Skip to the text

2 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Kings 23 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και απέστειλεν ο βασιλεύς, και συνήγαγον προς αυτόν πάντας τους πρεσβυτέρους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ. 2 Και ανέβη ο βασιλεύς εις τον οίκον του Κυρίου, και πάντες οι άνδρες Ιούδα και πάντες οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ μετ' αυτού, και οι ιερείς και οι προφήται και πας ο λαός, από μικρού έως μεγάλου· και ανέγνωσεν εις επήκοον αυτών πάντας τους λόγους του βιβλίου της διαθήκης, το οποίον ευρέθη εν τω οίκω του Κυρίου. 3 Και σταθείς ο βασιλεύς πλησίον του στύλου, έκαμε την διαθήκην ενώπιον του Κυρίου, να περιπατή κατόπιν του Κυρίου και να φυλάττη τας εντολάς αυτού και τα μαρτύρια αυτού και τα διατάγματα αυτού εξ όλης καρδίας και εξ όλης ψυχής, ώστε να εκτελώσι τους λόγους της διαθήκης ταύτης, τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω τούτω. Και πας ο λαός εστάθη εις την διαθήκην. 4 Και προσέταξεν ο βασιλεύς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν και τους ιερείς της δευτέρας τάξεως και τους φύλακας της πύλης, να εκβάλωσιν εκ του ναού του Κυρίου πάντα τα σκεύη, τα κατεσκευασμένα διά τον Βάαλ και διά το άλσος και διά πάσαν την στρατιάν του ουρανού· και κατέκαυσεν αυτά έξω της Ιερουσαλήμ εν τοις αγροίς Κέδρων, και μετεκόμισαν την στάκτην αυτών εις Βαιθήλ. 5 Και κατήργησε τους ειδωλολάτρας ιερείς, τους οποίους οι βασιλείς του Ιούδα διώρισαν να θυμιάζωσιν εν τοις υψηλοίς τόποις, εν ταις πόλεσι του Ιούδα και εν τοις πέριξ της Ιερουσαλήμ· και τους θυμιάζοντας εις τον Βάαλ, εις τον ήλιον και εις την σελήνην και εις τα ζώδια και εις πάσαν την στρατιάν του ουρανού. 6 Και εξέβαλε το άλσος εκ του οίκου του Κυρίου, έξω της Ιερουσαλήμ, εις τον χείμαρρον Κέδρων, και κατέκαυσεν αυτό εν τω χειμάρρω Κέδρων και κατελέπτυνεν αυτό εις σκόνην, και έρριψε την σκόνην αυτού επί των μνημάτων των υιών του όχλου. 7 Και κατεκρήμνισε τους οίκους των σοδομιτών, τους εν τω οίκω του Κυρίου, όπου αι γυναίκες ύφαινον παραπετάσματα διά το άλσος. 8 Και έφερε πάντας τους ιερείς εκ των πόλεων του Ιούδα, και εβεβήλωσε τους υψηλούς τόπους, εις τους οποίους οι ιερείς εθυμίαζον, από Γεβά έως Βηρ-σαβεέ, και κατεκρήμνισε τους υψηλούς τόπους των πυλών, των εν τη εισόδω της πύλης Ιησού του άρχοντος της πόλεως, τη εξ αριστερών της πύλης της πόλεως. 9 Πλην οι ιερείς των υψηλών τόπων δεν ανέβησαν προς το θυσιαστήριον του Κυρίου εν Ιερουσαλήμ, αλλ' έτρωγον άζυμα μεταξύ των αδελφών αυτών. 10 Και εβεβήλωσε τον Τοφέθ, τον εν τη φάραγγι των υιών του Εννόμ· ώστε να μη δύναται μηδείς να διαβιβάση τον υιόν αυτού ή την θυγατέρα αυτού διά του πυρός εις τον Μολόχ. 11 Και αφήρεσε τους ίππους, τους οποίους οι βασιλείς του Ιούδα έστησαν εις τον ήλιον, κατά την είσοδον του οίκου του Κυρίου, πλησίον του οικήματος του Νάθαν-μελέχ του ευνούχου, το οποίον ήτο εν Φαρουρείμ, και κατέκαυσεν εν πυρί τας αμάξας του ηλίου. 12 Και τα θυσιαστήρια τα επί του δώματος του υπερώου του Άχαζ, τα οποία έκαμον οι βασιλείς του Ιούδα, και τα θυσιαστήρια, τα οποία έκαμεν ο Μανασσής εν ταις δύο αυλαίς του οίκου του Κυρίου, κατέστρεψεν αυτά ο βασιλεύς και κατεκρήμνισεν εκείθεν και έρριψε την σκόνην αυτών εις τον χείμαρρον Κέδρων. 13 Και τους υψηλούς τόπους τους κατά πρόσωπον της Ιερουσαλήμ, τους εν δεξιά του όρους της διαφθοράς, τους οποίους ωκοδόμησε Σολομών ο βασιλεύς του Ισραήλ διά την Αστάρτην το βδέλυγμα των Σιδωνίων, και διά τον Χεμώς το βδέλυγμα των Μωαβιτών, και διά τον Μελχώμ το βδέλυγμα των υιών Αμμών, εβεβήλωσεν ο βασιλεύς. 14 Και συνέτριψε τα αγάλματα και κατέκοψε τα άλση και εγέμισε τους τόπους αυτών από οστά ανθρώπων. 15 Και το θυσιαστήριον το εν Βαιθήλ και τον υψηλόν τόπον, τον οποίον έκαμεν Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να αμαρτήση, και εκείνο το θυσιαστήριον και τον υψηλόν τόπον κατεχάλασε και κατέκαυσε τον υψηλόν τόπον και ελέπτυνεν αυτά εις σκόνην και το άλσος κατέκαυσεν. 16 Ότε δε ο Ιωσίας εστράφη και είδε τους τάφους τους εκεί εν τω όρει, έστειλε και έλαβε τα οστά εκ των τάφων και κατέκαυσεν αυτά επί του θυσιαστηρίου, και εβεβήλωσεν αυτό· κατά τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον εκήρυξεν ο άνθρωπος του Θεού, ο λαλήσας τους λόγους τούτους. 17 Τότε είπε, Τι μνημείον είναι εκείνο το οποίον εγώ βλέπω; Και οι άνδρες της πόλεως είπον προς αυτόν, Ο τάφος του ανθρώπου του Θεού, όστις ήλθεν εξ Ιούδα και εκήρυξε τα πράγματα ταύτα, τα οποία συ έκαμες κατά του θυσιαστηρίου της Βαιθήλ. 18 Και είπεν, Αφήσατε αυτόν· ας μη κινήση μηδείς τα οστά αυτού. Και διέσωσαν τα οστά αυτού, μετά των οστέων του προφήτου του ελθόντος εκ Σαμαρείας. 19 Και πάντας έτι τους οίκους των υψηλών τόπων τους εν ταις πόλεσι της Σαμαρείας, τους οποίους έκαμον οι βασιλείς του Ισραήλ διά να παροργίσωσι τον Κύριον, ο Ιωσίας αφήρεσε, και έκαμεν εις αυτούς κατά πάντα τα έργα όσα έκαμεν εις Βαιθήλ. 20 Και εθυσίασεν επί των θυσιαστηρίων πάντας τους ιερείς των υψηλών τόπων τους εκεί, και κατέκαυσεν επ' αυτών τα οστά των ανθρώπων και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ. 21 Τότε προσέταξεν ο βασιλεύς εις πάντα τον λαόν, λέγων, Κάμετε το πάσχα εις Κύριον τον Θεόν σας, κατά το γεγραμμένον εν τω βιβλίω τούτω της διαθήκης. 22 Βεβαίως δεν έγεινε τοιούτον πάσχα από των ημερών των κριτών οίτινες έκρινον τον Ισραήλ, ουδέ εν πάσαις ταις ημέραις των βασιλέων του Ισραήλ και των βασιλέων του Ιούδα, 23 οποίον έγεινε προς τον Κύριον εν Ιερουσαλήμ το πάσχα τούτο, κατά το δέκατον όγδοον έτος του βασιλέως Ιωσίου. 24 Αφήρεσεν έτι ο Ιωσίας και τους ανταποκριτάς των δαιμονίων και τους μάντεις και τα ξόανα και τα είδωλα και πάντα τα βδελύγματα τα οποία εφαίνοντο εν τη γη του Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ, διά να εκτελέση τους λόγους του νόμου τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω, το οποίον εύρηκε Χελκίας ο ιερεύς εν τω οίκω του Κυρίου. 25 Και όμοιος αυτού δεν υπήρξε προ αυτού βασιλεύς, όστις επέστρεψεν εις τον Κύριον εξ όλης αυτού της καρδίας και εξ όλης αυτού της ψυχής και εξ όλης αυτού της δυνάμεως, κατά πάντα τον νόμον του Μωϋσέως· ουδέ ηγέρθη μετ' αυτόν όμοιος αυτού. 26 Πλην ο Κύριος δεν εστράφη από του θυμού της οργής αυτού της μεγάλης, καθ' ον εξήφθη η οργή αυτού κατά του Ιούδα, εξ αιτίας πάντων των παροργισμών, διά των οποίων παρώργισεν αυτόν ο Μανασσής. 27 Και είπε Κύριος, Και τον Ιούδαν θέλω εκβάλει απ' έμπροσθέν μου, καθώς εξέβαλον τον Ισραήλ, και θέλω απορρίψει την πόλιν ταύτην, την Ιερουσαλήμ, την οποίαν εξέλεξα, και τον οίκον περί του οποίου είπα, ο όνομά μου θέλει είσθαι εκεί. 28 Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωσίου και πάντα όσα έπραξε, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα; 29 Εν ταις ημέραις αυτού ανέβη ο Φαραώ-νεχαώ, βασιλεύς της Αιγύπτου, κατά του βασιλέως της Ασσυρίας επί τον ποταμόν Ευφράτην. Και υπήγεν ο βασιλεύς Ιωσίας εις απάντησιν αυτού· και εκείνος, ως είδεν αυτόν, εθανάτωσεν αυτόν εν Μεγιδδώ. 30 Και οι δούλοι αυτού επεβίβασαν αυτόν νεκρόν εις άμαξαν από Μεγιδδώ, και έφεραν αυτόν εις Ιερουσαλήμ, και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού. Ο δε λαός της γης έλαβε τον Ιωάχαζ υιόν του Ιωσίου, και έχρισαν αυτόν και έκαμον αυτόν βασιλέα αντί του πατρός αυτού. 31 Εικοσιτριών ετών ηλικίας ήτο ο Ιωάχαζ, ότε εβασίλευσε· και εβασίλευσε τρεις μήνας εν Ιερουσαλήμ. Το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο Αμουτάλ, θυγάτηρ του Ιερεμίου από Λιβνά. 32 Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα όσα έπραξαν οι πατέρες αυτού. 33 Και εφυλάκισεν αυτόν ο Φαραώ-νεχαώ εν Ριβλά εν τη γη Αιμάθ, διά να μη βασιλεύη εν Ιερουσαλήμ· και κατεδίκασε την γην εις πρόστιμον εκατόν ταλάντων αργυρίου και ενός ταλάντου χρυσίου. 34 Και έκαμεν ο Φαραώ-νεχαώ τον Ελιακείμ τον υιόν του Ιωσίου βασιλέα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού, και μετήλλαξε το όνομα αυτού εις Ιωακείμ· τον δε Ιωάχαζ έλαβε και έφερεν εις Αίγυπτον, και απέθανεν εκεί. 35 Ο δε Ιωακείμ έδωκεν εις τον Φαραώ το αργύριον και το χρυσίον· εφορολόγησεν όμως την γην, διά να δώση το αργύριον κατά την προσταγήν του Φαραώ· ο λαός της γης συνεισέφερε το αργύριον και το χρυσίον, έκαστος κατά την εκτίμησιν αυτού, διά να δώση εις τον Φαραώ-νεχαώ. 36 Εικοσιπέντε ετών ηλικίας ήτο ο Ιωακείμ, ότε εβασίλευσεν· εβασίλευσε δε ένδεκα έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο Ζεβουδά, θυγάτηρ του Φεδαίου από Ρουμά. 37 Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα όσα έπραξαν οι πατέρες αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Hamutal

    Mother of Jehoahaz and Zedekiah

    Daughter of Jeremiah from Libnah, named as the mother of Jehoahaz and of Zedekiah, kings of Judah.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:31; 2 Kings 24:18; Jeremiah 52:1

  • Jehoahaz

    King of Judah for three months

    Josiah's son, anointed king by the people of the land at twenty-three, who reigned three months before Pharaoh Neco imprisoned him at Riblah and carried him off to Egypt, where he…

    Cited in the guide: 2 Kings 23:30; 2 Kings 23:31; 2 Kings 23:33

  • Jehoiakim

    King of Judah, Babylon's vassal

    Josiah's son Eliakim, made king by Pharaoh Neco who changed his name, who reigned eleven years, became Nebuchadnezzar's vassal for three years and then rebelled, and was succeeded…

    Cited in the guide: 2 Kings 23:34; 2 Kings 23:36; 2 Kings 24:1

  • Jeremiah

    Father of Hamutal

    A man of Libnah named as the father of Hamutal, mother of King Zedekiah.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:31; 2 Kings 24:18; Jeremiah 52:1

  • Joshua

    Governor of Jerusalem under Josiah

    A governor of the city of Jerusalem, whose gate stood to the left of the city gate where Josiah tore down the high places of the gates.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:8

  • Josiah

    King of Judah

    The boy king who rediscovered the Law and led Judah's last great reform.

    Cited in the guide: 2 Kings 22-23; 2 Chron. 34-35; Matt. 1:10-11

  • Nathan-melech

    Official near the sun-horses

    An official whose chamber stood near the court where Josiah removed the horses dedicated to the sun.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:11

  • Neco

    Pharaoh of Egypt who killed Josiah

    Pharaoh and king of Egypt who marched to help the king of Assyria at the Euphrates, killed Josiah at Megiddo, imprisoned Jehoahaz, and made Eliakim king as Jehoiakim.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:29; 2 Kings 23:33; 2 Kings 23:34

  • Pedaiah

    Father of Zebidah

    Named as the father of Zebidah, the mother of King Jehoiakim.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:36

  • Zebidah

    Mother of Jehoiakim

    Daughter of Pedaiah from Rumah and mother of King Jehoiakim of Judah.

    Cited in the guide: 2 Kings 23:36

Cross references (36)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Chronicles 34:29–33; Deuteronomy 31:28; 2 Chronicles 29:20; 2 Chronicles 30:2; 2 Samuel 6:1
  2. 2 2 Kings 22:8; Deuteronomy 31:10–13; Revelation 20:12; Nehemiah 13:1; Nehemiah 8:1–8
  3. 3 2 Kings 11:14; 2 Kings 11:17; Deuteronomy 13:4; Joshua 24:24–25; Deuteronomy 8:19
  4. 4 2 Kings 21:7; 2 Kings 21:3; 2 Chronicles 33:3; 2 Kings 25:18; 1 Kings 16:31
  5. 5 Jeremiah 44:17–19; 2 Kings 21:3–4; Hosea 10:5; Jeremiah 8:1–2
  6. 6 2 Kings 23:15; 2 Chronicles 34:4; 2 Kings 10:27; Judges 3:7; Exodus 32:20
  7. 7 Ezekiel 16:16; 1 Kings 15:12; 1 Kings 14:24; Exodus 35:25–26; Genesis 19:4–5
  8. 8 1 Kings 15:22; Joshua 21:17; Isaiah 10:29; Genesis 26:23; Judges 20:1
  9. 9 Ezekiel 44:10–14; 1 Samuel 2:36; Malachi 2:8–9; Ezekiel 44:29–31
  10. 10 Jeremiah 19:6; Isaiah 30:33; Jeremiah 7:31–32; Leviticus 18:21; Jeremiah 32:35
  11. 11 Ezekiel 8:16; 2 Chronicles 34:4; 2 Kings 23:5; Deuteronomy 4:19; 2 Chronicles 14:5
  12. 12 Zephaniah 1:5; 2 Kings 21:5; Jeremiah 19:13; 2 Chronicles 33:5; 2 Chronicles 33:15
  13. 13 1 Kings 11:7; 1 Kings 11:5; Numbers 21:29; Judges 2:13; Judges 11:24
  14. 14 Exodus 23:24; Deuteronomy 7:5; 2 Kings 23:16; Micah 1:7; Numbers 33:52
  15. 15 2 Kings 23:6; 1 Kings 14:16; 2 Kings 10:31; 1 Kings 21:22; 1 Kings 12:28–13:1
  16. 16 1 Kings 13:1–2; 1 Kings 13:32; John 10:35; Matthew 24:35
  17. 17 1 Kings 13:1; 1 Kings 13:30–31
  18. 18 1 Kings 13:31; 1 Kings 13:1–22
  19. 19 2 Chronicles 34:6–7; Ezekiel 8:17–18; 2 Kings 17:9; 2 Kings 21:6; 1 Kings 13:32
  20. 20 2 Kings 11:18; 2 Chronicles 34:5; Exodus 22:20; 2 Kings 10:25; 1 Kings 13:2
  21. 21 Deuteronomy 16:1–8; Numbers 9:2–5; Numbers 28:16–25; 2 Chronicles 35:1–19; Exodus 12:3–20
  22. 22 2 Chronicles 35:3–19; 2 Chronicles 30:1–3; 2 Chronicles 30:13–20
  23. 24 Leviticus 19:31; Genesis 31:19; 2 Kings 21:6; Deuteronomy 18:10–12; Leviticus 20:27
  24. 25 2 Kings 18:5; Jeremiah 29:13; 1 Kings 8:48; Deuteronomy 6:5; John 1:17
  25. 26 2 Kings 24:4; 2 Kings 21:11–13; Jeremiah 15:1–4; 2 Kings 24:2; 2 Chronicles 36:16
  26. 27 2 Kings 18:11; 2 Kings 21:13; 2 Kings 21:4; 2 Kings 17:18; Jeremiah 33:24
  27. 28 2 Kings 20:20
  28. 29 Jeremiah 46:2; 2 Chronicles 35:20–24; Judges 5:19; Zechariah 12:11; 1 Kings 4:12
  29. 30 2 Kings 9:28; 2 Chronicles 36:1–4; 2 Kings 21:24; 2 Kings 14:21; 2 Chronicles 35:24
  30. 31 2 Kings 24:18; 1 Chronicles 3:15; Jeremiah 22:11
  31. 32 2 Kings 21:2–7; 2 Kings 21:21–22
  32. 33 2 Kings 25:6; 1 Kings 8:65; Jeremiah 52:26–27; Jeremiah 39:5–6; Jeremiah 52:9–10
  33. 34 Ezekiel 19:3–4; 1 Chronicles 3:15; 2 Kings 24:17; Jeremiah 22:11–12; Daniel 1:7
  34. 35 2 Kings 23:33; 2 Kings 15:19–20
  35. 36 2 Chronicles 36:5; Jeremiah 26:1; Jeremiah 1:3; 1 Chronicles 3:15
  36. 37 2 Chronicles 28:22–25; Jeremiah 36:31; Jeremiah 26:20–23; 2 Chronicles 33:22–23; 2 Chronicles 33:4–10

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences