Skip to the text

Acts · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Acts 22 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατέ με απολογούμενον τώρα προς εσάς. 2 Ακούσαντες δε ότι ελάλει προς αυτούς εις την Εβραϊκήν διάλεκτον, έδειξαν περισσοτέραν ησυχίαν. Και είπεν· 3 Εγώ μεν είμαι άνθρωπος Ιουδαίος, γεγεννημένος εν Ταρσώ της Κιλικίας, ανατεθραμμένος δε εν τη πόλει ταύτη παρά τους πόδας του Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατά την ακρίβειαν του πατροπαραδότου νόμου, ζηλωτής ων του Θεού, καθώς πάντες σεις είσθε σήμερον· 4 όστις κατέτρεξα μέχρι θανάτου ταύτην την οδόν, δεσμεύων και παραδίδων εις φυλακάς άνδρας τε και γυναίκας, 5 καθώς και ο αρχιερεύς μαρτυρεί εις εμέ και όλον το πρεσβυτέριον· παρά των οποίων και επιστολάς λαβών προς τους αδελφούς, επορευόμην εις Δαμασκόν διά να φέρω δεδεμένους εις Ιερουσαλήμ και τους εκεί όντας, διά να τιμωρηθώσιν. 6 Ενώ δε οδοιπορών επλησίαζον εις την Δαμασκόν, περί την μεσημβρίαν εξαίφνης έστραψε περί εμέ φως πολύ εκ του ουρανού, 7 και έπεσον εις το έδαφος και ήκουσα φωνήν λέγουσαν προς εμέ· Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις; 8 Εγώ δε απεκρίθην· Τις είσαι, Κύριε; Και είπε προς εμέ· Εγώ είμαι Ιησούς ο Ναζωραίος, τον οποίον συ διώκεις. 9 Οι όντες δε μετ' εμού το μεν φως είδον και κατεφοβήθησαν, την φωνήν όμως του λαλούντος προς εμέ δεν ήκουσαν. 10 Και είπον· Τι να κάμω, Κύριε; Και ο Κύριος είπε προς εμέ· Σηκωθείς ύπαγε εις Δαμασκόν, και εκεί θέλει σοι λαληθή περί πάντων όσα είναι διωρισμένα να κάμης. 11 Και επειδή εκ της λαμπρότητος του φωτός εκείνου δεν έβλεπον, χειραγωγούμενος υπό των όντων μετ' εμού ήλθον εις Δαμασκόν. 12 Ανανίας δε τις, άνθρωπος ευσεβής κατά τον νόμον, μαρτυρούμενος υπό πάντων των εκεί κατοικούντων Ιουδαίων, 13 ήλθε προς εμέ και σταθείς επάνω μου μοι, είπε· Σαούλ αδελφέ, ανάβλεψον. Και εγώ τη αυτή ώρα ανέβλεψα εις αυτόν. 14 Ο δε είπεν· Ο Θεός των πατέρων ημών σε διώρισε να γνωρίσης το θέλημα αυτού και να ίδης τον δίκαιον και να ακούσης φωνήν εκ του στόματος αυτού, 15 διότι θέλεις είσθαι μάρτυς περί αυτού προς πάντας τους ανθρώπους των όσα είδες και ήκουσας. 16 Και τώρα τι βραδύνεις; σηκωθείς βαπτίσθητι και απολούσθητι από των αμαρτιών σου, επικαλεσθείς το όνομα του Κυρίου. 17 Αφού δε υπέστρεψα εις Ιερουσαλήμ, ενώ προσηυχόμην εν τω ιερώ, ήλθον εις έκστασιν 18 και είδον αυτόν λέγοντα προς εμέ· Σπεύσον και έξελθε ταχέως εξ Ιερουσαλήμ, διότι δεν θέλουσι παραδεχθή την περί εμού μαρτυρίαν σου. 19 Και εγώ είπον· Κύριε, αυτοί εξεύρουσιν ότι εγώ εφυλάκιζον και έδερον εν ταις συναγωγαίς τους πιστεύοντας εις σέ· 20 και ότε εχύνετο το αίμα Στεφάνου του μάρτυρός σου, και εγώ ήμην παρών και συνεφώνουν εις τον φόνον αυτού και εφύλαττον τα ιμάτια των φονευόντων αυτόν. 21 Και είπε προς εμέ· Ύπαγε, διότι εγώ θέλω σε εξαποστείλει εις έθνη μακράν. 22 Και μέχρι τούτου του λόγου ήκουον αυτόν· τότε δε ύψωσαν την φωνήν αυτών, λέγοντες· Σήκωσον από της γης τον τοιούτον· διότι δεν πρέπει να ζη. 23 Και επειδή αυτοί εκραύγαζον και ετίναζον τα ιμάτια και έρριπτον κονιορτόν εις τον αέρα, 24 ο χιλίαρχος προσέταξε να φερθή εις το φρούριον, παραγγείλας να εξετασθή διά μαστίγων, διά να γνωρίση διά ποίαν αιτίαν εφώναζον ούτω κατ' αυτού. 25 Και καθώς εξήπλωσεν αυτόν δεδεμένον με τα λωρία, ο Παύλος είπε προς τον παρεστώτα εκατόνταρχον· Είναι τάχα νόμιμον εις εσάς άνθρωπον Ρωμαίον και ακατάκριτον να μαστιγόνητε; 26 Ακούσας δε ο εκατόνταρχος, υπήγε και απήγγειλε προς τον χιλίαρχον, λέγων· Βλέπε τι μέλλεις να κάμης· διότι ο άνθρωπος ούτος είναι Ρωμαίος. 27 Προσελθών δε ο χιλίαρχος, είπε προς αυτόν· Λέγε μοι, συ Ρωμαίος είσαι; Ο δε είπε· Ναι. 28 Και απεκρίθη ο χιλίαρχος· Εγώ διά πολλών χρημάτων απέκτησα ταύτην την πολιτογράφησιν. Ο δε Παύλος είπεν· Αλλ' εγώ και εγεννήθην Ρωμαίος. 29 Ευθύς λοιπόν απεσύρθησαν απ' αυτού οι μέλλοντες να βασανίσωσιν αυτόν. Και ο χιλίαρχος έτι εφοβήθη γνωρίσας ότι είναι Ρωμαίος, και διότι είχε δέσει αυτόν. 30 Τη δε επαύριον θέλων να μάθη το βέβαιον, περί τίνος κατηγορείται παρά των Ιουδαίων, έλυσεν αυτόν από των δεσμών, και προσέταξε να έλθωσιν οι αρχιερείς και όλον το συνέδριον αυτών και καταβιβάσας τον Παύλον, έστησεν έμπροσθεν αυτών.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Ananias

    Disciple at Damascus

    A disciple at Damascus whom the Lord sent to lay hands on Saul, restore his sight, and baptize him.

    Cited in the guide: Acts 9:10; Acts 9:17; Acts 22:12

  • Gamaliel

    Pharisee and teacher of the law

    A respected Pharisee on the Sanhedrin who counseled leaving the apostles alone; Paul later said he had been educated at his feet.

    Cited in the guide: Acts 5:34; Acts 22:3

Places

  • Tarsus

    Today: Southern Turkey (Cilicia)

    A wealthy university city in Cilicia and Paul's hometown. He was also a Roman citizen by birth (Acts 22:28), which shaped his missionary strategy and legal appeals.

    Cited in the guide: Acts 9:11; Acts 21:39; Acts 22:3

Cross references (28)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Acts 7:2; 2 Timothy 4:16; Acts 13:26; Acts 23:6; Acts 23:1
  2. 2 Acts 21:40
  3. 3 Philippians 3:5–6; Acts 26:5; Acts 9:11; Acts 5:34; Acts 21:39
  4. 4 Acts 22:19–20; 1 Timothy 1:13–15; Acts 26:9–11; Acts 8:1–4; 1 Corinthians 15:9
  5. 5 Acts 9:1–2; Luke 22:66; Acts 5:21; Acts 22:1; Acts 13:26
  6. 6 Acts 26:12–18; Acts 9:3–8; Revelation 1:16; Genesis 15:2; 2 Samuel 8:6
  7. 7 Jeremiah 2:9; Matthew 25:45; 1 Timothy 1:13; Genesis 22:1; 1 Samuel 3:10
  8. 8 Acts 26:9; 1 Samuel 8:7; Matthew 10:40–42; Acts 6:14; Matthew 25:45
  9. 9 Acts 9:7; Daniel 10:7; Acts 26:13; John 12:29–30
  10. 10 Acts 16:30; Acts 26:16–18; Acts 22:12–16; Acts 2:37; Psalm 25:8–9
  11. 11 Acts 9:8–9; Acts 13:11; Isaiah 42:16
  12. 12 Acts 10:22; Acts 6:3; 3 John 12; Acts 17:4; 2 Corinthians 6:8
  13. 13 Acts 9:17–18; Philemon 16
  14. 14 Galatians 1:12; 1 Corinthians 15:8; 1 Corinthians 9:1; Acts 26:16; Acts 9:15
  15. 15 Acts 23:11; Acts 4:20; John 15:27; Luke 24:47–48; Acts 1:8
  16. 16 Acts 2:38; Acts 2:21; Titus 3:5; Hebrews 10:22; 1 Corinthians 6:11
  17. 17 2 Corinthians 12:1–4; Acts 10:9–10; Acts 9:26–28; Acts 26:20; Revelation 1:10
  18. 18 Acts 9:29; Matthew 10:14; Ezekiel 3:6–7; Luke 21:21; Acts 3:19
  19. 19 Acts 22:4; Matthew 10:17; Acts 8:3; Acts 9:1; Acts 26:9–12
  20. 20 Acts 7:58; Acts 8:1; Romans 1:32; Revelation 2:13; Luke 11:48
  21. 21 Acts 9:15; 1 Timothy 2:7; Ephesians 3:6–8; Romans 15:16; Galatians 2:7–8
  22. 22 Acts 25:24; Acts 21:36; John 19:15; Luke 23:18; Acts 7:54–57
  23. 23 2 Samuel 16:13; Ecclesiastes 10:3; Acts 7:58; Acts 26:11; Acts 7:53
  24. 24 John 19:1; Acts 21:34; Acts 23:10; Acts 21:31–32; Acts 16:22–23
  25. 25 Acts 16:37; Acts 25:16; Acts 27:43; Acts 22:27–28; Acts 23:17
  26. 26 Acts 23:27; Acts 22:29
  27. 29 Acts 21:33; Acts 22:24–26; Hebrews 11:35; Acts 16:38–39
  28. 30 Acts 23:28; Acts 21:33; Acts 26:29; Acts 21:11; Acts 5:21

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 22:17 John Chrysostom, Homilies on the Acts of the Apostles (Homily XLVIII)

    See how he thrusts himself (into danger), I came, he says, after that vision, "to Jerusalem. I was in a trance," etc. Again, this is without witness: but observe, the witness follows from the result. He said, "They will not receive thy testimony:" they did not receive it.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 11 (1889)

  2. Quotes verse 22:8 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XIII)

    … or else, if they do receive all these, they must necessarily admit also that testimony concerning Paul, when he (Luke) tells us that the Lord spoke at first to him from heaven: "Saul, Saul, why persecutest thou Me? I am Jesus Christ, whom thou persecutest;" and then to Ananias, saying regarding him: "Go thy way; for he is a chosen …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)