Skip to the text

Mark · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Mark 14 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Μετά δε δύο ημέρας ήτο το πάσχα και τα άζυμα. Και εζήτουν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πως να συλλάβωσιν αυτόν με δόλον και να θανατώσωσιν. 2 Έλεγον δε, Μη εν τη εορτή, μήποτε γείνη θόρυβος του λαού. 3 Και ενώ αυτός ήτο εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, και εκάθητο εις την τράπεζαν, ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου καθαράς πολυτίμου, και συντρίψασα το αλάβαστρον, έχυσε το μύρον επί της κεφαλής αυτού. 4 Ήσαν δε τινές αγανακτούντες καθ' εαυτούς και λέγοντες· Διά τι έγεινεν η απώλεια αύτη του μύρου; 5 διότι ηδύνατο τούτο να πωληθή υπέρ τριακόσια δηνάρια και να δοθώσιν εις τους πτωχούς· και ωργίζοντο κατ' αυτής. 6 Αλλ' ο Ιησούς είπεν· Αφήσατε αυτήν· διά τι ενοχλείτε αυτήν; καλόν έργον έπραξεν εις εμέ. 7 Διότι τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, και όταν θέλητε, δύνασθε να ευεργετήσητε αυτούς· εμέ όμως πάντοτε δεν έχετε. 8 ό,τι ηδύνατο αύτη έπραξε· προέλαβε να αλείψη με μύρον το σώμα μου διά τον ενταφιασμόν. 9 Αληθώς σας λέγω, Όπου αν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εις όλον τον κόσμον, και εκείνο το οποίον έπραξεν αύτη θέλει λαληθή εις μνημόσυνον αυτής. 10 Τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, εις των δώδεκα, υπήγε προς τους αρχιερείς, διά να παραδώση αυτόν εις αυτούς. 11 Εκείνοι δε ακούσαντες εχάρησαν και υπεσχέθησαν να δώσωσιν εις αυτόν αργύρια· και εζήτει πως να παραδώση αυτόν εν ευκαιρία. 12 Και τη πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε εθυσίαζον το πάσχα, λέγουσι προς αυτόν οι μαθηταί αυτού· Που θέλεις να υπάγωμεν και να ετοιμάσωμεν διά να φάγης το πάσχα; 13 Και αποστέλλει δύο των μαθητών αυτού και λέγει προς αυτούς· Υπάγετε εις την πόλιν, και θέλει σας απαντήσει άνθρωπος βαστάζων σταμνίον ύδατος· ακολουθήσατε αυτόν, 14 και όπου εισέλθη, είπατε προς τον οικοδεσπότην ότι ο Διδάσκαλος λέγει· Που είναι το κατάλυμα, όπου θέλω φάγει το πάσχα μετά των μαθητών μου; 15 Και αυτός θέλει σας δείξει ανώγεον μέγα εστρωμένον έτοιμον· εκεί ετοιμάσατε εις ημάς. 16 Και εξήλθον οι μαθηταί αυτού και ήλθον εις την πόλιν, και εύρον καθώς είπε προς αυτούς, και ητοίμασαν το πάσχα. 17 Και ότε έγεινεν εσπέρα, έρχεται μετά των δώδεκα· 18 και ενώ εκάθηντο εις την τράπεζαν και έτρωγον, είπεν ο Ιησούς· Αληθώς σας λέγω ότι εις εξ υμών θέλει με παραδώσει, όστις τρώγει μετ' εμού. 19 Οι δε ήρχισαν να λυπώνται και να λέγωσι προς αυτόν εις έκαστος· Μήπως εγώ; και άλλος· Μήπως εγώ; 20 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς· Εις εκ των δώδεκα, ο εμβάπτων μετ' εμού εις το πινάκιον την χείρα. 21 Ο μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού· ουαί δε εις τον άνθρωπον εκείνον, διά του οποίου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται· καλόν ήτο εις τον άνθρωπον εκείνον, αν δεν ήθελε γεννηθή. 22 Και ενώ έτρωγον, λαβών ο Ιησούς άρτον ευλογήσας έκοψε και έδωκεν εις αυτούς και είπε· λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου. 23 Και λαβών το ποτήριον, ευχαρίστησε και έδωκεν εις αυτούς, και έπιον εξ αυτού πάντες. 24 Και είπε προς αυτούς· Τούτο είναι το αίμα μου το της καινής διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον. 25 Αληθώς σας λέγω ότι δεν θέλω πίει πλέον εκ του γεννήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης, όταν πίνω αυτό νέον εν τη βασιλεία του Θεού. 26 Και αφού ύμνησαν, εξήλθον εις το όρος των ελαιών, 27 Και λέγει προς αυτούς ο Ιησούς ότι πάντες θέλετε σκανδαλισθή εν εμοί την νύκτα ταύτην· διότι είναι γεγραμμένον, Θέλω πατάξει τον ποιμένα και θέλουσι διασκορπισθή τα πρόβατα· 28 αφού όμως αναστηθώ, θέλω υπάγει πρότερον υμών εις την Γαλιλαίαν. 29 Ο δε Πέτρος είπε προς αυτόν· Και εάν πάντες σκανδαλισθώσιν, εγώ όμως ουχί. 30 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Αληθώς σοι λέγω ότι σήμερον την νύκτα ταύτην, πριν ο αλέκτωρ φωνάξη δις, τρίς θέλεις με απαρνηθή. 31 Ο δε έτι μάλλον έλεγεν· Εάν γείνη χρεία να συναποθάνω μετά σου, δεν θέλω σε απαρνηθή. Ωσαύτως δε και πάντες έλεγον. 32 Και έρχονται εις χωρίον ονομαζόμενον Γεθσημανή, και λέγει προς τους μαθητάς αυτού· Καθήσατε εδώ, εωσού προσευχηθώ· 33 και παραλαμβάνει τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και Ιωάννην μεθ' εαυτού, και ήρχισε να εκθαμβήται και να αδημονή. 34 Και λέγει προς αυτούς· Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου· μείνατε εδώ και αγρυπνείτε. 35 Και προχωρήσας ολίγον, έπεσεν επί της γης και προσηύχετο να παρέλθη αν ήναι δυνατόν απ' αυτού η ώρα εκείνη, 36 και έλεγεν· Αββά ο Πατήρ, πάντα είναι δυνατά εις σέ· απομάκρυνον απ' εμού το ποτήριον τούτο. Ουχί όμως ό,τι θέλω εγώ, αλλ' ό,τι συ. 37 Και έρχεται και ευρίσκει αυτούς κοιμωμένους και λέγει προς τον Πέτρον· Σίμων, κοιμάσαι; δεν ηδυνήθης μίαν ώραν να αγρυπνήσης; 38 αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν· το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. 39 Και πάλιν υπήγε και προσηυχήθη, ειπών τον αυτόν λόγον. 40 Και επιστρέψας εύρεν αυτούς πάλιν κοιμωμένους· διότι οι οφθαλμοί αυτών ήσαν βεβαρημένοι και δεν ήξευρον τι να αποκριθώσι προς αυτόν. 41 Και έρχεται την τρίτην φοράν και λέγει προς αυτούς· Κοιμάσθε το λοιπόν και αναπαύεσθε. Αρκεί· ήλθεν η ώρα· ιδού, παραδίδεται ο Υιός του άνθρωπου εις τας χείρας των αμαρτωλών. 42 Εγέρθητε, υπάγωμεν· ιδού, ο παραδίδων με επλησίασε. 43 Και ευθύς, ενώ ελάλει έτι, έρχεται ο Ιούδας, εις εκ των δώδεκα, και μετ' αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων, παρά των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων. 44 Ο δε παραδίδων αυτόν είχε δώσει εις αυτούς σημείον, λέγων· Όντινα φιλήσω, αυτός είναι· πιάσατε αυτόν και φέρετε ασφαλώς. 45 Και ότε ήλθεν, ευθύς πλησιάσας εις αυτόν λέγει· Ραββί, Ραββί, και κατεφίλησεν αυτόν. 46 Και εκείνοι επέβαλον επ' αυτόν τας χείρας αυτών και επίασαν αυτόν. 47 Εις δε τις των παρεστώτων σύρας την μάχαιραν, εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως και απέκοψε το ωτίον αυτού. 48 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς· Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων να με συλλάβητε; 49 καθ' ημέραν ήμην πλησίον υμών εν τω ιερώ διδάσκων, και δεν με επιάσατε, πλην τούτο έγεινε διά να πληρωθώσιν αι γραφαί. 50 Και αφήσαντες αυτόν πάντες έφυγον. 51 Και εις τις νεανίσκος ηκολούθει αυτόν, περιτετυλιγμένος σινδόνα εις το γυμνόν σώμα αυτού· και πιάνουσιν αυτόν οι νεανίσκοι. 52 Ο δε αφήσας την σινδόνα, έφυγεν απ' αυτών γυμνός. 53 Και έφεραν τον Ιησούν προς τον αρχιερέα· και συνέρχονται προς αυτόν πάντες οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς. 54 Και ο Πέτρος από μακρόθεν ηκολούθησεν αυτόν έως ένδον της αυλής του αρχιερέως, και συνεκάθητο μετά των υπηρετών και εθερμαίνετο εις το πυρ. 55 Οι δε αρχιερείς και όλον το συνέδριον εζήτουν κατά του Ιησού μαρτυρίαν, διά να θανατώσωσιν αυτόν, και δεν εύρισκον. 56 Διότι πολλοί εψευδομαρτύρουν κατ' αυτού, αλλ' αι μαρτυρίαι δεν ήσαν σύμφωνοι. 57 Και τινές σηκωθέντες εψευδομαρτύρουν κατ' αυτού, λέγοντες 58 ότι Ημείς ηκούσαμεν αυτόν λέγοντα, ότι Εγώ θέλω χαλάσει τον ναόν τούτον τον χειροποίητον και διά τριών ημερών άλλον αχειροποίητον θέλω οικοδομήσει. 59 Πλην ουδέ ούτως ήτο σύμφωνος μαρτυρία αυτών. 60 Και σηκωθείς ο αρχιερεύς εις το μέσον, ηρώτησε τον Ιησούν, λέγων· Δεν αποκρίνεσαι ουδέν; τι μαρτυρούσιν ούτοι κατά σου; 61 Ο δε εσιώπα και δεν απεκρίθη ουδέν. Πάλιν ο αρχιερεύς ηρώτα αυτόν, λέγων προς αυτόν· Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Ευλογητού; 62 Ο δε Ιησούς είπεν· Εγώ είμαι· και θέλετε ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον μετά των νεφελών του ουρανού. 63 Τότε ο αρχιερεύς, διασχίσας τα ιμάτια αυτού, λέγει· Τι χρείαν έχομεν πλέον μαρτύρων; 64 ηκούσατε την βλασφημίαν· τι σας φαίνεται; Οι δε πάντες κατέκριναν αυτόν ότι είναι ένοχος θανάτου. 65 Και ήρχισάν τινές να εμπτύωσιν εις αυτόν και να περικαλύπτωσι το πρόσωπον αυτού και να γρονθίζωσιν αυτόν και να λέγωσι προς αυτόν· Προφήτευσον· και οι υπηρέται έτυπτον αυτόν με ραπίσματα. 66 Και ενώ ήτο ο Πέτρος εν τη αυλή κάτω, έρχεται μία των θεραπαινίδων του αρχιερέως, 67 και ότε είδε τον Πέτρον θερμαινόμενον, εμβλέψασα εις αυτόν, λέγει· Και συ έσο μετά του Ναζαρηνού Ιησού. 68 Ο δε ηρνήθη, λέγων· Δεν εξεύρω ουδέ καταλαμβάνω τι συ λέγεις. Και εξήλθεν έξω εις το προαύλιον, και ο αλέκτωρ εφώναξε. 69 Και η θεράπαινα ιδούσα αυτόν πάλιν, ήρχισε να λέγη προς τους παρεστώτας ότι ούτος εξ αυτών είναι. 70 Ο δε πάλιν ηρνείτο. Και μετ' ολίγον πάλιν οι παρεστώτες έλεγον προς τον Πέτρον· Αληθώς εξ αυτών είσαι· διότι Γαλιλαίος είσαι και η λαλιά σου ομοιάζει. 71 Εκείνος δε ήρχισε να αναθεματίζη και να ομνύη ότι δεν εξεύρω τον άνθρωπον τούτον, τον οποίον λέγετε. 72 Και ο αλέκτωρ εφώναξεν εκ δευτέρου. Και ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον, τον οποίον είπε προς αυτόν ο Ιησούς, ότι Πριν ο αλέκτωρ φωνάξη δις, θέλεις με αρνηθή τρίς. Και ήρχισε να κλαίη πικρώς.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Simon the Leper

    Host at Bethany

    The man in whose home in Bethany Jesus was anointed with perfume by a woman.

    Cited in the guide: Matthew 26:6; Mark 14:3

Places

  • Gethsemane

    Today: Slope of the Mount of Olives

    Gethsemane ('oil press') was a garden on the lower Mount of Olives. Jesus prayed here on the night of his arrest; ancient olive trees still grow on the traditional site.

    Cited in the guide: Matthew 26:36; Mark 14:32; Luke 22:44

Cross references (69)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Exodus 12:6–20; Luke 22:1–2; John 13:1; Deuteronomy 16:1–8; Leviticus 23:5–7
  2. 2 John 7:40; Mark 11:18; Proverbs 21:30; Mark 11:32; Luke 20:6
  3. 3 Luke 7:37–39; John 12:1–8; John 11:2; Matthew 26:6–13; Song of Songs 4:13–14
  4. 4 John 12:4–5; Matthew 26:8–9; Ecclesiastes 5:4–8; Malachi 1:12–13; Ecclesiastes 4:4
  5. 5 John 13:29; Matthew 20:11; Psalm 106:25; 1 Corinthians 10:10; Matthew 18:28
  6. 6 Titus 3:14; Matthew 26:10; Hebrews 13:21; Hebrews 10:24; Titus 2:7
  7. 7 Deuteronomy 15:11; Matthew 26:11; James 2:14–16; 1 John 3:16–19; John 16:5
  8. 8 2 Corinthians 8:12; John 12:7; Mark 15:42–16:1; Luke 23:53–24:3; 2 Corinthians 8:1–3
  9. 9 Matthew 26:12–13; Mark 16:15; Matthew 24:14; Psalm 112:6–9; Zechariah 6:14
  10. 10 Luke 22:3–6; Matthew 26:14–16; John 13:2; Psalm 41:9; Matthew 10:4
  11. 11 1 Timothy 6:10; Matthew 26:15; Hosea 7:3; Jude 11; Proverbs 28:21–22
  12. 12 Exodus 12:6; Numbers 28:16–18; Exodus 12:18; 1 Corinthians 5:7–8; Exodus 12:8
  13. 13 Matthew 26:18–19; Luke 22:10–13; Luke 19:30–33; Hebrews 5:9; Hebrews 4:13
  14. 14 Revelation 3:20; Mark 10:17; John 13:13; John 11:28; Mark 11:3
  15. 15 Acts 1:13; John 21:17; Proverbs 21:1–2; Proverbs 16:1; 2 Chronicles 6:30
  16. 16 Luke 22:13; John 16:4; Luke 22:35
  17. 17 Luke 22:14; Matthew 26:20–24; Luke 22:21–23; John 13:21–26
  18. 18 Psalm 41:9; John 6:47; John 6:70; Matthew 6:5; Mark 6:11
  19. 19 John 13:22; Matthew 26:22; Luke 22:21–23
  20. 20 John 13:26; John 6:71; Mark 14:43; Matthew 26:23; Luke 22:47
  21. 21 Matthew 26:24–25; Isaiah 53:1–12; Matthew 18:6–7; Daniel 9:24; Zechariah 13:7
  22. 22 Matthew 26:26–29; Mark 14:24; 1 Corinthians 10:16–17; 1 Corinthians 11:23–29; Luke 24:30
  23. 23 Mark 14:22; Matthew 26:27; 1 Corinthians 10:16; Romans 14:6; Luke 22:17
  24. 24 Exodus 24:8; Zechariah 9:11; Hebrews 9:15–23; Revelation 7:9–17; Hebrews 13:20–21
  25. 25 Matthew 26:29; Psalm 104:15; Zechariah 9:17; Luke 22:29–30; Joel 3:18
  26. 26 Matthew 26:30; Luke 22:39; 1 Corinthians 14:15; Psalm 47:6–7; Judges 18:1–4
  27. 27 Zechariah 13:7; John 16:32; Matthew 26:31; John 16:1; 2 Timothy 4:16
  28. 28 Matthew 28:16; Mark 16:7; Matthew 28:7; Matthew 28:10; Matthew 26:32
  29. 29 Luke 22:33–34; John 13:36–38; Matthew 26:33–35; John 21:15
  30. 30 Mark 14:66–72; John 13:38; Luke 22:34; Genesis 1:5; Genesis 1:8
  31. 31 John 13:37; Exodus 19:8; Jeremiah 17:9; Proverbs 16:18; Deuteronomy 5:27–29
  32. 32 Mark 14:39; Mark 14:36; Psalm 18:5–6; Psalm 22:1–2; Psalm 88:1–3
  33. 33 Luke 22:44; Hebrews 5:7; Mark 5:37; Mark 1:16–19; Psalm 69:1–3
  34. 34 John 12:27; Mark 13:35–37; 1 Peter 5:8; Isaiah 53:12; Lamentations 1:12
  35. 35 Mark 14:41; Deuteronomy 9:18; Genesis 17:3; Acts 10:25–26; Hebrews 5:7
  36. 36 Galatians 4:6; John 5:30; Romans 8:15–16; Hebrews 5:7–8; John 12:27
  37. 37 Matthew 26:40; Mark 14:29–31; Mark 14:40–41; Luke 9:31–32; Hebrews 12:3
  38. 38 Matthew 26:41; Luke 21:36; Matthew 24:42; Luke 22:40; Romans 7:18–25
  39. 39 Matthew 26:42–44; Matthew 6:7; 2 Corinthians 12:8; Luke 18:1
  40. 40 Romans 3:19; Mark 9:33–34; Genesis 44:16
  41. 41 Mark 14:35; Mark 9:31; John 17:1; John 12:27; Mark 7:9
  42. 42 Matthew 26:46; John 18:1–2
  43. 43 Luke 22:47–53; John 18:3–11; Matthew 26:47–56; Psalm 2:1–2; Psalm 22:11–13
  44. 44 Matthew 26:48–50; Proverbs 27:6; Exodus 12:13; Psalm 55:20–21
  45. 45 John 13:13–14; Isaiah 1:3; John 20:16; Mark 12:14; Luke 6:46
  46. 46 Judges 16:21; John 18:12; Acts 2:23; Lamentations 4:20
  47. 47 Luke 22:49–51; Matthew 26:51–54; John 18:10–11
  48. 48 1 Samuel 26:18; Luke 22:52–53; 1 Samuel 24:14–15; Matthew 26:55
  49. 49 John 18:20; John 8:2; Matthew 26:54; Luke 22:37; Daniel 9:24–26
  50. 50 Mark 14:27; John 16:32; Psalm 88:18; 2 Timothy 4:16; Psalm 88:7–8
  51. 52 Mark 13:14–16; Genesis 39:12
  52. 53 Matthew 26:57–68; Luke 22:54–62; John 18:12–14; John 18:19–24; Isaiah 53:7
  53. 54 John 18:18; Matthew 26:3; John 18:25; John 18:15–16; 1 Samuel 13:7
  54. 55 Matthew 26:59–60; 1 Peter 3:16–18; Acts 24:1–13; Matthew 5:22; 1 Kings 21:13
  55. 57 Acts 6:13–14; Matthew 26:60–61; Jeremiah 26:8–9; Mark 15:29; Matthew 27:40
  56. 58 John 2:19; Hebrews 9:11; 2 Corinthians 5:1; Acts 7:48; Mark 15:29
  57. 60 John 19:9–10; Mark 15:3–5; Matthew 26:62–63
  58. 61 Matthew 26:63–64; Mark 15:2; Isaiah 53:7; John 10:30–31; John 19:7
  59. 62 Daniel 7:13–14; Psalm 110:1; Hebrews 1:3; Mark 13:26; Matthew 24:30
  60. 63 Matthew 26:65; Numbers 14:6; Acts 14:13–14; Isaiah 36:22–37:1; Jeremiah 36:23–24
  61. 64 Leviticus 24:16; John 19:7; John 10:31–33; John 8:58–59; Matthew 26:65–66
  62. 65 Matthew 26:67–68; Acts 23:2; Luke 22:63–64; John 19:3; Isaiah 50:6
  63. 66 Mark 14:54; Matthew 26:69–75; John 18:25–27; John 18:15–18; Matthew 26:58
  64. 67 Mark 14:54; Mark 10:47; Acts 10:38; John 1:45–49; John 19:19
  65. 68 Mark 14:29–31; Matthew 26:71–72; 2 Timothy 2:12–13; Mark 14:72; John 13:36–38
  66. 69 Mark 14:38; Galatians 6:1; John 18:17; Luke 22:58; John 18:25
  67. 70 Matthew 26:73–74; Luke 22:59–60; Mark 14:68; Acts 2:7; John 18:26–27
  68. 71 1 Corinthians 10:12; 2 Kings 10:32; 2 Kings 8:12–15; Jeremiah 17:9
  69. 72 Mark 14:30; Mark 14:68; Ezekiel 7:16; 2 Samuel 24:10; Jeremiah 31:18–20

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 14:38 Polycarp of Smyrna, Epistle to the Philippians (The Epistle of Polycarp to the Philippians)

    … which has been handed down to us from the beginning; "watching unto prayer," and persevering in fasting; beseeching in our supplications the all-seeing God "not to lead us into temptation," as the Lord has said: "The spirit truly is willing, but the flesh is weak."

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 14:21 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book II, Chapter XIX)

    Besides, the Lord also declared regarding him, "Woe to the man by whom the Son of man shall be betrayed;" and, "It were better for him if he had never been born;" and he was called the "son of perdition" by Him.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Quotes verse 14:58 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LXVI)

    For false witnesses, when they were asked what they had heard Him say, alleged against Him: "We heard Him saying, I will destroy this Temple, and after three days I will raise it up." "After three days I will raise up," they had heard: "I will destroy," they had not heard: but had heard "destroy ye." One word they changed …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)

  4. Quotes verse 14:29 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXXII)

    "But Peter answered and said, Though all men should be offended because of Thee, yet will I never be offended."

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Quotes verse 14:21 John of Damascus, An Exact Exposition of the Orthodox Faith (Book IV, Chapters XXI–XXIII)

    Although, then, the Lord said, Good were it for that man that he had never been born, He said it in condemnation not of His own creation but of the evil which His own creation had acquired by his own choice and through his own heedlessness.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 9 (1899)