροί αυτών είπον, Δεν πταίομεν, διότι ημάρτησαν εις Κύριον, την κατοικίαν της δικαιοσύνης· ναι, εις Κύριον, την ελπίδα των πατέρων αυτών. 8 Φύγετε εκ μέσου της Βαβυλώνος και εξέλθετε εκ της γης των Χαλδαίων και γείνετε ως κριοί έμπροσθεν ποιμνίων. 9 Διότι ιδού, εγώ θέλω εγείρει και αναβιβάσει επί Βαβυλώνα συναγωγήν εθνών μεγάλων εκ γης βορρά, και θέλουσι παραταχθή εναντίον αυτής· εκείθεν θέλει αλωθή· τα βέλη αυτών θέλουσιν είσθαι ως εμπείρου ισχυρού· δεν θέλουσιν επιστρέψει κενά. 10 Και η Χαλδαία θέλει είσθαι λάφυρον· πάντες οι λεηλατούντες αυτήν θέλουσι χορτασθή, λέγει Κύριος. 11 Επειδή ηυφραίνεσθε και εκαυχάθε, φθορείς της κληρονομίας μου, επειδή εσκιρτάτε ως δάμαλις επί χλόης και εχρεμετίζετε ως ρωμαλέοι ίπποι, 12 η μήτηρ σας κατησχύνθη σφόδρα· η γεννήτριά σας ενετράπη· ιδού, αυτή θέλει είσθαι η εσχάτη των εθνών, έρημος, γη ξηρά και άβατος. 13 Εξ αιτίας της οργής του Κυρίου δεν θέλει κατοικηθή, αλλά θέλει ερημωθή άπασα· πας ο διαβαίνων διά της Βαβυλώνος θέλει εκθαμβηθή και συρίξει επί πάσαις ταις πληγαίς αυτής. 14 Παρατάχθητε εναντίον της Βαβυλώνος κύκλω· πάντες οι εντείνοντες τόξον, τοξεύσατε κατ' αυτής, μη φείδεσθε βελών· διότι ημάρτησεν εις Κύριον. 15 Αλαλάξατε επ' αυτή κύκλω· παρέδωκεν εαυτήν· έπεσαν τα θεμέλια αυτής, κατηδαφίσθησαν τα τείχη αυτής· διότι τούτο είναι η εκδίκησις του Κυρίου· εκδικήθητε αυτήν· καθώς αυτή έκαμε, κάμετε εις αυτήν. 16 Εκκόψατε από Βαβυλώνος τον σπείροντα και τον κρατούντα δρέπανον εν καιρώ θερισμού· από προσώπου της εξολοθρευτικής μαχαίρας θέλουσιν επιστρέψει έκαστος εις τον λαόν αυτού, και θέλουσι φύγει έκαστος εις την γην αυτού. 17 Ο Ισραήλ είναι πρόβατον πλανώμενον· λέοντες εκυνήγησαν αυτό· πρώτος ο βασιλεύς της Ασσυρίας κατέφαγεν αυτόν· και ύστερον ούτος ο Ναβουχοδονόσορ, ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, κατεσύντριψε τα οστά αυτού. 18 Διά τούτο ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, εγώ θέλω τιμωρήσει τον βασιλέα της Βαβυλώνος και την γην αυτού, καθώς ετιμώρησα τον βασιλέα της Ασσυρίας. 19 Και θέλω αποκαταστήσει τον Ισραήλ εν τη κατοικία αυτού, και θέλει βόσκεσθαι τον Κάρμηλον και την Βασάν, και η ψυχή αυτού θέλει χορτασθή επί το όρος Εφραΐμ και Γαλαάδ. 20 Εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρώ εκείνω, λέγει Κύριος, η ανομία του Ισραήλ θέλει ζητηθή και δεν θέλει υπάρχει, και αι αμαρτίαι του Ιούδα και δεν θέλουσιν ευρεθή· διότι θέλω συγχωρήσει όσους αφήσω υπόλοιπον. 21 Ανάβα επί την γην των καταδυναστών, επ' αυτήν και επί τους κατοίκους της Φεκώδ· αφάνισον και εξολόθρευσον κατόπιν αυτών, λέγει Κύριος, και κάμε κατά πάντα όσα προσέταξα εις σε. 22 Φωνή πολέμου εν τη γη και σύντριμμα μέγα. 23 Πως συνεθλάσθη και συνετρίβη η σφύρα πάσης της γής· πως έγεινεν η Βαβυλών εις θάμβος μεταξύ των εθνών. 24 Έστησα παγίδα εις σε, μάλιστα και επιάσθης, Βαβυλών, και συ δεν εγνώρισας· ευρέθης μάλιστα και συνελήφθης, διότι εις τον Κύριον αντεστάθης. 25 Ο Κύριος ήνοιξε την οπλοθήκην αυτού και εξήγαγε το όπλα της οργής αυτού· διότι το έργον τούτο έχει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων εν τη γη των Χαλδαίων. 26 Έλθετε επ' αυτήν από των περάτων· ανοίξατε τας αποθήκας αυτής· καταστήσατε αυτήν ως σωρούς και εξολοθρεύσατε αυτήν· ας μη μείνη εξ αυτής υπόλοιπον. 27 Σφάξατε πάντας τους μόσχους αυτής· ας καταβώσιν εις σφαγήν· ουαί εις αυτούς· διότι ήλθεν η ημέρα αυτών, ο καιρός της επισκέψεως αυτών. 28 Φωνή φευγόντων και διασωζομένων από της γης Βαβυλώνος, διά να αναγγείλη εν Σιών την εκδίκησιν Κυρίου του Θεού ημών, την εκδίκησιν του ναού αυτού. 29 Συγκαλέσατε τους τοξότας επί Βαβυλώνα· πάντες οι εντείνοντες τόξον, στρατοπεδεύσατε κατ' αυτής κύκλω· μηδείς εξ αυτής ας μη διασωθή· ανταπόδοτε εις αυτήν κατά το έργον αυτής· κατά πάντα όσα έκαμε, κάμετε εις αυτήν· διότι υπερηφανεύθη κατά του Κυρίου, κατά του Αγίου του Ισραήλ. 30 Διά τούτο οι νέοι αυτής θέλουσι πέσει εν ταις πλατείαις αυτής, και πάντες οι άνδρες αυτής οι πολεμισταί θέλουσιν απολεσθή κατ' εκείνην την ημέραν, λέγει Κύριος. 31 Ιδού, εγώ είμαι εναντίον σου, ω επηρμένη, λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων· διότι ήλθεν η ημέρα σου, ο καιρός της επισκέψεώς σου. 32 Και ο επηρμένος θέλει προσκόψει και πέσει, και δεν θέλει υπάρχει ο αναστήσων αυτόν· και θέλω ανάψει πυρ εν ταις πόλεσιν αυτού και ο θέλει καταφάγει πάντα τα πέριξ αυτού. 33 Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα κατεδυναστεύθησαν ομού· και πάντες οι αιχμαλωτίσαντες αυτούς κατεκράτησαν αυτούς· ηρνήθησαν να απολύσωσιν αυτούς. 34 Πλην ο Λυτρωτής αυτών είναι Ισχυρός· Κύριος των δυνάμεων το όνομα αυτού· θέλει εξάπαντος διαδικάσει την δίκην αυτών, διά να αναπαύση την γην και να ταράξη τους κατοίκους της Βαβυλώνος. 35 Μάχαιρα επί τους Χαλδαίους, λέγει Κύριος, και επί τους κατοίκους της Βαβυλώνος και επί τους μεγιστάνας αυτής και επί τους σοφούς αυτής. 36 Μάχαιρα επί τους ψευδοπροφήτας και θέλουσι παραφρονήσει· μάχαιρα επί τους ισχυρούς αυτής και θέλουσι τρομάξει. 37 Μάχαιρα επί τους ίππους αυτών και επί τας αμάξας αυτών και επί πάντα τον σύμμικτον λαόν τον εν μέσω αυτής, και θέλουσιν είσθαι ως γυναίκες· μάχαιρα επί τους θησαυρούς αυτής και θέλουσι διαρπαχθή. 38 Ξηρασία επί τα ύδατα αυτής, και θέλουσι ξηρανθή· διότι είναι γη των γλυπτών και εμωράνθησαν εν τοις ειδώλοις αυτών. 39 Διά τούτο θηρία και αίλουροι θέλουσι κατοικήσει εκεί και στρουθοκάμηλοι θέλουσι κατοικήσει εν αυτή και δεν θέλει κατοικηθή πλέον εις τον αιώνα· και ουδείς θέλει κατασκηνώσει εν αυτή εις γενεάν και γενεάν. 40 Καθώς κατέστρεψεν ο Θεός τα Σόδομα και τα Γόμορρα και τα πλησιόχωρα αυτών, λέγει Κύριος, ούτως άνθρωπος δεν θέλει κατοικήσει εκεί ουδέ υιός ανθρώπου θέλει παροικήσει εν αυτή. 41 Ιδού, λαός θέλει ελθεί από βορρά και έθνος μέγα, και βασιλείς πολλοί θέλουσιν εγερθή από των εσχάτων της γης. 42 Τόξον και λόγχην θέλουσι κρατεί· είναι σκληροί και ανίλεοι· η φωνή αυτών ηχεί ως θάλασσα, και επιβαίνουσιν επί ίππους, παρατεταγμένοι ως άνδρες εις πόλεμον, εναντίον σου, θυγάτηρ Βαβυλώνος. 43 Ήκουσεν ο βαιλεύς της Βαβυλώνος την φήμην αυτών και αι χείρες αυτού παρελύθησαν· στενοχωρία συνέλαβεν αυτόν, ωδίνες ως τικτούσης. 44 Ιδού, θέλει αναβή ως λέων από του φρυάγματος του Ιορδάνου εναντίον της κατοικίας του δυνατού· αλλ' εγώ ταχέως θέλω εκδιώξει αυτούς απ' αυτής· και όστις είναι ο εκλεκτός σου, τούτον θέλω καταστήσει επ' αυτήν· διότι τις όμοιός μου; και τις θέλει αντισταθή εις εμέ; και τις είναι ο ποιμήν εκείνος, όστις θέλει σταθή κατά πρόσωπόν μου; 45 Διά τούτο ακούσατε την βουλήν του Κυρίου, την οποίαν εβουλεύθη κατά της Βαβυλώνος, και τους λογισμούς αυτού, τους οποίους ελογίσθη κατά της γης των Χαλδαίων· εξάπαντος και τα ελάχιστα του ποιμνίου θέλουσι κατασύρει αυτούς· εξάπαντος η κατοικία αυτών θέλει ερημωθή μετ' αυτών. 46 Από του ήχου της αλώσεως της Βαβυλώνος εσείσθη η γη, και η κραυγή ηκούσθη εν τοις έθνεσι.

Cross references (46)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Jeremiah 25:26–27; Isaiah 13:1–3; Jeremiah 51:1–14; 2 Samuel 23:2; Isaiah 47:1–15
  2. 2 Isaiah 46:1; Isaiah 21:9; Jeremiah 51:44; Jeremiah 51:47; Isaiah 12:4
  3. 3 Zephaniah 1:3; Jeremiah 51:11; Jeremiah 50:9; Jeremiah 51:62; Isaiah 14:22–24
  4. 4 Hosea 3:5; Jeremiah 31:31; Hosea 1:11; Isaiah 11:12–13; Jeremiah 50:19–20
  5. 5 Jeremiah 32:40; Isaiah 35:8; Jeremiah 6:16; Hebrews 8:6–10; Isaiah 55:3
  6. 6 Isaiah 53:6; Matthew 9:36; Matthew 10:6; Ezekiel 34:14; Jeremiah 50:17
  7. 7 Jeremiah 2:3; Jeremiah 14:8; Zechariah 11:5; Jeremiah 40:2–3; Jeremiah 31:23
  8. 8 Isaiah 48:20; Jeremiah 51:6; Revelation 18:4; Jeremiah 51:45; Proverbs 30:31
  9. 9 Isaiah 13:17–18; Jeremiah 50:26; Jeremiah 50:14; Jeremiah 51:27–28; Jeremiah 51:11
  10. 10 Jeremiah 25:12; Isaiah 45:3; Jeremiah 27:7; Isaiah 33:23; Isaiah 33:4
  11. 11 Isaiah 47:6; Deuteronomy 32:15; Jeremiah 50:17; Jeremiah 5:8; Jeremiah 46:21
  12. 12 Jeremiah 51:43; Jeremiah 50:35–40; Revelation 17:5; Galatians 4:26; Jeremiah 49:2
  13. 13 Jeremiah 18:16; Jeremiah 49:17; Habakkuk 2:6–18; Lamentations 2:15–16; Job 27:23
  14. 14 Jeremiah 50:29; Habakkuk 2:17; Jeremiah 50:9; 1 Samuel 17:20; Habakkuk 2:8
  15. 15 Jeremiah 51:58; Revelation 18:6; Jeremiah 51:6; Jeremiah 46:10; 1 Chronicles 29:24
  16. 16 Jeremiah 51:9; Jeremiah 46:16; Isaiah 13:14; Joel 1:11; Jeremiah 25:38
  17. 17 Jeremiah 2:15; John 10:10–12; Joel 3:2; 2 Kings 18:9–13; 1 Peter 2:25
  18. 18 Nahum 1:1–3; Isaiah 10:12; Zephaniah 2:13–15; Isaiah 37:36–38; Ezekiel 31:3–17
  19. 19 Jeremiah 30:10; Jeremiah 31:8–10; Jeremiah 30:18; Jeremiah 31:14; Jeremiah 23:3
  20. 20 Micah 7:19; Jeremiah 31:34; Isaiah 43:25; Isaiah 1:9; Hebrews 10:17–18
  21. 21 Ezekiel 23:23; 2 Samuel 16:11; 1 Samuel 15:11–24; Jeremiah 48:10; Jeremiah 50:9
  22. 22 Jeremiah 4:19–21; Jeremiah 51:54–56; Isaiah 21:2–4
  23. 23 Jeremiah 51:20–24; Revelation 18:16; Isaiah 14:4–6; Isaiah 14:12–17
  24. 24 Daniel 5:30–31; Job 9:4; Job 40:9; Job 40:2; Isaiah 45:9
  25. 25 Jeremiah 51:55; Jeremiah 51:25; Amos 3:6; Jeremiah 50:15; Jeremiah 51:20
  26. 26 Isaiah 14:23; Jeremiah 50:10; Isaiah 45:3; Jeremiah 50:23; Jeremiah 50:13
  27. 27 Jeremiah 46:21; Isaiah 34:7; Psalm 37:13; Psalm 22:12; Jeremiah 48:44
  28. 28 Lamentations 1:10; Jeremiah 50:15; Isaiah 48:20; Lamentations 2:6–7; Daniel 5:23
  29. 29 Isaiah 47:10; Jeremiah 51:56; Jeremiah 50:14–15; Daniel 4:37; Exodus 10:3
  30. 30 Jeremiah 49:26; Jeremiah 18:21; Jeremiah 9:21; Isaiah 13:15–18; Jeremiah 50:36
  31. 31 Jeremiah 21:13; Jeremiah 50:29; Nahum 2:13; Habakkuk 2:4–5; James 4:6
  32. 32 Jeremiah 21:14; Jeremiah 49:27; Isaiah 10:12–15; Amos 2:5; Revelation 18:8
  33. 33 Exodus 9:2–3; Isaiah 14:17; Isaiah 58:6; Exodus 9:17–18; Jeremiah 50:17–18
  34. 34 Isaiah 54:5; Jeremiah 15:21; Isaiah 47:4; Isaiah 41:14; Jeremiah 51:36
  35. 35 Jeremiah 47:6; Hosea 11:6; Daniel 5:30; Daniel 5:1–2; Jeremiah 51:57
  36. 36 Jeremiah 49:22; Isaiah 44:25; Nahum 3:13; Revelation 22:15; 2 Thessalonians 2:9–11
  37. 37 Jeremiah 51:30; Nahum 3:13; Jeremiah 25:20; Jeremiah 51:21; Jeremiah 48:41
  38. 38 Jeremiah 50:2; Isaiah 44:27; Revelation 16:12; Jeremiah 51:52; Jeremiah 51:47
  39. 39 Isaiah 13:20–22; Revelation 18:2; Jeremiah 25:12; Jeremiah 50:12–13; Jeremiah 51:62–64
  40. 40 Genesis 19:24–25; Luke 17:28–30; Jeremiah 49:18; 2 Peter 2:6; Isaiah 13:19–20
  41. 41 Jeremiah 51:27–28; Isaiah 13:2–5; Jeremiah 50:9; Jeremiah 6:22–23; Revelation 17:16
  42. 42 Isaiah 5:30; Isaiah 13:17–18; Isaiah 47:6; Jeremiah 47:3; Jeremiah 8:16
  43. 43 Jeremiah 49:24; Jeremiah 51:31; Daniel 5:5–6; Isaiah 13:6–8; Isaiah 21:3–4
  44. 44 Jeremiah 49:19–21; Exodus 15:11; Isaiah 46:11; Isaiah 46:9; Isaiah 41:25
  45. 45 Jeremiah 49:20; Jeremiah 51:10–11; Ephesians 1:11; Revelation 17:16–17; Isaiah 14:24–27
  46. 46 Jeremiah 49:21; Revelation 18:9–19; Ezekiel 26:18; Ezekiel 31:16; Isaiah 14:9–10

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 50:31 Gregory of Nazianzus, Theological Orations (The First Theological Oration)

    I am to speak against persons who pride themselves on their eloquence; so, to begin with a text of Scripture, "Behold, I am against thee, O thou proud one," not only in thy system of teaching, but also in thy hearing, and in thy tone of mind.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)