Saltar al texto

Eclesiastés · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Eclesiastés 2 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Εγώ είπα εν τη καρδία μου, Ελθέ τώρα, να σε δοκιμάσω δι' ευφροσύνης· και εντρύφα εις αγαθά· και ιδού, και τούτο ματαιότης. 2 Είπα περί του γέλωτος, Είναι μωρία· και περί της χαράς, Τι ωφελεί αύτη; 3 Εσκέφθην εν τη καρδία μου να ευφραίνω την σάρκα μου με οίνον, ενώ έτι η καρδία μου ησχολείτο εις την σοφίαν· και να κρατήσω την μωρίαν, εωσού ίδω τι είναι το αγαθόν εις τους υιούς των ανθρώπων, διά να κάμνωσιν αυτό υπό τον ουρανόν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών. 4 Έκαμον πράγματα μεγάλα εις εμαυτόν· ωκοδόμησα εις εμαυτόν οικίας· εφύτευσα δι' εμαυτόν αμπελώνας. 5 Έκαμον δι' εμαυτόν κήπους και παραδείσους και εφύτευσα εν αυτοίς δένδρα παντός καρπού. 6 Έκαμον δι' εμαυτόν δεξαμενάς υδάτων, διά να ποτίζω εξ αυτών το άλσος το κατάφυτον εκ δένδρων. 7 Απέκτησα δούλους και δούλας και είχον δούλους οικογενείς· απέκτησα έτι αγέλας και ποίμνια περισσότερα υπέρ πάντας τους υπάρξαντας προ εμού εν Ιερουσαλήμ. 8 Συνήθροισα εις εμαυτόν και αργύριον και χρυσίον και εκλεκτά κειμήλια βασιλέων και τόπων· απέκτησα εις εμαυτόν άδοντας και αδούσας και τα εντρυφήματα των υιών των ανθρώπων, παν είδος παλλακίδων. 9 Και εμεγαλύνθην και ηυξήνθην υπέρ πάντας τους υπάρξαντας προ εμού εν Ιερουσαλήμ· και η σοφία μου έμενεν εν εμοί. 10 Και παν ό,τι εζήτησαν οι οφθαλμοί μου, δεν ηρνήθην εις αυτούς· δεν εμπόδισα την καρδίαν μου από πάσης ευφροσύνης, διότι η καρδία μου ευφραίνετο εις πάντας τους μόχθους μου· και τούτο ήτο η μερίς μου εκ παντός του μόχθου μου. 11 Και παρετήρησα εγώ εν πάσι τοις έργοις μου τα οποία έκαμον αι χείρές μου, και εν παντί τω μόχθω τον οποίον εμόχθησα, και ιδού, τα πάντα ματαιότης και θλίψις πνεύματος, και ουδέν όφελος υπό τον ήλιον. 12 Και εστράφην εγώ διά να παρατηρήσω την σοφίαν και την μωρίαν και την αφροσύνην· διότι τι θέλει κάμει άνθρωπος ελθών μετά τον βασιλέα; ό,τι έκαμον ήδη. 13 Και εγώ είδον ότι η σοφία υπερέχει της αφροσύνης, καθώς το φως υπερέχει του σκότους. 14 Του σοφού οι οφθαλμοί είναι εν τη κεφαλή αυτού, ο δε άφρων περιπατεί εν τω σκότει· πλην εγώ εγνώρισα έτι ότι εν συνάντημα θέλει συναντήσει εις πάντας τούτους. 15 Διά τούτο είπα εγώ εν τη καρδία μου, Καθώς συμβαίνει εις τον άφρονα, ούτω θέλει συμβή και εις εμέ· διά τι λοιπόν εγώ να γείνω σοφώτερος; όθεν εσυμπέρανα πάλιν εν τη καρδία μου, ότι και τούτο είναι ματαιότης. 16 Διότι δεν θέλει μένει διαπαντός η μνήμη του σοφού ουδέ του άφρονος· επειδή εν ταις επερχομέναις ημέραις τα πάντα θέλουσι πλέον λησμονηθή. Και πως θέλει αποθάνει ο σοφός μετά του άφρονος; 17 Διά τούτο εμίσησα την ζωήν, διότι μοχθηρά εφάνησαν εις εμέ τα έργα τα γενόμενα υπό τον ήλιον· επειδή τα πάντα ματαιότης και θλίψις πνεύματος. 18 Εμίσησα έτι εγώ πάντα τον μόχθον μου, τον οποίον είχον μοχθήσει υπό τον ήλιον· διότι αφίνω αυτόν εις τον άνθρωπον όστις θέλει σταθή μετ' εμέ. 19 Και τις οίδεν αν θέλη είσθαι σοφός η άφρων; και όμως θέλει εξουσιάσει επί παντός του μόχθου μου, τον οποίον εμόχθησα και εις τον οποίον έδειξα την σοφίαν μου υπό τον ήλιον· ματαιότης και τούτο. 20 Όθεν εγώ στραφείς απήλπισα την καρδίαν μου περί παντός του μόχθου, τον οποίον εμόχθησα υπό τον ήλιον. 21 Διότι είναι άνθρωπος, του οποίου ο μόχθος εστάθη εν σοφία και γνώσει και εν ορθότητι· και όμως αφίνει αυτόν εις άλλον διά μερίδα αυτού, όστις δεν εκοπίασεν εις αυτόν· και τούτο ματαιότης και κακόν μέγα. 22 Διότι τις ωφέλεια εις τον άνθρωπον από παντός του μόχθου αυτού και από της θλίψεως της καρδίας αυτού, εις τα οποία μοχθεί υπό τον ήλιον; 23 Επειδή πάσαι αι ημέραι αυτού είναι πόνος, και οι μόχθοι αυτού λύπη· και την νύκτα έτι η καρδία αυτού δεν κοιμάται· είναι και τούτο ματαιότης. 24 Δεν είναι αγαθόν εις τον άνθρωπον να τρώγη και να πίνη και να κάμνη την ψυχήν αυτού να απολαμβάνη καλόν εκ του μόχθου αυτού; και τούτο είδον εγώ, ότι είναι από της χειρός του Θεού. 25 Διότι τις θέλει φάγει και τις θέλει εντρυφήσει υπέρ εμέ; 26 Επειδή ο Θεός εις τον άνθρωπον τον αρεστόν ενώπιον αυτού δίδει σοφίαν και γνώσιν και χαράν· εις δε τον αμαρτωλόν δίδει περισπασμόν, εις το να προσθέτη και να επισωρεύη, διά να δώση αυτά εις τον αρεστόν ενώπιον αυτού· και τούτο ματαιότης και θλίψις πνεύματος.

Referencias cruzadas (26)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Lucas 12:19; Eclesiastés 8:15; Santiago 5:1; Santiago 5:5; Salmo 27:8
  2. 2 Proverbios 14:13; Eclesiastés 7:2–6; 1 Pedro 4:2–4; Amós 6:3–6; Isaías 22:12–13
  3. 3 Proverbios 20:1; Eclesiastés 1:17; Proverbios 31:4–5; Eclesiastés 6:12; Eclesiastés 12:13
  4. 4 1 Reyes 7:1–12; 2 Crónicas 8:11; 2 Crónicas 8:1–6; Salmo 49:11; 1 Reyes 9:1
  5. 5 Cantar de los Cantares 6:2; Lucas 17:27–29; Cantar de los Cantares 4:12–5:1; Génesis 2:8–9; Jeremías 39:4
  6. 6 Nehemías 2:14; Cantar de los Cantares 7:4; Salmo 1:3; Jeremías 17:8
  7. 7 2 Crónicas 32:27–29; Génesis 13:2; 2 Reyes 3:4; 1 Reyes 9:20–22; 2 Crónicas 26:10
  8. 8 1 Reyes 10:10; 1 Reyes 9:28; 2 Samuel 19:35; 1 Reyes 10:14; 1 Crónicas 25:6
  9. 9 1 Crónicas 29:25; Eclesiastés 1:16; 1 Reyes 10:23; 2 Crónicas 9:22–23; 1 Reyes 3:12
  10. 10 Eclesiastés 9:9; Eclesiastés 5:18; Eclesiastés 3:22; Salmo 119:37; Salmo 128:2
  11. 11 Eclesiastés 1:14; 1 Juan 2:16–17; Eclesiastés 1:3; Génesis 1:31; Éxodo 39:43
  12. 12 Eclesiastés 1:17; Eclesiastés 7:25; Eclesiastés 1:9–10
  13. 13 Efesios 5:8; Eclesiastés 7:11–12; Mateo 6:23; Eclesiastés 11:7; Malaquías 3:18–4:2
  14. 14 Salmo 49:10; Proverbios 17:24; Eclesiastés 9:11; Eclesiastés 9:1–3; 1 Juan 2:11
  15. 15 Eclesiastés 6:8; Eclesiastés 1:14; Eclesiastés 1:18–2:1; 1 Reyes 3:12; Eclesiastés 1:16
  16. 16 Eclesiastés 1:11; Eclesiastés 9:5; Malaquías 3:16; Éxodo 1:8; Salmo 88:12
  17. 17 Eclesiastés 2:11; Eclesiastés 4:2; Jonás 4:8; 1 Reyes 19:4; Números 11:15
  18. 18 Salmo 39:6; Salmo 49:10; Lucas 16:27–28; Lucas 12:20; Eclesiastés 5:18
  19. 19 Eclesiastés 3:22; Santiago 3:17; 1 Reyes 14:25–28; Eclesiastés 9:13; Santiago 1:17
  20. 20 1 Tesalonicenses 3:3–4; Job 17:11–15; Salmo 39:6–7; Génesis 43:14; 2 Corintios 1:8–10
  21. 21 Eclesiastés 2:17–18; Eclesiastés 9:18; Jeremías 22:15; 2 Crónicas 31:20–21; 2 Crónicas 35:18
  22. 22 Salmo 127:2; Eclesiastés 1:3; Eclesiastés 3:9; Eclesiastés 4:6; Filipenses 4:6
  23. 23 Job 14:1; Job 5:7; Job 7:13–14; Salmo 127:2; Salmo 6:6–7
  24. 24 Eclesiastés 3:22; 1 Timoteo 6:17; Eclesiastés 8:15; Eclesiastés 3:12–13; Eclesiastés 5:18–19
  25. 25 Eclesiastés 2:1–12
  26. 26 Proverbios 13:22; Job 27:16–17; Proverbios 28:8; Juan 16:24; Isaías 3:10–11

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 2:13 Augustine of Hippo, The City of God (Book XX, Chapters 3–5)

    … is nothing substantial, nothing lasting, he bewails, among the other vanities that are under the sun, this also, that though wisdom excelleth folly as light excelleth darkness, and though the eyes of the wise man are in his head, while the fool walketh in darkness, yet one event happeneth to them all, that is to say, in this life under …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  2. Cita 2:13 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXXIII)

    Listen to Solomon, saying, "As far as light excelleth darkness, so doth wisdom excel folly." But how shall we instruct him that is in darkness?

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)