Skip to the text

Judges · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Judges 8 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και είπον προς αυτόν οι άνδρες Εφραΐμ, Τι είναι το πράγμα τούτο, το οποίον έκαμες εις ημάς, ότι δεν εκάλεσας ημάς ότε υπήγες να πολεμήσης εναντίον του Μαδιάμ; και ελογομάχησαν σφόδρα μετ' αυτού. 2 Ο δε είπε προς αυτούς, Τι έκαμα τώρα ως προς εσάς; δεν είναι καλήτερον το αποτρύγημα του Εφραΐμ παρά τον τρυγητόν του Αβί-εζέρ; 3 παρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σας τους αρχηγούς του Μαδιάμ, τον Ωρήβ και τον Ζήβ· και τι ηδυνάμην να κάμω ως προς εσάς; Τότε το πνεύμα αυτών ησύχασε προς αυτόν, ότε ελάλησε τον λόγον τούτον. 4 Και ελθών ο Γεδεών εις τον Ιορδάνην, διέβη, αυτός και οι τριακόσιοι άνδρες οι μετ' αυτού, αποκαμωμένοι, όμως καταδιώκοντες. 5 Και είπε προς τους ανθρώπους της Σοκχώθ, Δότε, παρακαλώ, άρτους τινάς εις τον λαόν τον ακολουθούντά με· διότι είναι αποκαμωμένος, και εγώ καταδιώκω οπίσω του Ζεβεέ και του Σαλμανά, των βασιλέων του Μαδιάμ. 6 Και απεκρίθησαν οι αρχηγοί της Σοκχώθ, Μήπως αι χείρες του Ζεβεέ και του Σαλμανά είναι τώρα εις την χείρα σου, ώστε να δώσωμεν άρτους εις το στράτευμά σου; 7 Και είπεν ο Γεδεών, Διά τούτο, αφού παραδώση ο Κύριος τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά εις την χείρα μου, τότε εγώ θέλω καταξάνει τας σάρκας σας με τας ακάνθας της ερήμου και με τους τριβόλους. 8 Και ανέβη εκείθεν εις Φανουήλ και ελάλησεν ωσαύτως προς αυτούς· και απεκρίθησαν οι άνδρες της Φανουήλ προς αυτόν καθώς απεκρίθησαν οι άνδρες της Σοκχώθ. 9 Ο δε είπε και προς τους άνδρας της Φανουήλ, λέγων, Όταν επιστρέψω εν ειρήνη, θέλω κατασκάψει τον πύργον τούτον. 10 Ο Ζεβεέ δε και ο Σαλμανά ήσαν εν Καρκόρ και τα στρατεύματα αυτών μετ' αυτών, ως δεκαπέντε χιλιάδες, πάντες οι εναπολειφθέντες όλου του στρατεύματος των κατοίκων της ανατολής· διότι έπεσον εκατόν είκοσι χιλιάδες ανδρών συρόντων ρομφαίαν. 11 Και ανέβη ο Γεδεών από της οδού των κατοικούντων εν σκηναίς, από ανατολών της Νοβά και της Ιογβέα, και επάταξε το στρατόπεδον· ήτο δε το στρατόπεδον εν αφοβία. 12 Ο δε Ζεβεέ και ο Σαλμανά έφευγον, και αυτός κατεδίωκεν οπίσω αυτών, και συνέλαβε τους δύο βασιλείς του Μαδιάμ, τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά, και άπαν το στρατόπεδον κατετρόπωσε. 13 Και επέστρεψεν ο Γεδεών ο υιός του Ιωάς εκ της μάχης από της αναβάσεως της Αρές. 14 Και συλλαβών νέον τινά εκ των ανδρών της Σοκχώθ, ηρώτησεν αυτόν· ο δε περιέγραψε προς αυτόν τους αρχηγούς της Σοκχώθ και τους πρεσβυτέρους αυτής, εβδομήκοντα επτά άνδρας. 15 Και ήλθεν ο Γεδεών προς τους άνδρας της Σοκχώθ και είπεν, Ιδού, ο Ζεβεέ και ο Σαλμανά, διά τους οποίους με ωνειδίσατε, λέγοντες, Μήπως αι χείρες του Ζεβεέ και του Σαλμανά ήναι τώρα εις την χείρα σου, ώστε να δώσωμεν άρτους εις τους ανθρώπους σου, τους αποκαμωμένους; 16 Και έλαβε τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τας ακάνθας της ερήμου και τους τριβόλους, και επαίδευσε με αυτά τους άνδρας της Σοκχώθ. 17 Και τον πύργον της Φανουήλ κατέσκαψε και εθανάτωσε τους άνδρας της πόλεως. 18 Τότε είπε προς τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά, Οποίοι ήσαν οι άνθρωποι τους οποίους εθανατώσατε εν Θαβώρ; Οι δε είπον, Οποίος συ, τοιούτοι ήσαν· έκαστος ώμοίαζεν υιόν βασιλέως. 19 Ο δε είπεν, Αδελφοί μου, υιοί της μητρός μου ήσαν· ζη Κύριος, εάν ηθέλετε φυλάξει την ζωήν αυτών, εγώ δεν ήθελον σας θανατώσει. 20 Και είπε προς τον Ιεθέρ τον πρωτότοκον αυτού, Σηκωθείς θανάτωσον αυτούς· αλλ' ο νέος δεν έσυρε την ρομφαίαν αυτού, διότι εφοβείτο, επειδή ήτο έτι παιδίον. 21 Τότε είπεν ο Ζεβεέ και ο Σαλμανά, Σηκώθητι συ και πέσον εφ' ημάς· διότι κατά τον άνθρωπον και η δύναμις αυτού. Και σηκωθείς ο Γεδεών εθανάτωσε τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά, και έλαβε τους μηνίσκους τους περί τον τράχηλον των καμήλων αυτών. 22 Και είπον οι άνδρες Ισραήλ προς τον Γεδεών, Γενού άρχων εφ' ημάς, και συ και ο υιός σου και ο υιός του υιού σου, διότι έσωσας ημάς από της χειρός του Μαδιάμ. 23 Ο δε Γεδεών είπε προς αυτούς, Δεν θέλω γείνει άρχων εφ' υμάς εγώ, αλλ' ουδέ ο υιός μου θέλει γείνει άρχων εφ' υμάς· ο Κύριος θέλει είσθαι άρχων εφ' υμάς. 24 Και είπεν ο Γεδεών προς αυτούς, θέλω ζητήσει από σας ζήτημα· να μοι δώσητε έκαστος τα ενώτια εκ των λαφύρων αυτού· διότι οι εχθροί είχον ενώτια χρυσά, όντες Ισμαηλίται. 25 Και απεκρίθησαν, Θέλομεν δώσει αυτά μετά χαράς. Και ήπλωσαν φόρεμα και έρριπτεν εκεί έκαστος τα ενώτια εκ των λαφύρων αυτού. 26 Και το βάρος των χρυσών ενωτίων, τα οποία εζήτησεν, ήτο χίλιοι και επτακόσιοι σίκλοι χρυσοί· εκτός των μηνίσκων και των περιδεραίων και των πορφυρών, τα οποία ήσαν επί τους βασιλείς του Μαδιάμ, και εκτός των περιλαιμίων, τα οποία ήσαν εις τους τραχήλους των καμήλων αυτών. 27 Και έκαμεν ο Γεδεών εφόδ εξ αυτών και έθεσεν αυτό εν τη πόλει αυτού, εν Οφρά· και επόρνευσε πας ο Ισραήλ οπίσω αυτού εκεί· και έγεινε παγίς εις τον Γεδεών και εις τον οίκον αυτού. 28 Και εταπεινώθη ο Μαδιάμ έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, και δεν εσήκωσε πλέον την κεφαλήν αυτού. Και ανεπαύθη η γη τεσσαράκοντα έτη εν ταις ημέραις του Γεδεών. 29 Τότε υπήγεν ο Ιεροβάαλ υιός του Ιωάς και κατώκησεν εν τω οίκω αυτού. 30 Είχε δε Γεδεών εβδομήκοντα υιούς εξελθόντας εκ των μηρών αυτού· διότι είχε γυναίκας πολλάς. 31 Και η παλλακή αυτού, η εν Συχέμ, και αυτή εγέννησεν εις αυτόν υιόν, τον οποίον αυτός ωνόμασεν Αβιμέλεχ. 32 Και απέθανεν ο Γεδεών ο υιός του Ιωάς εν γήρατι καλώ και ετάφη εν τω τάφω Ιωάς του πατρός αυτού, εν τη Οφρά των Αβί-εζεριτών. 33 Αποθανόντος δε του Γεδεών, επέστρεψαν οι υιοί Ισραήλ και επόρνευσαν κατόπιν των Βααλείμ και έστησαν εις εαυτούς τον Βάαλ-βερίθ διά Θεόν. 34 Και δεν ενεθυμήθησαν οι υιοί Ισραήλ Κύριον τον Θεόν αυτών, τον σώσαντα αυτούς εκ της χειρός πάντων των εχθρών αυτών κυκλόθεν. 35 Και δεν έκαμον έλεος εις τον οίκον του Ιεροβάαλ Γεδεών, αναλόγως προς πάντα τα αγαθά, τα οποία έκαμεν εις τον Ισραήλ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Abiezer

    Son of Gilead

    A son of Gilead, called Iezer in Numbers 26:30 where he founds the Iezerite clan of Manasseh.

    Cited in the guide: Numbers 26:30; Joshua 17:2; Judges 8:2

  • Abimelech

    Gideon's son, king at Shechem

    Son of Gideon by his concubine in Shechem who murdered his seventy brothers on one stone, was made king by the leaders of Shechem, reigned three years, and died at Thebez when a…

    Cited in the guide: Judges 8:31; Judges 9:1; Judges 9:6

  • Jether

    Gideon's firstborn son

    Gideon's firstborn, a youth whom his father told to kill the Midianite kings but who was too afraid to draw his sword.

    Cited in the guide: Judges 8:20

  • Joash

    Father of Gideon

    Abiezrite of Ophrah and father of Gideon, who defended his son against the townsmen who wanted him killed for tearing down the altar of Baal, and in whose tomb Gideon was buried.

    Cited in the guide: Judges 6:11; Judges 6:29–31; Judges 8:32

  • Oreb

    Prince of Midian

    One of the two princes of Midian captured by the Ephraimites at the Jordan, who was killed at the rock of Oreb and whose head was brought to Gideon.

    Cited in the guide: Judges 7:25; Judges 8:3

  • Zalmunna

    King of Midian

    One of the two kings of Midian whom Gideon pursued to Karkor, captured, and killed with his own hand because they had killed his brothers at Tabor.

    Cited in the guide: Judges 8:5; Judges 8:12; Judges 8:18

  • Zebah

    King of Midian

    One of the two kings of Midian whom Gideon pursued to Karkor, captured, and killed with his own hand because they had killed his brothers at Tabor.

    Cited in the guide: Judges 8:5; Judges 8:12; Judges 8:18

  • Zeeb

    Prince of Midian

    One of the two princes of Midian captured by the Ephraimites at the Jordan, who was killed at the winepress of Zeeb and whose head was brought to Gideon.

    Cited in the guide: Judges 7:25; Judges 8:3

Cross references (32)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 2 Samuel 19:41; Job 5:2; James 4:5–6; Judges 12:1–6; Ecclesiastes 4:4
  2. 2 James 1:19–20; Judges 6:11; Galatians 5:14–15; Judges 6:34; 1 Corinthians 13:4–7
  3. 3 Proverbs 15:1; Judges 7:24–25; Romans 12:3; Proverbs 25:11; Philippians 2:3
  4. 4 Galatians 6:9; 2 Corinthians 4:16; Hebrews 12:1–4; 1 Samuel 14:28–29; 1 Samuel 30:10
  5. 5 Genesis 33:17; Psalm 60:6; Genesis 14:18; 2 Samuel 17:28–29; Deuteronomy 23:4
  6. 6 1 Kings 20:11; Philippians 2:21; Proverbs 18:23; 2 Kings 14:9; Judges 8:15
  7. 7 Judges 7:15
  8. 8 1 Kings 12:25; Genesis 32:30–31
  9. 9 Judges 8:17; 1 Kings 22:27–28
  10. 10 Judges 7:12; 2 Kings 3:26; Judges 20:35; Judges 20:46; Judges 20:2
  11. 11 Numbers 32:35; Numbers 32:42; 1 Thessalonians 5:3; Judges 18:27; 1 Samuel 30:16
  12. 12 Psalm 83:11; Amos 2:14; Revelation 6:15–16; Job 12:16–21; Revelation 19:19–21
  13. 14 1 Samuel 30:11–15; Judges 1:24–25
  14. 15 Judges 8:6–7
  15. 16 Proverbs 10:13; Proverbs 19:29; Judges 8:7; Micah 7:4; Ezra 2:6
  16. 17 Judges 8:9; 1 Kings 12:25
  17. 18 Judges 4:6; Jude 16; Psalm 89:12; Psalm 12:2
  18. 20 Joshua 10:24; Psalm 149:9; 1 Samuel 15:33
  19. 21 Psalm 83:11; Isaiah 3:18; Judges 8:26; 1 Samuel 31:5; Revelation 9:6
  20. 22 John 6:15; 1 Samuel 8:5; 1 Samuel 12:12; Judges 9:8–15
  21. 23 Isaiah 33:22; 1 Samuel 12:12; 1 Samuel 10:19; 2 Corinthians 1:24; Judges 11:9–11
  22. 24 Genesis 25:13; Exodus 32:3; Genesis 37:25; Genesis 37:28; 1 Peter 3:3–5
  23. 26 Revelation 18:16; John 19:5; Jeremiah 10:9; Revelation 18:12; Esther 8:15
  24. 27 Psalm 106:39; Deuteronomy 7:16; Judges 18:14; Judges 17:5; Judges 18:17
  25. 28 Judges 5:31; Judges 3:11; Judges 3:30; Isaiah 10:26; Psalm 83:9–12
  26. 29 Judges 7:1; Judges 6:32; 1 Samuel 12:11; Nehemiah 5:14–15
  27. 30 Judges 9:2; Judges 9:5; Deuteronomy 17:17; 1 Kings 11:3; Genesis 7:7
  28. 31 Judges 9:18; Genesis 16:15; Judges 9:1–5; Genesis 22:24; Genesis 20:2
  29. 32 Genesis 25:8; Job 42:17; Judges 6:24; Job 5:26; Genesis 15:15
  30. 33 Judges 9:4; Judges 9:46; Judges 2:19; Judges 8:27; Judges 2:17
  31. 34 Psalm 78:42; Psalm 106:21; Psalm 78:11; Jeremiah 2:32; Deuteronomy 4:9
  32. 35 Ecclesiastes 9:14–15; Judges 9:5; Judges 9:16–19

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences