Skip to the text

Judges · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Judges 18 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Κατ' εκείνας τας ημέρας δεν ήτο βασιλεύς εν τω Ισραήλ· και κατ' εκείνας τας ημέρας η φυλή Δαν εζήτει εις εαυτήν κληρονομίαν διά να κατοικήση· διότι έως εκείνης της ημέρας δεν είχε πέσει κληρονομία εις αυτούς μεταξύ των φυλών του Ισραήλ. 2 Και απέστειλαν οι υιοί Δαν εκ της συγγενείας αυτών πέντε άνδρας εκ των ορίων αυτών, άνδρας ισχυρούς, εκ Σαραά και εξ Εσθαόλ, διά να κατασκοπεύσωσι τον τόπον, και να εξιχνιάσωσιν αυτόν· και είπον προς αυτούς, Υπάγετε, εξιχνιάσατε τον τόπον. Και ήλθον εις το όρος Εφραΐμ, έως του οίκου του Μιχαία, και διενυκτέρευσαν εκεί. 3 Διότι καθώς επλησίασαν εις τον οίκον του Μιχαία, εγνώρισαν την φωνήν του νέου του Λευΐτου· και εστράφησαν εκεί και είπον προς αυτόν, Τις σε έφερεν ενταύθα; και συ τι κάμνεις εν τω τόπω τούτω; και διά τι είσαι ενταύθα; 4 Ο δε είπε προς αυτούς, Ούτω και ούτως έκαμεν εις εμέ ο Μιχαίας, και με εμίσθωσε, και είμαι ιερεύς αυτού. 5 Και είπαν προς αυτόν, Ερώτησον, παρακαλούμεν, τον Θεόν, διά να γνωρίσωμεν εάν έχη να ευοδωθή η οδός ημών την οποίαν υπάγομεν. 6 Ο δε ιερεύς είπε προς αυτούς, Υπάγετε εν ειρήνη· αρεστή εις τον Κύριον είναι η οδός σας, την οποίαν υπάγετε. 7 Τότε ανεχώρησαν οι πέντε άνδρες και ήλθον εις Λαϊσά, και είδον τον λαόν τον κατοικούντα εν αυτή αμέριμνον, κατά τον τρόπον των Σιδωνίων, ησυχάζοντα και ζώντα εν αφοβία· και δεν ήτο ουδείς άρχων εν τω τόπω, όστις να περιστέλλη αυτούς εις ουδέν· και αυτοί ήσαν μακράν των Σιδωνίων, και δεν είχον συγκοινωνίαν με ουδένα. 8 Και επανήλθον προς τους αδελφούς αυτών εις Σαραά και Εσθαόλ· και είπαν προς αυτούς οι αδελφοί αυτών, Τι λέγετε σεις; 9 Οι δε είπον, Σηκώθητε, και ας αναβώμεν εναντίον αυτών· διότι είδομεν τον τόπον, και ιδού, είναι καλός σφόδρα· και σεις κάθησθε; μη οκνήσητε να υπάγωμεν, να εισέλθωμεν διά να κληρονομήσωμεν τον τόπον· 10 αφού υπάγητε, θέλετε ελθεί εις λαόν ζώντα εν αφοβία και εις τόπον ευρύχωρον· διότι ο Θεός έδωκεν αυτόν εις την χείρα σας· τόπον, εις τον οποίον δεν είναι έλλειψις ουδενός πράγματος των εν τη γη. 11 Και εκίνησαν εκείθεν εκ της συγγενείας του Δαν, εκ Σαραά και εξ Εσθαόλ, εξακόσιοι άνδρες περιεζωσμένοι όπλα πολεμικά. 12 Και ανέβησαν και εστρατοπέδευσαν εν Κιριάθ-ιαρείμ, εν Ιούδα· διά τούτο ωνόμασαν τον τόπον εκείνον Μαχανέ-δαν, έως της ημέρας ταύτης· κείται δε όπισθεν της Κιριάθ-ιαρείμ. 13 Και εκείθεν επέρασαν εις το όρος Εφραΐμ και ήλθον έως του οίκου του Μιχαία. 14 Τότε οι πέντε άνδρες, οίτινες είχον υπάγει διά να κατασκοπεύσωσι τον τόπον της Λαϊσά, ανήγγειλαν και είπον προς τους αδελφούς αυτών, Εξεύρετε ότι είναι εν τούτοις τοις οίκοις εφόδ και θεραφείμ και γλυπτόν και χωνευτόν; τώρα λοιπόν σκέφθητε τι έχετε να κάμητε. 15 Και εστράφησαν εκεί και υπήγαν εις τον οίκον του νέου του Λευΐτου, εις τον οίκον του Μιχαία, και εχαιρέτησαν αυτόν. 16 Και οι εξακόσιοι άνδρες οι περιεζωσμένοι τα πολεμικά όπλα αυτών οίτινες ήσαν εκ των υιών Δαν, εστάθησαν εις την θύραν του πυλώνος. 17 Και ανέβησαν οι πέντε άνδρες, οίτινες είχον υπάγει διά να κατασκοπεύσωσι τον τόπον, και εισήλθον εκεί και έλαβον το γλυπτόν και το εφόδ και το θεραφείμ και το χωνευτόν· ο δε ιερεύς ίστατο εις την θύραν του πυλώνος μετά των εξακοσίων ανδρών των περιεζωσμένων τα πολεμικά όπλα. 18 Και καθώς ούτοι εισήλθον εις τον οίκον του Μιχαία, και έλαβον το γλυπτόν, το εφόδ και το θεραφείμ και το χωνευτόν, ο ιερεύς είπε προς αυτούς, Τι κάμνετε σεις; 19 Και είπαν προς αυτόν, Σιώπα, βάλε την χείρα σου εις το στόμα σου, και ελθέ μεθ' ημών και γίνου εις ημάς πατήρ και ιερεύς· είναι καλήτερον εις σε να ήσαι ιερεύς εν τω οίκω ενός ανθρώπου, ή να ήσαι ιερεύς φυλής και οικογενείας εν τω Ισραήλ; 20 Και εχάρη η καρδία του ιερέως· και έλαβε το εφόδ και το θεραφείμ και το γλυπτόν και υπήγε μεταξύ του λαού. 21 Και στραφέντες ανεχώρησαν και έβαλον τα παιδία και τα κτήνη και την αποσκευήν έμπροσθεν αυτών. 22 Αφού απεμακρύνθησαν ούτοι από του οίκου του Μιχαία, οι άνθρωποι οι όντες εις τους οίκους τους γειτονεύοντας με την οικίαν του Μιχαία συνήχθησαν και επρόφθασαν τους υιούς Δαν. 23 Και εβόησαν προς τους υιούς Δαν. Και ούτοι έστρεψαν το πρόσωπον αυτών και είπαν προς τον Μιχαίαν, Τι έχεις και εσύναξας τόσον πλήθος; 24 Ο δε είπεν, Ελάβετε τους θεούς μου τους οποίους έκαμα, και τον ιερέα, και ανεχωρήσατε· και τι μένει εις εμέ πλέον; και τι είναι τούτο, το οποίον λέγετε προς εμέ, τι έχεις; 25 Και είπαν προς αυτόν οι υιοί Δαν, Ας μη ακουσθή η φωνή σου μεταξύ ημών, μήποτε άνδρες οξύθυμοι πέσωσι κατά σου, και χάσης την ζωήν σου και την ζωήν της οικογενείας σου. 26 Και υπήγαιναν οι υιοί Δαν εις την οδόν αυτών· και ότε είδεν ο Μιχαίας ότι εκείνοι ήσαν δυνατώτεροι αυτού, έστρεψε και επανήλθεν εις τον οίκον αυτού. 27 Και αυτοί έλαβον τα όσα κατεσκεύασεν ο Μιχαίας, και τον ιερέα τον οποίον είχε, και ήλθον εις Λαϊσά, προς λαόν ησυχάζοντα και ζώντα εν αφοβία· και επάταξαν αυτούς εν στόματι μαχαίρας και την πόλιν έκαυσαν εν πυρί. 28 Και δεν ήτο ουδείς ο σώζων αυτήν, διότι ευρίσκετο μακράν από της Σιδώνος, και δεν είχον συγκοινωνίαν με ουδένα· έκειτο δε εν τη κοιλάδι της Βαιθ-ρεώβ. Και ωκοδόμησαν πόλιν και κατώκησαν εν αυτή. 29 Και εκάλεσαν το όνομα της πόλεως Δαν, κατά το όνομα Δαν του πατρός αυτών, όστις εγεννήθη εις τον Ισραήλ· το δε όνομα της πόλεως ήτο το πάλαι εξ αρχής Λαϊσά. 30 Και έστησαν εις εαυτούς οι υιοί του Δαν το γλυπτόν· και Ιωνάθαν ο υιός του Γηρσών, υιού του Μανασσή, αυτός και οι υιοί αυτού ήσαν ιερείς εν τη φυλή Δαν, έως της ημέρας της αιχμαλωσίας της γης. 31 Και έστησαν εις εαυτούς το γλυπτόν, το οποίον έκαμεν ο Μιχαίας, όλον τον καιρόν καθ' ον ο οίκος του Θεού ήτο εν Σηλώ.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Jonathan

    Levite priest of Dan

    Son of Gershom and grandson of Moses (the KJV reads Manasseh) who with his sons served as priests for the tribe of Dan at the idols they took from Micah, and who is generally…

    Cited in the guide: Judges 18:30

Cross references (27)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Judges 1:34; Judges 17:6; Judges 19:1; Joshua 19:40–48; Judges 21:25
  2. 2 Judges 13:25; Joshua 2:1; Judges 18:11; Numbers 13:17; Judges 18:8
  3. 3 Genesis 27:22; Matthew 26:73; Judges 12:6; Isaiah 22:16
  4. 4 Judges 17:10; Ezekiel 13:19; John 10:12–13; Judges 17:12; Malachi 1:10
  5. 5 Acts 8:10; 1 Kings 22:5; Isaiah 30:1; Hosea 4:12; Judges 18:14
  6. 6 1 Kings 22:6; Psalm 33:18; 1 Kings 22:12; Jeremiah 23:32; Jeremiah 23:21–22
  7. 7 Joshua 19:47; 1 Samuel 3:13; Judges 18:27–28; 1 Kings 1:6; Romans 13:3
  8. 8 Judges 18:2; Judges 18:11; Judges 13:2; Judges 16:31
  9. 9 Joshua 2:23–24; Numbers 13:30; John 6:27; Joshua 18:3; 1 Kings 22:23
  10. 10 Judges 18:27; 1 Timothy 6:17; Judges 18:7; Deuteronomy 8:7–9; Deuteronomy 11:11–12
  11. 11 Judges 18:16
  12. 12 Judges 13:25; 1 Chronicles 13:5–6; Joshua 15:60; 2 Chronicles 1:4; 1 Samuel 7:1
  13. 13 Judges 18:2–3; Joshua 24:30; Judges 19:1; Judges 17:1; Joshua 24:33
  14. 14 Judges 17:5; Proverbs 19:27; Judges 18:3–4; 1 Samuel 14:28; Isaiah 8:19–20
  15. 15 Genesis 43:27; John 14:27; 2 Kings 4:26; 1 Samuel 17:22; Luke 10:4–6
  16. 16 Judges 18:11
  17. 17 Judges 18:14; Judges 18:2; Judges 17:4–5; Genesis 31:19; Isaiah 46:1–2
  18. 19 Job 21:5; Judges 17:10; Job 29:9; Proverbs 30:32; Micah 7:16
  19. 20 Isaiah 56:11; Ezekiel 13:19; Hosea 4:3; 2 Peter 2:15–16; Acts 20:33
  20. 23 Genesis 21:17; Psalm 114:5; 2 Samuel 14:5; Isaiah 22:1; 1 Samuel 11:5
  21. 24 Habakkuk 2:18–19; Psalm 115:8; Isaiah 44:18–20; Judges 17:13; Jeremiah 51:17
  22. 25 Job 27:2; 1 Samuel 30:6; 2 Samuel 17:8; Job 3:5
  23. 27 Joshua 19:47; Judges 18:7; Judges 18:10; Joshua 11:11; Deuteronomy 33:22
  24. 28 2 Samuel 10:6; Numbers 13:21; Judges 18:7; Psalm 7:2; Psalm 50:22
  25. 29 Joshua 19:47; 1 Kings 15:20; Genesis 14:14; Genesis 30:6; 1 Kings 12:29–30
  26. 30 1 Samuel 4:10–11; Exodus 2:22; Judges 17:5; Judges 17:3; Judges 13:1
  27. 31 Joshua 18:1; Judges 19:18; 1 Samuel 1:3; Jeremiah 7:12; Judges 21:21

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences