Saltar al texto

Lucas · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Lucas 23 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Τότε εσηκώθη άπαν το πλήθος αυτών και έφεραν αυτόν προς τον Πιλάτον. 2 Και ήρχισαν να κατηγορώσιν αυτόν, λέγοντες· Τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και εμποδίζοντα το να δίδωσι φόρους εις τον Καίσαρα, λέγοντα εαυτόν ότι είναι Χριστός βασιλεύς. 3 Ο δε Πιλάτος ηρώτησεν αυτόν, λέγων· Συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων; Ο δε αποκριθείς προς αυτόν, είπε· Συ λέγεις. 4 Και ο Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους όχλους· Ουδέν έγκλημα ευρίσκω εν τω ανθρώπω τούτω. 5 Οι δε επέμενον λέγοντες ότι Ταράττει τον λαόν, διδάσκων καθ' όλην την Ιουδαίαν, αρχίσας από της Γαλιλαίας έως εδώ. 6 Ο δε Πιλάτος ακούσας Γαλιλαίαν ηρώτησεν αν ο άνθρωπος ήναι Γαλιλαίος, 7 και μαθών ότι είναι εκ της επικρατείας του Ηρώδου, έπεμψεν αυτόν προς τον Ηρώδην, όστις ήτο και αυτός εν Ιεροσολύμοις εν ταύταις ταις ημέραις. 8 Ο δε Ηρώδης, ιδών τον Ιησούν, εχάρη πολύ· διότι ήθελε προ πολλού να ίδη αυτόν, επειδή ήκουε πολλά περί αυτού και ήλπιζε να ίδη τι θαύμα γινόμενον υπ' αυτού. 9 Ηρώτα δε αυτόν με λόγους πολλούς· πλην αυτός δεν απεκρίθη προς αυτόν ουδέν. 10 Ίσταντο δε οι αρχιερείς και οι γραμματείς, κατηγορούντες αυτόν εντόνως. 11 Αφού δε ο Ηρώδης μετά των στρατευμάτων αυτού εξουθένησεν αυτόν και ενέπαιξεν, ενέδυσεν αυτόν λαμπρόν ιμάτιον και έπεμψεν αυτόν πάλιν προς τον Πιλάτον. 12 Εν αυτή δε τη ημέρα ο Πιλάτος και ο Ηρώδης έγειναν φίλοι μετ' αλλήλων· διότι πρότερον ήσαν εις έχθραν προς αλλήλους. 13 Ο δε Πιλάτος, συγκαλέσας τους αρχιερείς και τους άρχοντας και τον λαόν, 14 είπε προς αυτούς· Εφέρατε προς εμέ τον άνθρωπον τούτον ως στασιάζοντα τον λαόν, και ιδού, εγώ ενώπιόν σας ανακρίνας δεν εύρον εν τω ανθρώπω τούτω ουδέν έγκλημα εξ όσων κατηγορείτε κατ' αυτού, 15 αλλ' ουδέ ο Ηρώδης, διότι σας έπεμψα προς αυτόν· και ιδού, ουδέν άξιον θανάτου είναι πεπραγμένον υπ' αυτού. 16 Αφού λοιπόν παιδεύσω αυτόν, θέλω απολύσει. 17 Έπρεπε δε αναγκαίως να απολύη εις αυτούς ένα εν τη εορτή. 18 Πάντες δε ομού ανέκραξαν, λέγοντες· Σήκωσον τούτον, απόλυσον δε εις ημάς τον Βαραββάν· 19 όστις διά στάσιν τινά γενομένην εν τη πόλει και διά φόνον ήτο βεβλημένος εις φυλακήν. 20 Πάλιν λοιπόν ο Πιλάτος ελάλησε προς αυτούς, θέλων να απολύση τον Ιησούν. 21 Οι δε εφώναζον, λέγοντες· Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. 22 Ο δε και τρίτην φοράν είπε προς αυτούς· Και τι κακόν έπραξεν ούτος; ουδεμίαν αιτίαν θανάτου εύρον εν αυτώ· αφού λοιπόν παιδεύσω αυτόν, θέλω απολύσει. 23 Αλλ' εκείνοι επέμενον, με φωνάς μεγάλας ζητούντες να σταυρωθή, και αι φωναί αυτών και των αρχιερέων υπερίσχυον. 24 Και ο Πιλάτος απεφάσισε να γείνη το ζήτημα αυτών, 25 και απέλυσεν εις αυτούς τον διά στάσιν και φόνον βεβλημένον εις την φυλακήν, τον οποίον εζήτουν, τον δε Ιησούν παρέδωκεν εις το θέλημα αυτών. 26 Και καθώς έφεραν αυτόν έξω, επίασαν Σίμωνα τινά Κυρηναίον, ερχόμενον από του αγρού, και έθεσαν επάνω αυτού τον σταυρόν, διά να φέρη αυτόν όπισθεν του Ιησού. 27 Ηκολούθει δε αυτόν πολύ πλήθος του λαού και γυναικών, αίτινες και ωδύροντο και εθρήνουν αυτόν. 28 Στραφείς δε προς αυτάς ο Ιησούς, είπε· θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε δι' εμέ, αλλά δι' εαυτάς κλαίετε και διά τα τέκνα σας. 29 Διότι ιδού, έρχονται ημέραι καθ' ας θέλουσιν ειπεί· Μακάριαι αι στείραι και αι κοιλίαι, αίτινες δεν εγέννησαν, και οι μαστοί, οίτινες δεν εθήλασαν. 30 Τότε θέλουσιν αρχίσει να λέγωσιν εις τα όρη, Πέσετε εφ' ημάς, και εις τα βουνά, Σκεπάσατε ημάς· 31 διότι εάν εις το υγρόν ξύλον πράττωσι ταύτα, τι θέλει γείνει εις το ξηρόν; 32 Εφέροντο δε και άλλοι δύο μετ' αυτού, οίτινες ήσαν κακούργοι διά να θανατωθώσι. 33 Και ότε ήλθον εις τον τόπον τον ονομαζόμενον Κρανίον, εκεί εσταύρωσαν αυτόν και τους κακούργους, τον μεν εκ δεξιών, τον δε εξ αριστερών. 34 Ο δε Ιησούς έλεγε· Πάτερ, συγχώρησον αυτούς· διότι δεν εξεύρουσι τι πράττουσι. Διαμεριζόμενοι δε τα ιμάτια αυτού, έβαλον κλήρον. 35 Και ίστατο ο λαός θεωρών. Ενέπαιζον δε και οι άρχοντες μετ' αυτών, λέγοντες· Άλλους έσωσεν, ας σώση αυτόν, εάν ούτος ήναι ο Χριστός ο εκλεκτός του Θεού. 36 Ενέπαιζον δε αυτόν και οι στρατιώται, πλησιάζοντες και προσφέροντες όξος εις αυτόν 37 και λέγοντες· Εάν συ ήσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων, σώσον σεαυτόν. 38 Ήτο δε και επιγραφή γεγραμμένη επάνωθεν αυτού με γράμματα Ελληνικά και Ρωμαϊκά και Εβραϊκά· Ούτος εστίν ο Βασιλεύς των Ιουδαίων. 39 Εις δε των κρεμασθέντων κακούργων εβλασφήμει αυτόν, λέγων· Εάν συ ήσαι ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς. 40 Αποκριθείς δε ο άλλος, επέπληττεν αυτόν, λέγων· Ουδέ τον Θεόν δεν φοβείσαι συ, όστις είσαι εν τη αυτή καταδίκη; 41 και ημείς μεν δικαίως· διότι άξια των όσα επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος όμως ουδέν άτοπον έπραξε. 42 Και έλεγε προς τον Ιησούν· Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου. 43 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς· Αληθώς σοι λέγω, σήμερον θέλεις είσθαι μετ' εμού εν τω παραδείσω. 44 Ήτο δε ως έκτη ώρα και έγεινε σκότος εφ' όλην την γην έως ώρας εννάτης, 45 και εσκοτίσθη ο ήλιος και εσχίσθη εις το μέσον το καταπέτασμα του ναού· 46 και φωνάξας με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς είπε· Πάτερ, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμά μου· και ταύτα ειπών εξέπνευσεν. 47 Ιδών δε ο εκατόνταρχος το γενόμενον, εδόξασε τον Θεόν, λέγων· Όντως ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος. 48 Και πάντες οι όχλοι οι συνελθόντες εις την θεωρίαν ταύτην, βλέποντες τα γενόμενα, υπέστρεφον τύπτοντες τα στήθη αυτών. 49 Ίσταντο δε μακρόθεν πάντες οι γνωστοί αυτού, και αι γυναίκες αίτινες συνηκολούθησαν αυτόν από της Γαλιλαίας, και έβλεπον ταύτα. 50 Και ιδού, ανήρ τις Ιωσήφ το όνομα, όστις ήτο βουλευτής, ανήρ αγαθός και δίκαιος, 51 ούτος δεν ήτο σύμφωνος με την βουλήν και την πράξιν αυτών, από Αριμαθαίας πόλεως των Ιουδαίων, όστις και αυτός περιέμενε την βασιλείαν του Θεού, 52 ούτος ελθών προς τον Πιλάτον, εζήτησε το σώμα του Ιησού, 53 και καταβιβάσας αυτό ετύλιξεν αυτό με σινδόνα και έθεσεν αυτό εν μνημείω λελατομημένω· όπου ουδείς έτι είχεν ενταφιασθή. 54 Και ήτο ημέρα παρασκευή, και εξημέρονε σάββατον. 55 Ηκολούθησαν δε και γυναίκες, αίτινες είχον ελθεί μετ' αυτού από της Γαλιλαίας, και είδον το μνημείον και πως ετέθη το σώμα αυτού. 56 Και αφού υπέστρεψαν ητοίμασαν αρώματα και μύρα. Και το μεν σάββατον ησύχασαν κατά την εντολήν.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Joseph of Arimathea

    Disciple who buried Jesus

    A rich man and member of the council from the Judean town of Arimathea, a disciple of Jesus (secretly, for fear of the Jews), who asked Pilate for the body and laid it in a new…

    Citado en la guía: Matthew 27:57; Mark 15:43; Luke 23:50

  • Simon of Cyrene

    Carried the cross of Jesus

    A man from Cyrene coming in from the country whom the soldiers forced to carry the cross of Jesus; Mark calls him the father of Alexander and Rufus.

    Citado en la guía: Matthew 27:32; Mark 15:21; Luke 23:26

Referencias cruzadas (53)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Mateo 27:1–2; Marcos 15:1–5; Mateo 27:11–14; Lucas 22:66; Juan 18:28–38
  2. 2 Hechos 17:6–7; Lucas 23:14; Juan 19:12; Marcos 14:61–62; Lucas 22:69–70
  3. 3 Juan 1:49; 1 Timoteo 6:13; Lucas 1:32–33; Marcos 15:2; Lucas 22:70
  4. 4 Juan 18:38; 1 Pedro 1:19; 1 Pedro 2:22; Hebreos 7:26; Marcos 15:14
  5. 5 Juan 1:43; Juan 2:11; Marcos 1:14; Mateo 4:23; Juan 19:15
  6. 6 Hechos 5:37; Lucas 13:1
  7. 7 Lucas 3:1; Lucas 13:31; Mateo 14:1
  8. 8 Lucas 9:7–9; Marcos 6:14; Mateo 14:1; 2 Reyes 5:11; Hechos 8:19
  9. 9 Mateo 27:14; 1 Pedro 2:23; Lucas 13:32; Isaías 53:7; Salmo 39:9
  10. 10 Lucas 23:14–15; Lucas 11:53; Lucas 23:5; Lucas 23:2; Hechos 24:5
  11. 11 Marcos 15:16–20; Mateo 27:27–30; Isaías 53:3; Salmo 69:19–20; Juan 19:5
  12. 12 Hechos 4:27; Apocalipsis 17:13–14; Mateo 16:1; Salmo 83:4–6
  13. 13 Juan 18:38; Mateo 27:21–23; Marcos 15:14; Juan 19:4
  14. 14 Daniel 6:4; Hebreos 7:26; Lucas 23:4–5; Hechos 13:28; Mateo 27:19
  15. 16 Mateo 27:26; Lucas 23:22; Marcos 15:15; Isaías 53:5; Hechos 5:40–41
  16. 18 Hechos 21:36; Hechos 3:14; Hechos 22:22; Juan 18:39–40; Marcos 15:6–15
  17. 19 Hechos 3:14; Lucas 23:5; Lucas 23:2
  18. 20 Marcos 15:15; Mateo 14:8–9; Juan 19:12; Mateo 27:19
  19. 21 Mateo 27:22–25; Lucas 23:23; Marcos 15:13; Juan 19:15
  20. 22 Lucas 23:14; Lucas 23:20; 1 Pedro 3:18; Lucas 23:16; 1 Pedro 1:19
  21. 23 Zacarías 11:8; Salmo 57:4; Salmo 22:12–13; Lucas 23:5
  22. 24 Mateo 27:26; Proverbios 17:15; Éxodo 23:2; Marcos 15:15; Juan 19:1
  23. 25 Hechos 3:14; Marcos 15:15; Marcos 15:6–7; Mateo 27:26; Lucas 23:5
  24. 26 Mateo 27:32–44; Marcos 15:21–32; Lucas 9:23; Hechos 2:10; Lucas 14:27
  25. 27 Lucas 8:52; Lucas 8:2; Marcos 15:40; Lucas 23:55; Mateo 27:55
  26. 28 Cantar de los Cantares 8:4; Cantar de los Cantares 2:7; Cantar de los Cantares 1:5; Cantar de los Cantares 3:10; Cantar de los Cantares 5:8
  27. 29 Mateo 24:19; Lucas 21:23–24; Marcos 13:17–19; Oseas 9:12–16; Oseas 13:16
  28. 30 Apocalipsis 6:16; Oseas 10:8; Isaías 2:19; Apocalipsis 9:6
  29. 31 1 Pedro 4:17–18; Proverbios 11:31; Juan 15:6; Ezequiel 20:47–48; Ezequiel 15:2–7
  30. 32 Marcos 15:27; Isaías 53:12; Mateo 27:38; Juan 19:18; Hebreos 12:2
  31. 33 Marcos 15:22–23; Juan 19:17–18; Zacarías 12:10; Mateo 27:33–34; Deuteronomio 21:23
  32. 34 Mateo 5:44; Hechos 7:60; 1 Pedro 3:9; 1 Pedro 2:20–23; Lucas 6:27–28
  33. 35 Salmo 22:17; Isaías 42:1; 1 Pedro 2:4; Marcos 15:29–32; Mateo 12:18
  34. 36 Salmo 69:21; Mateo 27:48; Mateo 27:34; Marcos 15:36; Marcos 15:19–20
  35. 38 Mateo 27:37; Marcos 15:26; Juan 19:19–22; Lucas 23:3; Marcos 15:32
  36. 39 Mateo 27:44; Marcos 15:32; Lucas 23:35; Lucas 23:37; Lucas 17:34–35
  37. 40 Lucas 12:5; Apocalipsis 15:4; Efesios 5:11; Salmo 36:1; Jeremías 5:3
  38. 41 Levítico 26:40–41; Esdras 9:13; Mateo 27:4; 1 Pedro 1:19; Mateo 27:24
  39. 42 Romanos 10:9–14; Hechos 16:31; 1 Juan 5:11–13; 1 Corintios 6:10–11; Lucas 12:8
  40. 43 Apocalipsis 2:7; Salmo 50:15; 1 Timoteo 1:15–16; Lucas 19:10; Salmo 32:5
  41. 44 Mateo 27:45; Marcos 15:33–34; Amós 8:9; Hechos 2:20; Juan 19:14
  42. 45 Hebreos 10:19–22; Mateo 27:51; Hebreos 9:3–8; Marcos 15:38; Efesios 2:14–18
  43. 46 Salmo 31:5; Hechos 7:59; Juan 19:30; 1 Pedro 2:23; Marcos 15:34–41
  44. 47 Mateo 27:54; Marcos 15:39; Lucas 23:41; Mateo 9:8
  45. 48 Lucas 18:13; Hechos 2:37; Jeremías 31:19
  46. 49 Lucas 8:2; Salmo 38:11; Lucas 23:55; Mateo 27:55–56; Marcos 15:40–41
  47. 50 Juan 19:38–42; Hechos 11:24; Hechos 10:22; Hechos 10:2; Marcos 15:42–47
  48. 51 Lucas 2:25; Lucas 2:38; Isaías 8:12; Génesis 37:21–22; Génesis 42:21–22
  49. 52 Juan 19:38–42
  50. 53 Mateo 27:59–60; Marcos 15:46; Isaías 53:9
  51. 54 Mateo 27:62; Juan 19:31; Marcos 15:42; Juan 19:14; Juan 19:42
  52. 55 Lucas 23:49; Lucas 8:2; Mateo 27:61; Marcos 15:47
  53. 56 Lucas 24:1; Marcos 16:1; Deuteronomio 5:14; Éxodo 20:8–10; Jeremías 17:24–25

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 23:34 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XVII)

    And from this fact, that He exclaimed upon the cross, "Father, forgive them, for they know not what they do," the long-suffering, patience, compassion, and goodness of Christ are exhibited, since He both suffered, and did Himself exculpate those who had maltreated Him.

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Cita 23:34 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVIII, Chapters 30–32)

    … be mindful of mercy." What is this but that He puts Himself for the Jews, of whose nation He was, who were troubled with great anger and crucified Christ, when He, mindful of mercy, said, "Father, forgive them, for they know not what they do? "God shall come from Teman, and the Holy One from the shady and close mountain." …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Cita 23:40 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXIII)

    … judge others, when one is chargeable with the same things." And why marvel at His establishing this law, when even the very thief knew it upon the cross, saying to the other thief, "Dost not thou fear God, seeing we are in the same condemnation;" expressing the same sentiments with Christ?

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Cita 23:41 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XIII)

    There is yet another witness of the sinlessness of Jesus,--the robber, the first man admitted into Paradise; who rebuked his fellow, and said, "We receive the due reward of our deeds; but this man hath done nothing amiss; for we were present, both thou and I, at His judgment."

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Cita 23:34 Augustine of Hippo, Our Lord's Sermon on the Mount (Book I, Chapters XXI–XXII)

    And on this account our Lord also on the cross says, "Father, forgive them; for they know not what they do:" for, not yet having become partakers of the grace of the Holy Spirit, they had not yet entered the fellowship of the holy brotherhood.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)