Skip to the text

Isaiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Isaiah 45 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ούτω λέγει Κύριος προς τον κεχρισμένον αυτού, τον Κύρον, του οποίου την δεξιάν χείρα εκράτησα, διά να υποτάξω τα έθνη έμπροσθεν αυτού· και θέλω λύσει την οσφύν των βασιλέων, διά να ανοίξω τα δίθυρα έμπροθεν αυτού· και αι πύλαι δεν θέλουσι κλεισθή. 2 Εγώ θέλω υπάγει έμπροθέν σου και εξομαλύνει τας σκολιάς οδούς· θέλω συντρίψει τας χαλκίνας θύρας και κόψει τους σιδηρούς μοχλούς. 3 Και θέλω σοι δώσει θησαυρούς φυλαττομένους εν σκότει και πλούτη κερυμμένα εν αποκρύφοις· διά να γνωρίσης ότι εγώ είμαι ο Κύριος ο καλών σε κατ' όνομα, ο Θεός του Ισραήλ. 4 Διά τον Ιακώβ τον δούλον μου και τον Ισραήλ τον εκλεκτόν μου σε εκάλεσα μάλιστα με το όνομά σου, σε επωνόμασα, αν και δεν με εγνώρισας. 5 Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν είναι άλλος· δεν υπάρχει εκτός εμού Θεός· εγώ σε περιέζωσα, αν και δεν με εγνώρισας, 6 διά να γνωρίσωσιν από ανατολών ηλίου και από δυσμών, ότι εκτός εμού δεν υπάρχει ουδείς· εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει άλλος· 7 ο κατασκευάσας το φως και ποιήσας το σκότος· ο ποιών ειρήνην και κτίζων κακόν· εγώ ο Κύριος ποιώ πάντα ταύτα. 8 Σταλάξατε δρόσον άνωθεν, ουρανοί, και ας ράνωσιν αι νεφέλαι δικαιοσύνην· ας ανοίξη η γη και ας γεννήση σωτηρίαν και ας βλαστήση δικαιοσύνην ομού· εγώ ο Κύριος εποίησα τούτο. 9 Ουαί εις τον αντιμαχόμενον προς τον Ποιητήν αυτού. Ας αντιμάχεται το όστρακον προς τα όστρακα της γής· ο πηλός θέλει ειπεί προς τον πλάττοντα αυτόν, Τι κάμνεις; ή το έργον σου, Ούτος δεν έχει χείρας; 10 Ουαί εις τον λέγοντα προς τον πατέρα, τι γεννάς; προς την γυναίκα, τι κοιλοπονείς; 11 Ούτω λέγει Κύριος, ο Άγιος του Ισραήλ και ο Πλάστης αυτού· Ερωτάτέ με διά τα μέλλοντα περί των υιών μου και περί του έργου των χειρών μου προστάξατέ με. 12 Εγώ έκτισα την γην και εποίησα άνθρωπον επ' αυτής· εγώ διά των χειρών μου εξέτεινα τους ουρανούς και έδωκα διαταγάς εις πάσαν την στρατιάν αυτών. 13 Εγώ εξήγειρα εκείνον εις δικαιοσύνην και θέλω διευθύνει πάσας τας οδούς αυτού· αυτός θέλει οικοδομήσει την πόλιν μου και θέλει επιστρέψει τους αιχμαλώτους μου, ουχί με λύτρον ουδέ με δώρα, λέγει ο Κύριος των δυνάμεων. 14 Ούτω λέγει Κύριος· Ο κόπος της Αιγύπτου και το εμπόριον της Αιθιοπίας και των Σαβαίων, ανδρών μεγαλοσώμων, θέλουσι περάσει εις σε και σου θέλουσιν είσθαι· οπίσω σου θέλουσιν ακολουθεί· με αλύσεις θέλουσι περάσει και θέλουσι σε προσκυνήσει, θέλουσι σε ικετεύσει, λέγοντες, Βεβαίως ο Θεός είναι εν σοι, και δεν υπάρχει ουδείς άλλος Θεός. 15 Τωόντι συ είσαι Θεός κρυπτόμενος, Θεέ του Ισραήλ, ο Σωτήρ. 16 Πάντες ούτοι θέλουσιν αισχυνθή και εντραπή· οι εργάται των ειδώλων θέλουσι φύγει εν καταισχύνη πάντες ομού. 17 Ο δε Ισραήλ θέλει σωθή διά του Κυρίου σωτηρίαν αιώνιον· δεν θέλετε αισχυνθή ουδέ εντραπή αιωνίως. 18 Διότι ούτω λέγει Κύριος, ο ποιήσας τους ουρανούς· αυτός ο Θεός, ο πλάσας την γην και ποιήσας αυτήν· όστις αυτός εστερέωσεν αυτήν, έκτισεν αυτήν ουχί ματαίως αλλ' έπλασεν αυτήν διά να κατοικήται· Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει άλλος. 19 Δεν ελάλησα εν κρυπτώ ουδέ εν σκοτεινώ τόπω της γής· δεν είπα προς το σπέρμα του Ιακώβ, Ζητήσατέ με ματαίως· εγώ είμαι ο Κύριος, ο λαλών δικαιοσύνην, ο αναγγέλλων ευθύτητα. 20 Συνάχθητε και έλθετε· πλησιάσατε ομού, οι σεσωσμένοι των εθνών· δεν έχουσι νόησιν, όσοι σηκόνουσι το γλυπτόν ξύλον αυτών και προσεύχονται εις θεόν μη δυνάμενον να σώση. 21 Απαγγείλατε και φέρετε αυτούς πλησίον· μάλιστα, ας συμβουλευθώσιν ομού· τις ανήγγειλε τούτο απ' αρχής; τις εφανέρωσε τούτο εξ εκείνου του καιρού; ουχί εγώ ο Κύριος; και δεν υπάρχει εκτός εμού άλλος Θεός· Θεός δίκαιος και Σωτήρ· δεν υπάρχει εκτός εμού. 22 Εις εμέ βλέψατε και σώθητε, πάντα τα πέρατα της γής· διότι εγώ είμαι ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος. 23 Ώμοσα εις εμαυτόν· ο λόγος εξήλθεν εκ του στόματός μου εν δικαιοσύνη και δεν θέλει επιστραφή, Ότι παν γόνυ θέλει κάμψει εις εμέ, πάσα γλώσσα θέλει ομνύει εις εμέ. 24 Βεβαίως θέλουσιν ειπεί περί εμού, Εν τω Κυρίω είναι η δικαιοσύνη και η δύναμις· εις αυτόν θέλουσι προσέλθει και θέλουσι καταισχυνθή πάντες οι οργιζόμενοι εναντίον αυτού. 25 Εν τω Κυρίω θέλει δικαιωθή άπαν το σπέρμα του Ισραήλ.

Cross references (25)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Jeremiah 51:20–24; Isaiah 42:6; Isaiah 44:28; Psalm 73:23; Isaiah 41:13
  2. 2 Isaiah 40:4; Isaiah 42:16; Luke 3:5; Psalm 107:16; Jeremiah 51:30
  3. 3 Isaiah 48:15; Isaiah 43:1; Exodus 33:17; Exodus 33:12; Ezra 1:2
  4. 4 Isaiah 41:8–9; Acts 17:23; Exodus 19:5–6; Isaiah 44:1; Romans 11:7
  5. 5 Isaiah 44:8; Isaiah 44:6; Isaiah 46:9; Joel 2:27; 1 Kings 8:60
  6. 6 Malachi 1:11; Isaiah 37:20; Isaiah 45:5; Psalm 46:10; Ezekiel 38:23
  7. 7 Ecclesiastes 7:13–14; Amos 3:6; Psalm 75:7; Job 2:10; Isaiah 31:2
  8. 8 Hosea 10:12; Isaiah 61:11; Psalm 72:6; 1 Corinthians 3:6–9; Isaiah 44:3
  9. 9 Romans 9:20–21; Isaiah 64:8; Isaiah 10:15; Jeremiah 18:6; Isaiah 29:16
  10. 10 Malachi 1:6; Deuteronomy 27:16; Hebrews 12:9
  11. 11 Jeremiah 33:3; Isaiah 48:17; Mark 11:24; Ezekiel 36:37; Ephesians 2:10
  12. 12 Isaiah 42:5; Isaiah 44:24; Jeremiah 27:5; Genesis 2:1; Nehemiah 9:6
  13. 13 Isaiah 41:2; Isaiah 13:17; Isaiah 41:25; Isaiah 49:25; 2 Chronicles 36:22–23
  14. 14 Isaiah 49:23; 1 Corinthians 14:25; Jeremiah 16:19; Acts 10:25–26; Isaiah 61:5–6
  15. 15 Isaiah 8:17; Psalm 44:24; Isaiah 57:17; Isaiah 46:13; Psalm 77:19
  16. 16 Isaiah 44:9; Isaiah 44:11; Isaiah 42:17; Jeremiah 2:26–27; Isaiah 41:19
  17. 17 Romans 10:11; Psalm 25:3; Isaiah 54:4; 1 Peter 2:6; Joel 2:26–27
  18. 18 Psalm 115:16; Jeremiah 10:12; Isaiah 42:5; Isaiah 45:12; Genesis 1:2
  19. 19 Isaiah 48:16; Amos 5:4; Numbers 23:19–20; Jeremiah 29:13–14; Proverbs 30:5
  20. 20 Isaiah 43:9; Isaiah 44:17–20; Jeremiah 10:5; Isaiah 4:2; Isaiah 46:1
  21. 21 Isaiah 45:5; Isaiah 46:9–10; Isaiah 43:11; Titus 2:13–14; Isaiah 43:9
  22. 22 John 6:40; Micah 7:7; Hebrews 12:2; Numbers 21:8–9; Zechariah 12:10
  23. 23 Philippians 2:10; Romans 14:10–12; Isaiah 55:11; Hebrews 6:13–18; Deuteronomy 6:13
  24. 24 Isaiah 41:11; Philippians 4:13; Isaiah 54:17; 2 Timothy 4:17–18; John 12:32
  25. 25 Isaiah 41:16; Galatians 3:27–29; 1 Corinthians 6:11; Romans 8:30; Romans 9:6–8

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 45:7 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Chapter XL)

    And this is what has been spoken by the prophet, "I am a jealous God, making peace, and creating evil things;" thus making peace and friendship with those who repent and turn to Him, and bringing [them to] unity, but preparing for the impenitent, those who shun the light, eternal fire and outer darkness, which are evils indeed to those …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 45:8 Augustine of Hippo, The City of God (Book XX, Chapters 16–18)

    Wherefore He says to it by Isaiah, "I am the Lord that formed thee." It is indeed descended from heaven from its commencement, since its citizens during the course of this world grow by the grace of God, which cometh down from above through the laver of regeneration in the Holy Ghost sent down from heaven.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Quotes verse 45:7 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXII)

    And again, "I," saith He, "make peace, and create evils:" For neither in this place doth He speak of wickedness, but of famines, and pestilences, things accounted evil by most men: the generality being wont to call these things evil.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 45:7 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture VI)

    If thou findest fault with Him who saith, I am God that make peace, and create evil, explain how Jesus saith, I came not to send peace but a sword.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)