Skip to the text

2 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

2 Kings 4 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Γυνή δε τις εκ των γυναικών των υιών των προφητών εβόα προς τον Ελισσαιέ, λέγουσα, Ο δούλός σου ο ανήρ μου απέθανε· και συ εξεύρεις ότι ο δούλός σου εφοβείτο τον Κύριον· και ο δανειστής ήλθε να λάβη τους δύο υιούς μου εις εαυτόν διά δούλους. 2 Και είπε προς αυτήν ο Ελισσαιέ, Τι να σοι κάμω; φανέρωσόν μοι τι έχεις εν τω οίκω σου; Η δε είπεν, Η δούλη σου δεν έχει ουδέν εν τω οίκω, ειμή εν αγγείον ελαίου. 3 Και είπεν, Ύπαγε, δανείσθητι έξωθεν αγγεία παρά πάντων των γειτόνων σου, αγγεία κενά· δανείσθητι ουχί ολίγα· 4 είσελθε έπειτα και κλείσον την θύραν όπισθέν σου και όπισθεν των υιών σου, και χύσον εκ του ελαίου εις πάντα τα σκεύη εκείνα, και τα γεμιζόμενα θες κατά μέρος. 5 Ανεχώρησε λοιπόν απ' αυτού και έκλεισε θύραν όπισθεν αυτής και όπισθεν των υιών αυτής· και εκείνοι μεν επλησίαζον εις αυτήν τα αγγεία, αυτή δε ενέχεε. 6 Και αφού εγέμισαν τα αγγεία, είπε προς τον υιόν αυτής, Φέρε μοι και άλλο αγγείον. Ο δε είπε προς αυτήν, Δεν είναι άλλο αγγείον. Και εστάθη το έλαιον. 7 Τότε ήλθε και απήγγειλε προς τον άνθρωπον του Θεού. Και εκείνος είπεν, Ύπαγε, πώλησον το έλαιον και πλήρωσον το χρέος σου και ζήσον με το υπόλοιπον, συ και τα τέκνα σου. 8 Και εν ημέρα τινί διέβαινεν ο Ελισσαιέ εις Σουνάμ, όπου ήτο γυνή τις μεγάλη, και αυτή εκράτησεν αυτόν διά να φάγη άρτον. Και οσάκις διέβαινεν, έστρεφεν εκεί διά να φάγη άρτον. 9 Και είπεν η γυνή προς τον άνδρα αυτής, Ιδού τώρα, γνωρίζω ότι είναι άγιος άνθρωπος του Θεού ούτος, όστις πάντοτε διαβαίνει προς ημάς· 10 ας κάμωμεν, παρακαλώ, μικρόν υπερώον επί του τοίχου· και ας βάλωμεν εκεί δι' αυτόν κλίνην και τράπεζαν και καθέδραν και λύχνον, διά να στρέφη εκεί, όταν έρχηται προς ημάς. 11 Και εν ημέρα τινί ήλθεν εκεί και έστρεψεν εις το υπερώον και εκοιμήθη εκεί. 12 Και είπε προς Γιεζεί τον υπηρέτην αυτού, Κάλεσον την Σουναμίτιν ταύτην. Και ότε εκάλεσεν αυτήν, εστάθη έμπροσθεν αυτού. 13 Και είπε προς αυτόν, Ειπέ τώρα προς αυτήν, Ιδού, συ έλαβες πάσας ταύτας τας φροντίδας υπέρ ημών· τι να κάμω προς σε; έχεις τι να είπης προς τον βασιλέα ή προς τον αρχιστράτηγον; Η δε απεκρίθη, Εγώ κατοικώ μεταξύ του λαού μου. 14 Και είπε, Τι λοιπόν να κάμω δι' αυτήν; Και ο Γιεζεί απεκρίθη, Αληθώς, αυτή δεν έχει τέκνον, και ο ανήρ αυτής είναι γέρων. 15 Και είπε, Κάλεσον αυτήν. Και ότε εκάλεσεν αυτήν, εστάθη εις την θύραν. 16 Και είπε, Το ερχόμενον έτος, κατά τούτον τον καιρόν, θέλεις έχει υιόν εις τας αγκάλας σου. Η δε είπε, Μη, κύριέ μου, άνθρωπε του Θεού, μη ψευσθής προς την δούλην σου. 17 Και η γυνή συνέλαβε και εγέννησεν υιόν το ερχόμενον έτος, κατά τον καιρόν εκείνον τον οποίον είπε προς αυτήν ο Ελισσαιέ. 18 Και ότε εμεγάλωσε το παιδίον, εξήλθεν ημέραν τινά προς τον πατέρα αυτού εις τους θεριστάς. 19 Και είπε προς τον πατέρα αυτού, Την κεφαλήν μου, την κεφαλήν μου. Ο δε είπε προς τον δούλον, Λάβε αυτό προς την μητέρα αυτού. 20 Και λαβών αυτό, έφερεν αυτό προς την μητέρα αυτού, και εκάθησεν επί των γονάτων αυτής μέχρι μεσημβρίας και απέθανε. 21 Και ανέβη και επλαγίασεν αυτό επί της κλίνης του ανθρώπου του Θεού, και έκλεισε την θύραν επάνωθεν αυτού και εξήλθε. 22 Και εκάλεσε τον άνδρα αυτής, λέγουσα, Απόστειλον προς εμέ, παρακαλώ, ένα εκ των δούλων και μίαν εκ των όνων, διά να τρέξω προς τον άνθρωπον του Θεού και να επιστρέψω. 23 Ο δε είπε, Διά τι συ υπάγεις σήμερον προς αυτόν; δεν είναι νεομηνία ουδέ σάββατον. Η δε είπεν, Ειρήνη. 24 Τότε έστρωσε την όνον και είπε προς τον δούλον αυτής, Σύρε και προχώρει μη παύσης εις εμέ την πορείαν, εκτός εάν σε προστάξω. 25 Και υπήγε και ήλθε προς τον άνθρωπον του Θεού εις το όρος τον Κάρμηλον. Και ως είδεν ο άνθρωπος του Θεού αυτήν μακρόθεν, είπε προς τον Γιεζεί τον υπηρέτην αυτού, Ιδού, η Σουναμίτις εκείνη· 26 τώρα λοιπόν, τρέξον εις συνάντησιν αυτής· και ειπέ προς αυτήν, Καλώς έχεις; καλώς έχει ο ανήρ σου; καλώς έχει το παιδίον; Η δε είπε, Καλώς. 27 Και ότε ήλθε προς τον άνθρωπον του Θεού εις το όρος, επίασε τους πόδας αυτού· ο δε Γιεζεί επλησίασε διά να αποσύρη αυτήν. Ο άνθρωπος όμως του Θεού είπεν, Άφες αυτήν· διότι η ψυχή αυτής είναι κατάπικρος εν αυτή· και ο Κύριος έκρυψεν αυτό απ' εμού και δεν μοι εφανέρωσε. 28 Και εκείνη είπε, Μήπως εζήτησα υιόν παρά του κυρίου μου; δεν είπα, Μη με απατάς; 29 Τότε είπε προς τον Γιεζεί, Ζώσθητι την οσφύν σου και λάβε την βακτηρίαν μου εις την χείρα σου και ύπαγε· εάν απαντήσης άνθρωπον, μη χαιρετήσης αυτόν· και εάν τις σε χαιρετήση, μη αποκριθής εις αυτόν· και επίθες την βακτηρίαν μου επί το πρόσωπον του παιδίου. 30 Και η μήτηρ του παιδίου είπε, Ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου, δεν θέλω σε αφήσει. Και εσηκώθη και ηκολούθησεν αυτήν. 31 Ο δε Γιεζεί επέρασεν έμπροσθεν αυτών, και επέθεσε την βακτηρίαν επί το πρόσωπον του παιδίου· πλην ουδεμία φωνή και ουδεμία ακρόασις. Όθεν επέστρεψεν εις συνάντησιν αυτού και απήγγειλε προς αυτόν, λέγων, Δεν εξύπνησε το παιδίον. 32 Και ότε εισήλθεν ο Ελισσαιέ εις την οικίαν, ιδού, το παιδίον νεκρόν, πλαγιασμένον επί της κλίνης αυτού. 33 Εισήλθε λοιπόν και έκλεισε την θύραν όπισθεν των δύο αυτών και προσηυχήθη εις τον Κύριον. 34 Και ανέβη και επλαγίασεν επί το παιδίον, και επέθεσε το στόμα αυτού επί το στόμα εκείνου, και τους οφθαλμούς αυτού επί τους οφθαλμούς εκείνου, και τας χείρας αυτού επί τας χείρας εκείνου· και εξηπλώθη επ' αυτό· και εθερμάνθη η σαρξ του παιδίου. 35 Έπειτα εσύρθη, και περιεπάτει εν τω οικήματι πότε εδώ και πότε εκεί· και ανέβη πάλιν και εξηπλώθη επ' αυτό· και το παιδίον επταρνίσθη έως επτάκις και ήνοιξε το παιδίον τους οφθαλμούς αυτού. 36 Τότε εφώνησε τον Γιεζεί και είπε, Κάλεσον ταύτην την Σουναμίτιν. Και εκάλεσεν αυτήν· και ότε εισήλθε προς αυτόν, είπε, Λάβε τον υιόν σου. 37 Και εκείνη εισήλθε και έπεσεν εις τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν έως εδάφους, και εσήκωσε τον υιόν αυτής και εξήλθεν. 38 Ο δε Ελισσαιέ επέστρεψεν εις Γάλγαλα· και ήτο πείνα εν τη γή· και οι υιοί των προφητών εκάθηντο έμπροσθεν αυτού· και είπε προς τον υπηρέτην αυτού, Στήσον τον λέβητα τον μέγαν και ψήσον μαγείρευμα διά τους υιούς των προφητών. 39 Και εξελθών τις εις τον αγρόν διά να συνάξη χόρτα, εύρηκεν αγριοκολοκύνθην, και εσύναξεν απ' αυτής άγρια κολοκύνθια εωσού εγέμισε το ιμάτιον αυτού, και επιστρέψας, έκοψεν αυτά εις τον λέβητα του μαγειρεύματος, επειδή δεν εγνώριζον αυτά. 40 Έπειτα εκένωσαν εις τους ανθρώπους διά να φάγωσι και καθώς έφαγον εκ του μαγειρεύματος, εξεφώνησαν και είπον, Άνθρωπε του Θεού, θάνατος είναι εν τω λέβητι. Και δεν ηδύναντο να φάγωσιν. 41 Ο δε είπε, Φέρετε άλευρον. Και έρριψεν αυτό εις τον λέβητα. Έπειτα είπε, Κένωσον εις τον λαόν, διά να φάγωσι. Και δεν ήτο ουδέν κακόν εν τω λέβητι. 42 Και ήλθεν άνθρωπός τις από Βάαλ-σαλισά, και έφερεν εις τον άνθρωπον του Θεού άρτον από των πρωτογεννημάτων, είκοσι κρίθινα ψωμία και νωπά αστάχυα σίτου, εν τω σάκκω αυτού. Και είπε, Δος εις τον λαόν, διά να φάγωσι. 43 Και ο θεράπων αυτού είπε, Τι να βάλω τούτο έμπροσθεν εκατόν ανθρώπων; Ο δε είπε, Δος εις τον λαόν, διά να φάγωσι διότι ούτω λέγει Κύριος· Θέλουσι φάγει και αφήσει υπόλοιπον. 44 Τότε έβαλεν έμπροσθεν αυτών, και έφαγον και αφήκαν υπόλοιπον, κατά τον λόγον του Κυρίου.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Gehazi

    Servant of Elisha

    Elisha's servant, who carried messages to the Shunammite woman, took gifts from Naaman by deceit and was struck with Naaman's leprosy, and later told the king of Elisha's wonders.

    Cited in the guide: 2 Kings 4:12; 2 Kings 4:31; 2 Kings 5:20

  • The Shunammite woman

    Woman of Shunem who hosted Elisha

    A prominent woman of Shunem who had a room built for Elisha, was promised a son, saw him raised from the dead by Elisha, and later appealed to the king for her house and land…

    Cited in the guide: 2 Kings 4:12; 2 Kings 4:25; 2 Kings 4:36

Cross references (41)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Matthew 18:25; 2 Kings 2:3; Nehemiah 5:2–5; Psalm 147:11; Leviticus 25:39–41
  2. 2 1 Kings 17:12; James 2:5; Matthew 15:34; 2 Kings 2:9; John 6:5–7
  3. 3 John 2:7; John 16:24; Psalm 81:10; 2 Kings 13:18–19; 2 Kings 3:16
  4. 4 Mark 8:5–9; Matthew 6:6; 2 Kings 4:32–33; John 2:7–9; Acts 9:40
  5. 5 2 Kings 5:11; Hebrews 11:7–8; 1 Kings 17:15–16; Luke 1:45
  6. 6 Matthew 14:20; 2 Kings 13:19; 2 Chronicles 6:12–13; Matthew 13:58; 1 Kings 17:14
  7. 7 2 Thessalonians 3:7–12; 1 Kings 12:22; Psalm 37:21; Philippians 4:8; Romans 12:17
  8. 8 Joshua 19:18; 2 Kings 4:11–12; Job 32:9; Job 1:3; Genesis 19:3
  9. 9 1 Kings 17:24; Proverbs 31:10–11; 2 Kings 4:7; 1 Thessalonians 2:10; Titus 1:8
  10. 10 Romans 12:13; Matthew 10:41–42; Matthew 25:40; Hebrews 10:24; Hebrews 13:2
  11. 12 2 Kings 8:4–5; 1 Kings 19:3; 2 Kings 4:29–31; 2 Kings 5:20–27; 2 Kings 3:11
  12. 13 2 Timothy 1:16–18; Philippians 4:18–19; Hebrews 6:10; 1 Timothy 6:6–8; 1 Thessalonians 5:12–13
  13. 14 Luke 1:7; 1 Samuel 1:8; Genesis 15:2–3; Genesis 18:10–14; Judges 13:2
  14. 16 Genesis 18:10; Luke 1:13; 2 Kings 4:28; Genesis 18:12–15; Genesis 17:21
  15. 17 Genesis 21:1; Luke 1:36; Psalm 113:9; Hebrews 11:11; 1 Samuel 1:19–20
  16. 18 Ruth 2:4
  17. 19 Job 14:1–2; Jeremiah 4:19
  18. 20 Luke 7:12; John 11:5; John 11:3; John 11:14; 1 Kings 17:17
  19. 21 2 Kings 4:32; 1 Kings 17:19; 2 Kings 4:7; 2 Kings 4:10
  20. 22 Acts 9:38; 2 Kings 4:26; John 11:3; 2 Kings 4:24
  21. 23 Numbers 10:10; 1 Chronicles 23:31; Numbers 28:11; Isaiah 1:13–15
  22. 24 1 Samuel 25:19–20; Exodus 4:20; 1 Kings 13:23; 1 Kings 13:13
  23. 25 2 Kings 2:25; Isaiah 35:2; 1 Kings 18:19; 1 Kings 18:42
  24. 26 Acts 15:36; 2 Kings 4:23; 1 Samuel 17:18; 1 Samuel 3:18; Job 1:21–22
  25. 27 2 Samuel 7:3; Genesis 18:17; Amos 3:7; 1 Samuel 1:10; 2 Kings 4:25
  26. 28 Genesis 30:1; 2 Kings 4:16
  27. 29 2 Kings 2:14; 1 Kings 18:46; Exodus 14:16; Luke 10:4; 2 Kings 9:1
  28. 30 2 Kings 2:2; Ruth 1:16–18; 2 Kings 2:4; Exodus 33:12–16
  29. 31 John 11:11; Mark 5:39; 1 Kings 18:29; Ephesians 5:14; Matthew 17:16–20
  30. 32 1 Kings 17:17; John 11:17; Luke 8:52–53
  31. 33 Matthew 6:6; 2 Kings 4:4; Acts 9:40; James 5:13–18; Luke 8:51
  32. 34 1 Kings 17:21; Acts 20:10
  33. 35 2 Kings 8:5; 2 Kings 13:21; 1 Kings 17:22; Acts 9:40; John 11:43–44
  34. 36 Hebrews 11:35; 1 Kings 17:23; Luke 7:15
  35. 37 Hebrews 11:35; 2 Kings 2:15; 1 Kings 17:24; 2 Kings 4:27
  36. 38 2 Kings 8:1; 2 Kings 2:3; 2 Kings 2:1; Luke 10:39; Acts 22:3
  37. 39 Isaiah 5:4; Jeremiah 2:21; Matthew 15:13; Hebrews 12:15
  38. 40 Mark 16:18; Exodus 15:23; Exodus 10:17; 2 Kings 1:11; 1 Kings 17:18
  39. 41 Exodus 15:25; 2 Kings 2:21; 1 Corinthians 1:25; Acts 28:5; 2 Kings 5:10
  40. 42 1 Samuel 9:7; Matthew 14:16–21; John 6:13; John 6:9; 1 Samuel 9:4
  41. 43 Luke 9:13; Matthew 14:20; John 6:9; Matthew 16:8–10; John 6:11–13

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences