Skip to the text

2 Samuel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Samuel 17 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ο Αχιτόφελ είπε προς τον Αβεσσαλώμ, Ας εκλέξω τώρα δώδεκα χιλιάδας ανδρών και σηκωθείς, ας καταδιώξω οπίσω του Δαβίδ την νύκτα· 2 και θέλω επέλθει κατ' αυτού, ενώ είναι αποκαμωμένος και εκλελυμένος τας χείρας, και θέλω κατατρομάξει αυτόν· και πας ο λαός ο μετ' αυτού θέλει φύγει, και θέλω πατάξει τον βασιλέα μεμονωμένον· 3 και θέλω επιστρέψει πάντα τον λαόν προς σέ· διότι ο ανήρ, τον οποίον συ ζητείς, είναι ως εάν πάντες επέστρεφον· πας δε ο λαός θέλει είσθαι εν ειρήνη. 4 Και ήρεσεν ο λόγος εις τον Αβεσσαλώμ και εις πάντας τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ. 5 Τότε είπεν ο Αβεσσαλώμ, Κάλεσον τώρα και Χουσαΐ τον Αρχίτην, και ας ακούσωμεν τι λέγει και αυτός. 6 Και ότε εισήλθεν ο Χουσαΐ προς τον Αβεσσαλώμ, είπε προς αυτόν ο Αβεσσαλώμ, λέγων, Ο Αχιτόφελ ελάλησε κατά τούτον τον τρόπον· πρέπει να κάμωμεν κατά τον λόγον αυτού ή ουχί; λάλησον συ. 7 Και είπεν ο Χουσαΐ προς τον Αβεσσαλώμ, Δεν είναι καλή η συμβουλή, την οποίαν έδωκεν ο Αχιτόφελ ταύτην την φοράν. 8 Και είπεν ο Χουσαΐ, συ εξεύρεις τον πατέρα σου και τους άνδρας αυτού, ότι είναι δυνατοί και κατάπικροι την ψυχήν, ως άρκτος στερηθείσα των τέκνων αυτής εν τη πεδιάδι και ο πατήρ σου είναι ανήρ πολεμιστής και δεν θέλει μείνει την νύκτα μετά του λαού· 9 ιδού, τώρα είναι κεκρυμμένος εν λάκκω τινί ή εν άλλω τινί τόπω· και εάν πέσωσί τινές εξ αυτών εις την αρχήν, πας όστις ακούση θέλει ειπεί, θραύσις έγεινεν εις τον λαόν, τον ακολουθούντα τον Αβεσσαλώμ· 10 τότε και ο ανδρείος, του οποίου η καρδία είναι ως η καρδία του λέοντος, θέλει παντάπασι νεκρωθή· διότι πας ο Ισραήλ εξεύρει, ότι ο πατήρ σου είναι δυνατός· και οι μετ' αυτού, άνδρες δυνάμεως· 11 διά ταύτα εγώ συμβουλεύω να συναχθή προς σε πας ο Ισραήλ, από Δαν έως Βηρ-σαβεέ, ως η άμμος η παρά την θάλασσαν κατά το πλήθος, και να υπάγης προσωπικώς να πολεμήσης· 12 ούτω θέλομεν επέλθει κατ' αυτού εις όντινα τόπον ευρεθή, και θέλομεν πέσει επ' αυτόν ως πίπτει η δρόσος επί την γήν· ώστε εξ αυτού και εκ πάντων των ανθρώπων των μετ' αυτού δεν θέλει μείνει ουδέ είς· 13 εάν δε καταφύγη εις πόλιν τινά, τότε πας ο Ισραήλ θέλει φέρει κατά της πόλεως εκείνης σχοινία, και θέλομεν σύρει αυτήν έως του χειμάρρου, ώστε να μη μείνη εκεί ουδέ λιθάριον. 14 Και είπεν ο Αβεσσαλώμ και πάντες οι άνδρες Ισραήλ, Καλητέρα είναι η συμβουλή του Χουσαΐ του Αρχίτου παρά την συμβουλήν του Αχιτόφελ. Διότι ο Κύριος διέταξε να διασκεδάση την καλήν συμβουλήν του Αχιτόφελ, διά να επιφέρη ο Κύριος το κακόν επί τον Αβεσσαλώμ. 15 Και είπεν ο Χουσαΐ προς τον Σαδώκ και προς τον Αβιάθαρ, τους ιερείς, Ούτω και ούτω συνεβούλευσεν ο Αχιτόφελ τον Αβεσσαλώμ και τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ, και ούτω και ούτω συνεβούλευσα εγώ· 16 τώρα λοιπόν αποστείλατε ταχέως και αναγγείλατε προς τον Δαβίδ, λέγοντες, Μη μείνης την νύκτα ταύτην εν ταις πεδιάσι της ερήμου, αλλά σπεύσον να διαπεράσης, διά να μη καταποθή ο βασιλεύς και πας ο λαός ο μετ' αυτού. 17 Ο δε Ιωνάθαν και ο Αχιμάας ίσταντο πλησίον της Εν-ρωγήλ, διότι δεν ετόλμων να φανώσιν ότι εισήρχοντο εις την πόλιν· και υπήγε παιδίσκη τις και απήγγειλε προς αυτούς το πράγμα· οι δε υπήγαν και απήγγειλαν προς τον βασιλέα Δαβίδ. 18 Νέος τις δε ιδών αυτούς, απήγγειλε προς τον Αβεσσαλώμ· πλην και οι δύο υπήγαν ταχέως και εισήλθον εις την οικίαν τινός εν Βαουρείμ, όστις είχε φρέαρ εν τη αυλή αυτού, και κατέβησαν εκεί. 19 Και η γυνή λαβούσα κάλυμμα εξήπλωσεν επί το στόμιον του φρέατος, και έχυσεν επ' αυτό κοπανισμένον σίτον· ώστε δεν εγνώσθη το πράγμα. 20 Και ελθόντες οι δούλοι του Αβεσσαλώμ εις την οικίαν προς την γυναίκα, είπον, Που είναι ο Αχιμάας και ο Ιωνάθαν; Η δε γυνή είπε προς αυτούς, Διέβησαν το ρυάκιον του ύδατος. Και αφού εζήτησαν και δεν εύρηκαν αυτούς, επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ. 21 Αφού δε εκείνοι ανεχώρησαν, ανέβησαν εκ του φρέατος και υπήγαν και απήγγειλαν προς τον βασιλέα Δαβίδ και είπον προς τον Δαβίδ, Σηκώθητε και περάσατε ταχέως το ύδωρ· διότι ούτω συνεβούλευσεν εναντίον σας ο Αχιτόφελ. 22 Τότε εσηκώθη ο Δαβίδ και πας ο λαός ο μετ' αυτού και διέβησαν τον Ιορδάνην· μέχρι του χαράγματος της ημέρας δεν έλειψεν ουδέ εις εξ αυτών, όστις δεν διέβη τον Ιορδάνην. 23 Ο δε Αχιτόφελ, ιδών ότι η συμβουλή αυτού δεν εξετελέσθη, εσαμάρωσε τον όνον αυτού και σηκωθείς, ανεχώρησε προς τον οίκον αυτού, εις την πόλιν αυτού· και αφού διέταξε τα του οίκου αυτού, εκρεμάσθη και απέθανε και ετάφη εν τω τάφω του πατρός αυτού. 24 Και ο Δαβίδ ήλθεν εις Μαχαναΐμ· ο δε Αβεσσαλώμ διέβη τον Ιορδάνην, αυτός και πάντες οι άνδρες Ισραήλ μετ' αυτού. 25 Και κατέστησεν ο Αβεσσαλώμ αρχιστράτηγον τον Αμασά αντί του Ιωάβ. Ήτο δε ο Αμασά υιός ανδρός ονομαζομένου Ιθρά, Ισραηλίτου, όστις εισήλθε προς την Αβιγαίαν, θυγατέρα του Νάας, αδελφήν Σερουΐας, της μητρός του Ιωάβ. 26 Και εστρατοπέδευσαν ο Ισραήλ και ο Αβεσσαλώμ εν γη Γαλαάδ. 27 Ότε δε ήλθεν ο Δαβίδ εις Μαχαναΐμ, Σωβεί, ο υιός του Νάας από Ραββά εκ των υιών Αμμών, και Μαχείρ, ο υιός του Αμμήλ από Λό-δεβάρ, και Βαρζελλαΐ ο Γαλααδίτης από Ρωγελλίμ, 28 έφεραν κλίνας και λεκάνας και σκεύη πήλινα και σίτον και κριθήν και άλευρον και σίτον πεφρυγανισμένον και κυάμους και φακήν και όσπρια πεφρυγανισμένα, 29 και μέλι και βούτυρον και πρόβατα και τυρούς βοός προς τον Δαβίδ και προς τον λαόν τον μετ' αυτού, διά να φάγωσι διότι είπον, Ο λαός είναι πεινασμένος και εκλελυμένος και διψασμένος εν τη ερήμω.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Absalom

    David's rebel son

    David's handsome son who avenged Tamar, rebelled against his father, and briefly seized the throne.

    Cited in the guide: 2 Samuel 3:3; 2 Samuel 15-18

  • Ahimaaz

    Zadok's son, swift runner

    Zadok's son, who with Jonathan son of Abiathar secretly carried word to David during Absalom's revolt and outran the Cushite to bring David news of the victory.

    Cited in the guide: 2 Samuel 15:27; 2 Samuel 15:36; 2 Samuel 17:17

  • Amasa

    Army commander under Absalom

    Son of Ithra and Abigail and a cousin of Joab, whom Absalom made army commander in Joab's place, whom David later offered Joab's command, and whom Joab killed with a dagger.

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:25; 2 Samuel 19:13; 2 Samuel 20:4

  • Ammiel

    Father of Machir

    Named as the father of Machir of Lo-debar.

    Cited in the guide: 2 Samuel 9:4; 2 Samuel 17:27

  • Barzillai

    Aged benefactor of David

    A very wealthy eighty-year-old Gileadite from Rogelim who provided for David at Mahanaim and, declining to go to Jerusalem, asked David to take Chimham in his place. Ezra 2:61 and…

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:27; 2 Samuel 19:31; 2 Samuel 19:32

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Ithra

    Husband of Abigail, father of Amasa

    An Ishmaelite who married Abigail, sister of Zeruiah, and was the father of Amasa. 1 Kings 2:5 and 1 Chronicles 2:17 call him Jether.

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:25; 1 Kings 2:5; 1 Kings 2:32

  • Jonathan

    Abiathar's son, David's messenger

    Son of the priest Abiathar, who with Ahimaaz carried messages to David during Absalom's revolt and hid in a well at Bahurim.

    Cited in the guide: 2 Samuel 15:27; 2 Samuel 15:36; 2 Samuel 17:17

  • Machir

    Host of Mephibosheth at Lo-debar

    Son of Ammiel of Lo-debar, in whose house Mephibosheth was staying, and who later brought supplies to David at Mahanaim.

    Cited in the guide: 2 Samuel 9:4; 2 Samuel 9:5; 2 Samuel 17:27

  • Nahash

    Named as father of Abigail

    Named in 2 Samuel 17:25 as the father of Abigail, the sister of Zeruiah; the text says no more about him.

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:25

  • Shobi

    Ammonite who aided David

    Son of Nahash from Rabbah of the Ammonites, who with Machir and Barzillai brought David beds, food and supplies at Mahanaim.

    Cited in the guide: 2 Samuel 17:27

Cross references (28)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Isaiah 59:7–8; Psalm 4:8; Proverbs 4:16; Psalm 3:3–5; Psalm 109:2–4
  2. 2 1 Kings 22:31; 2 Samuel 16:14; Matthew 26:31; Zechariah 13:7; John 11:50
  3. 3 1 Thessalonians 5:3; Isaiah 48:22; 2 Samuel 3:21; Isaiah 57:21
  4. 4 1 Samuel 23:21; Esther 5:14; 1 Samuel 18:20–21; Romans 1:32; Esther 1:21
  5. 5 2 Samuel 15:32–37; 2 Samuel 16:16–19
  6. 7 Proverbs 31:8
  7. 8 Hosea 13:8; 1 Samuel 16:18; Daniel 7:5; Hebrews 11:32–34; Proverbs 17:12
  8. 9 1 Samuel 14:14–15; 1 Samuel 22:1; Judges 20:32–33; 1 Samuel 24:3; Joshua 8:6
  9. 10 Joshua 2:9–11; 1 Samuel 18:17; Song of Songs 3:7; 2 Samuel 23:20; Isaiah 13:7
  10. 11 Genesis 22:17; Psalm 9:16; Judges 20:1; Joshua 11:4; Psalm 7:15–16
  11. 12 Isaiah 10:13–14; 2 Kings 18:23; 1 Kings 20:10; 2 Kings 19:24; 1 Samuel 23:23
  12. 13 Matthew 24:2; Micah 1:6
  13. 14 2 Samuel 15:34; 1 Corinthians 1:19–20; Proverbs 19:21; Isaiah 8:10; Job 5:12–14
  14. 15 2 Samuel 15:35–36
  15. 16 2 Samuel 15:28; 1 Corinthians 15:54; 2 Corinthians 5:4; Psalm 57:3; 2 Samuel 17:21–22
  16. 17 2 Samuel 15:36; Joshua 15:7; Joshua 18:16; 2 Samuel 15:27; 1 Kings 1:9
  17. 18 2 Samuel 3:16; 2 Samuel 16:5; 2 Samuel 19:16
  18. 19 Exodus 1:19; Joshua 2:4–24
  19. 20 Exodus 1:19; Joshua 2:22–23; Joshua 2:3–5; 1 Samuel 27:11–12; 1 Samuel 21:2
  20. 21 2 Samuel 17:15–16
  21. 22 Matthew 10:16; John 18:9; Proverbs 27:12; Numbers 31:49; 2 Samuel 17:24
  22. 23 Matthew 27:5; 2 Kings 20:1; 2 Samuel 15:12; 1 Kings 16:18; Psalm 5:10
  23. 24 Genesis 32:2; 2 Samuel 2:8; Joshua 13:26
  24. 25 2 Samuel 19:13; 1 Chronicles 2:13; 2 Samuel 20:9–12; 2 Samuel 20:4; 1 Chronicles 2:16–17
  25. 26 Numbers 32:1–42; Deuteronomy 3:15; Joshua 17:1
  26. 27 1 Kings 2:7; 2 Samuel 9:4; 2 Samuel 10:1–2; 1 Samuel 11:1; Ezra 2:61
  27. 28 1 Samuel 25:18; Obadiah 3; Isaiah 32:8; 2 Samuel 16:1–2
  28. 29 2 Samuel 16:2; 2 Samuel 16:14; Isaiah 21:14; Psalm 84:11; Luke 8:3

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences