Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 24 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ήτο δε ο Αβραάμ γέρων προβεβηκώς την ηλικίαν· και ο Κύριος ευλόγησε τον Αβραάμ κατά πάντα. 2 Και είπεν ο Αβραάμ προς τον δούλον αυτού τον πρεσβύτερον της οικίας αυτού, τον επιστάτην πάντων των υπαρχόντων αυτού, Βάλε, παρακαλώ, την χείρα σου υπό τον μηρόν μου· 3 και θέλω σε ορκίσει εις Κύριον τον Θεόν του ουρανού και τον Θεόν της γης, ότι δεν θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου εκ των θυγατέρων των Χαναναίων, μεταξύ των οποίων εγώ κατοικώ· 4 αλλ' εις τον τόπον μου, και εις την συγγένειάν μου θέλεις υπάγει, και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου τον Ισαάκ. 5 Είπε δε προς αυτόν ο δούλος, Ίσως δεν θελήση η γυνή να μοι ακολουθήση εις την γην ταύτην· πρέπει να φέρω τον υιόν σου εις την γην εκ της οποίας εξήλθες; 6 Και είπε προς αυτόν ο Αβραάμ, Πρόσεχε, μη φέρης τον υιόν μου εκεί· 7 Κύριος ο Θεός του ουρανού, όστις με έλαβεν εκ του οίκου του πατρός μου και εκ της γης της γεννήσεώς μου, και όστις ελάλησε προς εμέ και όστις ώμοσεν εις εμέ λέγων, εις το σπέρμα σου θέλω δώσει την γην ταύτην, αυτός θέλει αποστείλει τον άγγελον αυτού έμπροσθέν σου· και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου εκείθεν· 8 εάν δε η γυνή δεν θέλη να σε ακολουθήση, τότε θέλεις είσθαι ελεύθερος από του όρκου μου τούτου· μόνον τον υιόν μου να μη φέρης εκεί. 9 Και έβαλεν ο δούλος την χείρα αυτού υπό τον μηρόν του Αβραάμ του κυρίου αυτού, και ώρκίσθη εις αυτόν περί του πράγματος τούτου. 10 Και έλαβεν ο δούλος δέκα καμήλους εκ των καμήλων του κυρίου αυτού και ανεχώρησε, φέρων μεθ' εαυτού από πάντων των αγαθών του κυρίου αυτού· και σηκωθείς, υπήγεν εις την Μεσοποταμίαν, εις την πόλιν του Ναχώρ. 11 Και εγονάτισε τας καμήλους έξω της πόλεως παρά το φρέαρ του ύδατος, προς το εσπέρας, ότε εξέρχονται αι γυναίκες διά να αντλήσωσιν ύδωρ. 12 Και είπε, Κύριε Θεέ του κυρίου μου Αβραάμ, δος μοι, δέομαι, καλόν συνάντημα σήμερον, και κάμε έλεος εις τον κύριόν μου Αβραάμ· 13 ιδού, εγώ ίσταμαι πλησίον της πηγής του ύδατος· αι δε θυγατέρες των κατοίκων της πόλεως εξέρχονται διά να αντλήσωσιν ύδωρ· 14 και η κόρη προς την οποίαν είπω, Επίκλινον, παρακαλώ, την υδρίαν σου διά να πίω, και αυτή είπη, Πίε και θέλω ποτίσει και τας καμήλους σου, αύτη ας ήναι εκείνη, την οποίαν ητοίμασας εις τον δούλον σου τον Ισαάκ· και εκ τούτου θέλω γνωρίσει ότι έκαμες έλεος εις τον κύριόν μου. 15 Και πριν αυτός παύση λαλών, ιδού, εξήρχετο η Ρεβέκκα, ήτις εγεννήθη εις τον Βαθουήλ, υιόν της Μελχάς, γυναικός του Ναχώρ, αδελφού του Αβραάμ, έχουσα την υδρίαν αυτής επί του ώμου αυτής. 16 Η δε κόρη ήτο ώραία την όψιν σφόδρα, παρθένος, και ανήρ δεν είχε γνωρίσει αυτήν· αφού λοιπόν κατέβη εις την πηγήν, εγέμισε την υδρίαν αυτής και ανέβαινε. 17 Δραμών δε ο δούλος εις συνάντησιν αυτής είπε, Πότισόν με, παρακαλώ, ολίγον ύδωρ εκ της υδρίας σου. 18 Η δε είπε, Πίε, κύριέ μου. και έσπευσε και κατεβίβασε την υδρίαν αυτής επί τον βραχίονα αυτής, και επότισεν αυτόν. 19 και αφού έπαυσε ποτίζουσα αυτόν είπε, Και διά τας καμήλους σου θέλω αντλήσει, εωσού πίωσι πάσαι. 20 Και παρευθύς εξεκένωσε την υδρίαν αυτής εις την ποτίστραν, και έδραμεν έτι εις το φρέαρ διά να αντλήση, και ήντλησε διά πάσας τας καμήλους αυτού. 21 Ο δε άνθρωπος, θαυμάζων δι' αυτήν, εσιώπα, διά να γνωρίση αν κατευώδωσεν ο Κύριος την οδόν αυτού ή ουχί. 22 Και αφού έπαυσαν αι κάμηλοι πίνουσαι, έλαβεν ο άνθρωπος ενώτια χρυσά βάρους ημίσεος σίκλου, και δύο βραχιόλια διά τας χείρας αυτής, βάρους δέκα σίκλων χρυσίου· 23 και είπε, Τίνος θυγάτηρ είσαι συ; ειπέ μοι, παρακαλώ· είναι εν τη οικία του πατρός σου τόπος δι' ημάς προς κατάλυμα; 24 Η δε είπε προς αυτόν· είμαι θυγάτηρ Βαθουήλ του υιού της Μελχάς, τον οποίον εγέννησεν εις τον Ναχώρ. 25 είπεν έτι προς αυτόν, Είναι εις ημάς και άχυρα και τροφή πολλή και τόπος προς κατάλυμα. 26 Τότε έκλινεν ο άνθρωπος και προσεκύνησε τον Κύριον· 27 και είπεν, Ευλογητός Κύριος ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ, όστις δεν εγκατέλιπε το έλεος αυτού και την αλήθειαν αυτού από του κυρίου μου· ο Κύριος με κατευώδωσεν εις τον οίκον των αδελφών του κυρίου μου. 28 Δραμούσα δε η κόρη ανήγγειλεν εις τον οίκον της μητρός αυτής τα πράγματα ταύτα. 29 Είχε δε η Ρεβέκκα αδελφόν ονομαζόμενον Λάβαν· και έδραμεν ο Λάβαν προς τον άνθρωπον έξω εις την πηγήν. 30 Και ως είδε τα ενώτια και τα βραχιόλια εις τας χείρας της αδελφής αυτού, και ως ήκουσε τους λόγους Ρεβέκκας της αδελφής αυτού, λεγούσης, Ούτως ελάλησε προς εμέ ο άνθρωπος, ήλθε προς τον άνθρωπον· και ιδού, ίστατο πλησίον των καμήλων επί της πηγής. 31 Και είπεν, Είσελθε, ευλογημένε του Κυρίου· διά τι ίστασαι έξω; επειδή εγώ ητοίμασα την οικίαν και τόπον διά τας καμήλους. 32 Και εισήλθεν ο άνθρωπος εις την οικίαν, και εκείνος εξεφόρτωσε τας καμήλους και έδωκεν άχυρα και τροφήν εις τας καμήλους και ύδωρ διά νίψιμον των ποδών αυτού και των ποδών των ανθρώπων των μετ' αυτού. 33 Και παρετέθη έμπροσθεν αυτού φαγητόν· αυτός όμως είπε, Δεν θέλω φάγει, εωσού λαλήσω τον λόγον μου. Ο δε είπε, Λάλησον. 34 Και είπεν, Εγώ είμαι δούλος του Αβραάμ. 35 Και ο Κύριος ευλόγησε τον κύριόν μου σφόδρα, και έγεινε μέγας· και έδωκεν εις αυτόν πρόβατα και βόας και αργύριον και χρυσίον και δούλους και δούλας και καμήλους και όνους. 36 Και εγέννησε Σάρρα, η γυνή του κυρίου μου, υιόν εις τον κύριόν μου, αφού εγήρασε· και έδωκεν εις αυτόν πάντα όσα έχει. 37 Και με ώρκισεν ο κύριός μου, λέγων, Δεν θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου εκ των θυγατέρων των Χαναναίων, εις την γην των οποίων εγώ κατοικώ· 38 αλλ' εις τον οίκον του πατρός μου θέλεις υπάγει και εις την συγγένειάν μου, και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου. 39 Και είπον προς τον κύριόν μου, Ίσως δεν θελήση η γυνή να με ακολουθήση. 40 Ο δε είπε προς εμέ, Ο Κύριος, έμπροσθεν του οποίου περιεπάτησα, θέλει αποστείλει τον άγγελον αυτού μετά σου και θέλει κατευοδώσει την οδόν σου· και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου εκ της συγγενείας μου και εκ του οίκου του πατρός μου· 41 τότε θέλεις είσθαι ελεύθερος από του ορκισμού μου· όταν υπάγης προς την συγγένειάν μου και δεν δώσωσιν εις σε, τότε θέλεις είσθαι ελεύθερος από του ορκισμού μου. 42 Και ελθών σήμερον εις την πηγήν, είπον, Κύριε ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ, κατευόδωσον, δέομαι, την οδόν μου, εις την οποίαν εγώ υπάγω· 43 ιδού, εγώ ίσταμαι πλησίον της πηγής του ύδατος· και η κόρη ήτις εξέρχεται διά να αντλήση και προς την οποίαν είπω, Πότισόν με, παρακαλώ, ολίγον ύδωρ εκ της υδρίας σου, 44 και αυτή με είπη, Και συ πίε, και διά τας καμήλους σου ακόμη θέλω αντλήσει, αύτη ας ήναι η γυνή, την οποίαν ητοίμασεν ο Κύριος διά τον υιόν του κυρίου μου. 45 Και πριν παύσω λαλών εν τη καρδία μου, ιδού, η Ρεβέκκα εξήρχετο έχουσα την υδρίαν αυτής επί του ώμου αυτής· και κατέβη εις την πηγήν και ήντλησεν· είπον δε προς αυτήν, Πότισόν με, παρακαλώ. 46 Η δε έσπευσε και κατεβίβασε την υδρίαν αυτής επάνωθεν αυτής και είπε, Πίε, και θέλω ποτίσει και τας καμήλους σου· έπιον λοιπόν και επότισε και τας καμήλους. 47 Και ηρώτησα αυτήν και είπον, Τίνος θυγάτηρ είσαι; η δε είπε, Θυγάτηρ του Βαθουήλ, υιού του Ναχώρ, τον οποίον εγέννησεν εις αυτόν η Μελχά· και περιέθεσα τα ενώτια εις το πρόσωπον αυτής και τα βραχιόλια επί τας χείρας αυτής. 48 Και κλίνας προσεκύνησα τον Κύριον· και ευλόγησα Κύριον τον Θεόν του κυρίον μου Αβραάμ, όστις με κατευώδωσεν εις την αληθινήν οδόν, διά να λάβω την θυγατέρα του αδελφού του κυρίου μου εις τον υιόν αυτού. 49 Τώρα λοιπόν, εάν θέλητε να κάμητε έλεος και αλήθειαν προς τον κύριόν μου, είπατέ μοι, ει δε μη, είπατέ μοι, διά να στραφώ δεξιά ή αριστερά. 50 Και αποκριθέντες ο Λάβαν και ο Βαθουήλ, είπον, Παρά Κυρίου εξήλθε το πράγμα· ημείς δεν δυνάμεθα να σοι είπωμεν κακόν ή καλόν· 51 ιδού, η Ρεβέκκα έμπροσθέν σου· λάβε αυτήν και ύπαγε· και ας ήναι γυνή του υιού του κυρίου σου, καθώς ελάλησεν ο Κύριος. 52 Και ότε ήκουσεν ο δούλος του Αβραάμ τους λόγους αυτών, προσεκύνησεν έως εδάφους τον Κύριον. 53 Και εκβαλών ο δούλος σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και ενδύματα, έδωκεν εις την Ρεβέκκαν· έδωκεν έτι δώρα εις τον αδελφόν αυτής και εις την μητέρα αυτής. 54 Και έφαγον και έπιον, αυτός και οι άνθρωποι οι μετ' αυτού, και διενυκτέρευσαν· και αφού εσηκώθησαν το πρωΐ, είπεν, Εξαποστείλατέ με προς τον κύριόν μου. 55 Είπον δε ο αδελφός αυτής και η μήτηρ αυτής, Ας μείνη η κόρη μεθ' ημών ημέρας τινάς, τουλάχιστον δέκα· μετά ταύτα θέλει απέλθει. 56 Και είπε προς αυτούς, Μη με κρατείτε, διότι ο Κύριος κατευώδωσε την οδόν μου· εξαποστείλατέ με να υπάγω προς τον κύριόν μου. 57 Οι δε είπον, Ας καλέσωμεν την κόρην και ας ερωτήσωμεν την γνώμην αυτής. 58 Και εκάλεσαν την Ρεβέκκαν και είπον προς αυτήν, Υπάγεις μετά του ανθρώπου τούτου; Η δε είπεν, Υπάγω. 59 Και εξαπέστειλαν την Ρεβέκκαν την αδελφήν αυτών και την τροφόν αυτής, και τον δούλον του Αβραάμ και τους ανθρώπους αυτού 60 Και ευλόγησαν την Ρεβέκκαν και είπον προς αυτήν, Αδελφή ημών είσαι, είθε να γείνης εις χιλιάδας μυριάδων, και το σπέρμα σου να εξουσιάση τας πύλας των εχθρών αυτού 61 Και εσηκώθη η Ρεβέκκα και αι θεράπαιναι αυτής, και εκάθισαν επί τας καμήλους, και υπήγον κατόπιν του ανθρώπου· και έλαβεν ο δούλος την Ρεβέκκαν και ανεχώρησεν. 62 Ο δε Ισαάκ επέστρεφεν από του φρέατος Λαχαΐ-ροΐ· διότι κατώκει εν τη γη της μεσημβρίας. 63 Και εξήλθεν ο Ισαάκ να προσευχηθή εν τη πεδιάδι περί το εσπέρας· και υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, είδε, και ιδού, ήρχοντο κάμηλοι. 64 και υψώσασα η Ρεβέκκα τους οφθαλμούς αυτής είδε τον Ισαάκ και κατεπήδησεν από της καμήλου. 65 Διότι είχεν ειπεί προς τον δούλον, Τις είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο ερχόμενος διά της πεδιάδος εις συνάντησιν ημών; Ο δε δούλος είχεν ειπεί, Είναι ο κύριός μου. Και αυτή λαβούσα την καλύπτραν, εσκεπάσθη. 66 Και διηγήθη ο δούλος προς τον Ισαάκ πάντα όσα είχε πράξει. 67 Ο δε Ισαάκ έφερεν αυτήν εις την σκηνήν της μητρός αυτού Σάρρας· και έλαβε την Ρεβέκκαν, και έγεινεν αυτού γυνή, και ηγάπησεν αυτήν· και παρηγορήθη ο Ισαάκ περί της μητρός αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Abraham

    Father of nations

    Called by God, he left home in faith to become the father of a chosen people.

    Cited in the guide: Genesis 12–25

  • Bethuel

    Father of Rebekah and Laban

    The last-named of Milcah's eight sons by Nahor and the father of Rebekah and Laban, who with Laban agreed to Rebekah's marriage to Isaac.

    Cited in the guide: Genesis 22:22–23; Genesis 24:15; Genesis 24:50

  • Isaac

    Child of promise

    The long-promised son, nearly offered on Moriah, through whom the covenant continued.

    Cited in the guide: Genesis 21–27

  • Laban

    Rebekah's brother; Jacob's father-in-law

    Bethuel's son and Rebekah's brother, who welcomed Abraham's servant, later became Jacob's uncle and father-in-law, deceived him by giving him Leah, and pursued him to Gilead when…

    Cited in the guide: Genesis 24:29; Genesis 25:20; Genesis 29:13

  • Rebekah

    Matriarch, mother of twins

    Wife of Isaac and mother of the twins Jacob and Esau.

    Cited in the guide: Genesis 24-27

Cross references (62)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Psalm 112:1–3; Genesis 13:2; Proverbs 10:22; Galatians 3:9; Matthew 6:33
  2. 2 Genesis 47:29; Genesis 39:4–6; Genesis 15:2; Genesis 24:9–10; Genesis 44:1
  3. 3 Genesis 26:34–35; 2 Corinthians 6:14–17; Nehemiah 13:25; Deuteronomy 7:3–4; Genesis 28:8
  4. 4 Genesis 28:2; Genesis 22:20–23; Genesis 12:7; Genesis 11:25–12:1
  5. 5 Jeremiah 4:2; Genesis 24:58; Proverbs 13:16; Exodus 20:7; Exodus 9:2
  6. 6 2 Peter 2:20–22; Galatians 5:1; Hebrews 10:39; Hebrews 11:9; Hebrews 11:13–16
  7. 7 Psalm 34:7; Exodus 33:2; Genesis 13:15; Hebrews 1:14; Exodus 23:20–23
  8. 8 Joshua 2:17–20; Numbers 30:5; Numbers 30:8; Acts 7:2; Joshua 9:20
  9. 9 Genesis 24:2
  10. 10 Genesis 11:31; Deuteronomy 23:4; Genesis 24:2; Genesis 39:4–6; Acts 2:9
  11. 11 1 Samuel 9:11; Exodus 2:16; John 4:7; Genesis 33:13–14; Genesis 24:13–20
  12. 12 Genesis 24:27; Exodus 3:6; Genesis 26:24; Psalm 122:6; Genesis 24:42
  13. 13 Genesis 24:43; Psalm 37:5; Judges 5:11; Genesis 24:11; John 4:7
  14. 14 Judges 6:37; Judges 6:17; Genesis 15:8; 2 Samuel 5:24; Proverbs 19:14
  15. 15 Genesis 11:29; Genesis 24:45; Isaiah 65:24; Psalm 65:2; Daniel 9:20–23
  16. 16 Genesis 26:7; Genesis 39:6; Numbers 31:17–18; Genesis 4:1
  17. 17 John 4:7; 1 Kings 17:10; Isaiah 21:14; Genesis 26:1–35; Isaiah 35:6–7
  18. 18 1 Peter 3:8; Proverbs 31:26; 1 Peter 4:8–9; Genesis 24:14
  19. 19 Genesis 24:14; Genesis 24:45–46; 1 Peter 4:9
  20. 21 Psalm 107:43; Genesis 24:12; Luke 2:51; 2 Samuel 7:18–20; Luke 2:19
  21. 22 Ezekiel 16:11–12; Exodus 32:2–3; Genesis 23:15–16; Genesis 24:30; Genesis 24:47
  22. 24 Genesis 24:15; Genesis 22:23; Genesis 11:29; Genesis 22:20
  23. 25 1 Peter 4:9; Isaiah 32:8; Judges 19:19–21; Genesis 18:4–8
  24. 26 Genesis 24:48; Genesis 24:52; Exodus 4:31; Exodus 12:27; 2 Chronicles 20:18
  25. 27 Genesis 24:48; Genesis 32:10; Psalm 98:3; Ruth 4:14; Genesis 24:12
  26. 28 Genesis 31:33; Genesis 24:48; Genesis 24:55; Genesis 24:67
  27. 29 Genesis 29:5; Genesis 24:55; Genesis 29:13; Genesis 24:60
  28. 31 Ruth 3:10; Genesis 26:29; Psalm 115:15; Judges 17:2; Proverbs 18:16
  29. 32 Judges 19:21; Genesis 43:24; Genesis 18:4; Luke 7:44; Genesis 19:2
  30. 33 Psalm 132:3–5; Ephesians 6:5–8; 1 Timothy 6:2; Ecclesiastes 9:10; Job 23:12
  31. 35 Genesis 13:2; Genesis 24:1; Psalm 107:38; Proverbs 10:22; Genesis 12:16
  32. 36 Genesis 25:5; Genesis 21:10; Genesis 21:1–7; Genesis 17:15–19; Romans 4:19
  33. 37 Ezra 9:1–3; Genesis 24:2–9; Genesis 27:46; Genesis 6:2
  34. 38 Genesis 24:4; Genesis 31:19; Genesis 12:1
  35. 39 Genesis 24:5
  36. 40 Exodus 23:20; Psalm 16:8; Genesis 5:24; Exodus 33:2; Genesis 17:1
  37. 41 Genesis 24:8; Deuteronomy 29:12
  38. 42 Nehemiah 1:11; Genesis 24:12–14; Psalm 90:17; Romans 1:10; Psalm 37:5
  39. 43 Genesis 24:13–14
  40. 44 Genesis 24:14; Proverbs 18:22; Proverbs 16:33; Hebrews 13:2; Genesis 2:22
  41. 45 Genesis 24:15–20; Acts 10:30; Matthew 7:7; Isaiah 65:24; Daniel 9:23
  42. 46 Genesis 24:18–19
  43. 47 Ezekiel 16:10–13; Isaiah 62:3–5; Genesis 24:22–24; Psalm 45:13–14; Genesis 24:53
  44. 48 Genesis 24:26–27; Proverbs 3:5–6; Psalm 32:8; Psalm 48:14; Isaiah 48:17
  45. 49 Genesis 47:29; Joshua 2:14; Proverbs 3:3; Genesis 32:10; Numbers 20:17
  46. 50 Psalm 118:23; Genesis 31:24; Genesis 31:29; 2 Samuel 13:22; Mark 12:11
  47. 51 Genesis 20:15; Genesis 24:15; 2 Samuel 16:10
  48. 52 Genesis 24:26; Genesis 24:48; Psalm 116:1–2; Psalm 95:6; 1 Chronicles 29:20
  49. 53 Genesis 24:22; Genesis 24:10; Exodus 12:35; Exodus 11:2; Exodus 3:22
  50. 54 Genesis 24:56; Genesis 24:59; Genesis 45:24; 2 Samuel 18:19; Genesis 28:5–6
  51. 55 Leviticus 25:29; Genesis 4:3; Judges 14:8
  52. 56 Isaiah 48:15; Proverbs 25:25; Joshua 1:8; Genesis 45:9–13
  53. 58 Luke 1:38; Psalm 45:10–11
  54. 59 Genesis 35:8; Genesis 24:60; Genesis 24:53; 1 Thessalonians 2:5; Numbers 11:12
  55. 60 Genesis 22:17; Genesis 17:16; Ruth 4:11–12; Genesis 28:3; Genesis 48:15–16
  56. 61 Psalm 45:10; Genesis 2:24; Esther 8:10; Genesis 31:34; Esther 8:14
  57. 62 Genesis 16:14; Genesis 25:11; Genesis 20:1; Genesis 12:9
  58. 63 Psalm 119:15; Psalm 143:5–6; Psalm 104:34; Psalm 1:2; Joshua 1:8
  59. 64 Joshua 15:18; Judges 1:14
  60. 65 1 Timothy 2:9; 1 Corinthians 11:5–6; 1 Corinthians 11:10; Genesis 20:16
  61. 66 Mark 6:30
  62. 67 Song of Songs 8:2; Ephesians 5:22–33; Genesis 23:1–2; Genesis 29:18; Genesis 18:9–10

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 24:10 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 12–15)

    … take a wife for his son Isaac, we find it thus written: "And the servant took ten camels of the camels of his lord, and of all the goods of his lord, with him; and arose, and went into Mesopotamia, into the city of Nahor." This and other testimonies of this sacred history show that Nahor, Abraham's brother, had also …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Quotes verse 24:2 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 33–36)

    … to that servant, "Put thy hand under my thigh, and I will make thee swear by the Lord, the God of heaven, and the Lord of the earth, that thou shalt not take a wife unto my son Isaac of the daughters of the Canaanites," what else was pointed out by this, but that the Lord, the God of heaven, …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Quotes verse 24:2–4 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter VIII — 48-59)

    … knew, that it was not offspring after the flesh he desired, nor anything of a carnal kind concerning his race that was referred to, he said to the servant whom he sent, "Put thy hand under my thigh, and swear by the God of heaven." What connection has the God of heaven with Abraham's thigh?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)