1 Εγώ είπα εν τη καρδία μου, Ελθέ τώρα, να σε δοκιμάσω δι' ευφροσύνης· και εντρύφα εις αγαθά· και ιδού, και τούτο ματαιότης. 2 Είπα περί του γέλωτος, Είναι μωρία· και περί της χαράς, Τι ωφελεί αύτη; 3 Εσκέφθην εν τη καρδία μου να ευφραίνω την σάρκα μου με οίνον, ενώ έτι η καρδία μου ησχολείτο εις την σοφίαν· και να κρατήσω την μωρίαν, εωσού ίδω τι είναι το αγαθόν εις τους υιούς των ανθρώπων, διά να κάμνωσιν αυτό υπό τον ουρανόν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών. 4 Έκαμον πράγματα μεγάλα εις εμαυτόν· ωκοδόμησα εις εμαυτόν οικίας· εφύτευσα δι' εμαυτόν αμπελώνας. 5 Έκαμον δι' εμαυτόν κήπους και παραδείσους και εφύτευσα εν αυτοίς δένδρα παντός καρπού. 6 Έκαμον δι' εμαυτόν δεξαμενάς υδάτων, διά να ποτίζω εξ αυτών το άλσος το κατάφυτον εκ δένδρων. 7 Απέκτησα δούλους και δούλας και είχον δούλους οικογενείς· απέκτησα έτι αγέλας και ποίμνια περισσότερα υπέρ πάντας τους υπάρξαντας προ εμού εν Ιερουσαλήμ. 8 Συνήθροισα εις εμαυτόν και αργύριον και χρυσίον και εκλεκτά κειμήλια βασιλέων και τόπων· απέκτησα εις εμαυτόν άδοντας και αδούσας και τα εντρυφήματα των υιών των ανθρώπων, παν είδος παλλακίδων. 9 Και εμεγαλύνθην και ηυξήνθην υπέρ πάντας τους υπάρξαντας προ εμού εν Ιερουσαλήμ· και η σοφία μου έμενεν εν εμοί. 10 Και παν ό,τι εζήτησαν οι οφθαλμοί μου, δεν ηρνήθην εις αυτούς· δεν εμπόδισα την καρδίαν μου από πάσης ευφροσύνης, διότι η καρδία μου ευφραίνετο εις πάντας τους μόχθους μου· και τούτο ήτο η μερίς μου εκ παντός του μόχθου μου. 11 Και παρετήρησα εγώ εν πάσι τοις έργοις μου τα οποία έκαμον αι χείρές μου, και εν παντί τω μόχθω τον οποίον εμόχθησα, και ιδού, τα πάντα ματαιότης και θλίψις πνεύματος, και ουδέν όφελος υπό τον ήλιον. 12 Και εστράφην εγώ διά να παρατηρήσω την σοφίαν και την μωρίαν και την αφροσύνην· διότι τι θέλει κάμει άνθρωπος ελθών μετά τον βασιλέα; ό,τι έκαμον ήδη. 13 Και εγώ είδον ότι η σοφία υπερέχει της αφροσύνης, καθώς το φως υπερέχει του σκότους. 14 Του σοφού οι οφθαλμοί είναι εν τη κεφαλή αυτού, ο δε άφρων περιπατεί εν τω σκότει· πλην εγώ εγνώρισα έτι ότι εν συνάντημα θέλει συναντήσει εις πάντας τούτους. 15 Διά τούτο είπα εγώ εν τη καρδία μου, Καθώς συμβαίνει εις τον άφρονα, ούτω θέλει συμβή και εις εμέ· διά τι λοιπόν εγώ να γείνω σοφώτερος; όθεν εσυμπέρανα πάλιν εν τη καρδία μου, ότι και τούτο είναι ματαιότης. 16 Διότι δεν θέλει μένει διαπαντός η μνήμη του σοφού ουδέ του άφρονος· επειδή εν ταις επερχομέναις ημέραις τα πάντα θέλουσι πλέον λησμονηθή. Και πως θέλει αποθάνει ο σοφός μετά του άφρονος; 17 Διά τούτο εμίσησα την ζωήν, διότι μοχθηρά εφάνησαν εις εμέ τα έργα τα γενόμενα υπό τον ήλιον· επειδή τα πάντα ματαιότης και θλίψις πνεύματος. 18 Εμίσησα έτι εγώ πάντα τον μόχθον μου, τον οποίον είχον μοχθήσει υπό τον ήλιον· διότι αφίνω αυτόν εις τον άνθρωπον όστις θέλει σταθή μετ' εμέ. 19 Και τις οίδεν αν θέλη είσθαι σοφός η άφρων; και όμως θέλει εξουσιάσει επί παντός του μόχθου μου, τον οποίον εμόχθησα και εις τον οποίον έδειξα την σοφίαν μου υπό τον ήλιον· ματαιότης και τούτο. 20 Όθεν εγώ στραφείς απήλπισα την καρδίαν μου περί παντός του μόχθου, τον οποίον εμόχθησα υπό τον ήλιον. 21 Διότι είναι άνθρωπος, του οποίου ο μόχθος εστάθη εν σοφία και γνώσει και εν ορθότητι· και όμως αφίνει αυτόν εις άλλον διά μερίδα αυτού, όστις δεν εκοπίασεν εις αυτόν· και τούτο ματαιότης και κακόν μέγα. 22 Διότι τις ωφέλεια εις τον άνθρωπον από παντός του μόχθου αυτού και από της θλίψεως της καρδίας αυτού, εις τα οποία μοχθεί υπό τον ήλιον; 23 Επειδή πάσαι αι ημέραι αυτού είναι πόνος, και οι μόχθοι αυτού λύπη· και την νύκτα έτι η καρδία αυτού δεν κοιμάται· είναι και τούτο ματαιότης. 24 Δεν είναι αγαθόν εις τον άνθρωπον να τρώγη και να πίνη και να κάμνη την ψυχήν αυτού να απολαμβάνη καλόν εκ του μόχθου αυτού; και τούτο είδον εγώ, ότι είναι από της χειρός του Θεού. 25 Διότι τις θέλει φάγει και τις θέλει εντρυφήσει υπέρ εμέ; 26 Επειδή ο Θεός εις τον άνθρωπον τον αρεστόν ενώπιον αυτού δίδει σοφίαν και γνώσιν και χαράν· εις δε τον αμαρτωλόν δίδει περισπασμόν, εις το να προσθέτη και να επισωρεύη, διά να δώση αυτά εις τον αρεστόν ενώπιον αυτού· και τούτο ματαιότης και θλίψις πνεύματος.
Ecclesiastes · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Ecclesiastes 2 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings
Notes on this text (2)
- The Old Testament is translated from the Hebrew, not from the Septuagint read in the Orthodox Church; there are no deuterocanonical books.
- Katharevousa (learned 19th-century Greek), as in the CrossWire module (text from theword.gr).
Cross references (26)
Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.
- 1 Luke 12:19; Ecclesiastes 8:15; James 5:1; James 5:5; Psalm 27:8
- 2 Proverbs 14:13; Ecclesiastes 7:2–6; 1 Peter 4:2–4; Amos 6:3–6; Isaiah 22:12–13
- 3 Proverbs 20:1; Ecclesiastes 1:17; Proverbs 31:4–5; Ecclesiastes 6:12; Ecclesiastes 12:13
- 4 1 Kings 7:1–12; 2 Chronicles 8:11; 2 Chronicles 8:1–6; Psalm 49:11; 1 Kings 9:1
- 5 Song of Songs 6:2; Luke 17:27–29; Song of Songs 4:12–5:1; Genesis 2:8–9; Jeremiah 39:4
- 6 Nehemiah 2:14; Song of Songs 7:4; Psalm 1:3; Jeremiah 17:8
- 7 2 Chronicles 32:27–29; Genesis 13:2; 2 Kings 3:4; 1 Kings 9:20–22; 2 Chronicles 26:10
- 8 1 Kings 10:10; 1 Kings 9:28; 2 Samuel 19:35; 1 Kings 10:14; 1 Chronicles 25:6
- 9 1 Chronicles 29:25; Ecclesiastes 1:16; 1 Kings 10:23; 2 Chronicles 9:22–23; 1 Kings 3:12
- 10 Ecclesiastes 9:9; Ecclesiastes 5:18; Ecclesiastes 3:22; Psalm 119:37; Psalm 128:2
- 11 Ecclesiastes 1:14; 1 John 2:16–17; Ecclesiastes 1:3; Genesis 1:31; Exodus 39:43
- 12 Ecclesiastes 1:17; Ecclesiastes 7:25; Ecclesiastes 1:9–10
- 13 Ephesians 5:8; Ecclesiastes 7:11–12; Matthew 6:23; Ecclesiastes 11:7; Malachi 3:18–4:2
- 14 Psalm 49:10; Proverbs 17:24; Ecclesiastes 9:11; Ecclesiastes 9:1–3; 1 John 2:11
- 15 Ecclesiastes 6:8; Ecclesiastes 1:14; Ecclesiastes 1:18–2:1; 1 Kings 3:12; Ecclesiastes 1:16
- 16 Ecclesiastes 1:11; Ecclesiastes 9:5; Malachi 3:16; Exodus 1:8; Psalm 88:12
- 17 Ecclesiastes 2:11; Ecclesiastes 4:2; Jonah 4:8; 1 Kings 19:4; Numbers 11:15
- 18 Psalm 39:6; Psalm 49:10; Luke 16:27–28; Luke 12:20; Ecclesiastes 5:18
- 19 Ecclesiastes 3:22; James 3:17; 1 Kings 14:25–28; Ecclesiastes 9:13; James 1:17
- 20 1 Thessalonians 3:3–4; Job 17:11–15; Psalm 39:6–7; Genesis 43:14; 2 Corinthians 1:8–10
- 21 Ecclesiastes 2:17–18; Ecclesiastes 9:18; Jeremiah 22:15; 2 Chronicles 31:20–21; 2 Chronicles 35:18
- 22 Psalm 127:2; Ecclesiastes 1:3; Ecclesiastes 3:9; Ecclesiastes 4:6; Philippians 4:6
- 23 Job 14:1; Job 5:7; Job 7:13–14; Psalm 127:2; Psalm 6:6–7
- 24 Ecclesiastes 3:22; 1 Timothy 6:17; Ecclesiastes 8:15; Ecclesiastes 3:12–13; Ecclesiastes 5:18–19
- 25 Ecclesiastes 2:1–12
- 26 Proverbs 13:22; Job 27:16–17; Proverbs 28:8; John 16:24; Isaiah 3:10–11
Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences
What the Fathers said
Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).
How these were chosen
“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).
… is nothing substantial, nothing lasting, he bewails, among the other vanities that are under the sun, this also, that though wisdom excelleth folly as light excelleth darkness, and though the eyes of the wise man are in his head, while the fool walketh in darkness, yet one event happeneth to them all, that is to say, in this life under …
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)
Listen to Solomon, saying, "As far as light excelleth darkness, so doth wisdom excel folly." But how shall we instruct him that is in darkness?
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)