Saltar al texto

Jeremías · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Jeremías 17 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Η αμαρτία του Ιούδα είναι γεγραμμένη με γραφίδα σιδηράν, με όνυχα αδαμάντινον, ενεχαράχθη επί της πλακός της καρδίας αυτών και επί των κεράτων των θυσιαστηρίων υμών· 2 ώστε οι υιοί αυτών ενθυμούνται τα θυσιαστήρια αυτών και τα άλση αυτών, μετά των πρασίνων δένδρων επί τους υψηλούς λόφους. 3 Ω όρος μου εν τη πεδιάδι, θέλω δώσει την περιουσίαν σου και πάντας τους θησαυρούς σου εις διαρπαγήν και τους υψηλούς σου τόπους κατά πάντα τα όριά σου, διά την αμαρτίαν. 4 Και συ, μάλιστα αυτή συ, θέλεις εκβληθή από της κληρονομίας σου, την οποίαν έδωκα εις σε, και θέλω σε καταδουλώσει εις τους εχθρούς σου, εν γη την οποίαν δεν εγνώρισας· διότι πυρ εξήψατε εν τω θυμώ μου, το οποίον θέλει καίεσθαι εις τον αιώνα. 5 Ούτω λέγει Κύριος· Επικατάρατος ο άνθρωπος, όστις ελπίζει επί άνθρωπον και κάμνει σάρκα βραχίονα αυτού και του οποίου η καρδία απομακρύνεται από του Κυρίου. 6 Διότι θέλει είσθαι ως η αγριομυρίκη εν ερήμω, και δεν θέλει ιδεί όταν έλθη το αγαθόν· αλλά θέλει κατοικεί τόπους ξηρούς εν ερήμω, γην αλμυράν και ακατοίκητον. 7 Ευλογημένος ο άνθρωπος ο ελπίζων επί Κύριον και του οποίου ο Κύριος είναι η ελπίς. 8 Διότι θέλει είσθαι ως δένδρον πεφυτευμένον πλησίον των υδάτων, το οποίον εξαπλόνει τας ρίζας αυτού πλησίον του ποταμού, και δεν θέλει ιδεί όταν έρχηται το καύμα αλλά το φύλλον αυτού θέλει θάλλει· και δεν θέλει μεριμνήσει εν τω έτει της ανομβρίας ουδέ θέλει παύσει από του να κάμνη καρπόν. 9 Η καρδία είναι απατηλή υπέρ πάντα και σφόδρα διεφθαρμένη· τις δύναται να γνωρίση αυτήν; 10 Εγώ ο Κύριος εξετάζω την καρδίαν, δοκιμάζω τους νεφρούς, διά να δώσω εις έκαστον κατά τας οδούς αυτού, κατά τον καρπόν των έργων αυτού. 11 Καθώς η πέρδιξ η επωάζουσα και μη νεοσσεύουσα, ούτως ο αποκτών πλούτη αδίκως θέλει αφήσει αυτά εις το ήμισυ των ημερών αυτού και εις τα έσχατα αυτού θέλει είσθαι άφρων. 12 Θρόνος δόξης υψωμένος εξ αρχής είναι ο τόπος του αγιαστηρίου ημών. 13 Κύριε, η ελπίς του Ισραήλ, πάντες οι εγκαταλείποντές σε θέλουσι καταισχυνθή και οι αποστάται εμού θέλουσι γραφθή εν τη γή· διότι εγκατέλιπον τον Κύριον, την πηγήν των ζώντων υδάτων. 14 Ιασαί με, Κύριε, και θέλω ιαθή· σώσον με και θέλω σωθή· διότι συ είσαι το καύχημά μου· 15 Ιδού, ούτοι λέγουσι προς εμέ, Που ο λόγος του Κυρίου; ας έλθη τώρα. 16 Αλλ' εγώ δεν απεσύρθην από του να σε ακολουθώ ως ποιμήν, ουδέ επεθύμησα την ημέραν της θλίψεως· συ εξεύρεις τούτο· τα εξελθόντα εκ των χειλέων μου ήσαν ενώπιόν σου. 17 Μη γείνης εις εμέ τρόμος· συ είσαι η ελπίς μου εν ημέρα συμφοράς· 18 Ας καταισχυνθώσιν οι καταδιώκοντές με, εγώ δε ας μη καταισχυνθώ· ας τρομάξωσιν εκείνοι αλλ' ας μη τρομάξω εγώ· φέρε επ' αυτούς ημέραν συμφοράς και σύντριψον αυτούς διπλούν σύντριμμα. 19 Ούτως είπε Κύριος προς εμέ· Ύπαγε και στήθι εν τη πύλη των υιών του λαού σου, δι' ης εισέρχονται οι βασιλείς Ιούδα και δι' ης εξέρχονται, και εν πάσαις ταις πύλαις της Ιερουσαλήμ· 20 και ειπέ προς αυτούς, Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου, βασιλείς Ιούδα και, πας ο Ιούδας και πάντες οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι εισερχόμενοι διά των πυλών τούτων· 21 ούτω λέγει Κύριος· Προσέχετε εις εαυτούς, και μη βαστάζετε φορτίον την ημέραν του σαββάτου μηδέ εμβιβάζετε διά των πυλών της Ιερουσαλήμ· 22 μηδέ εκφέρετε φορτίον εκ των οικιών σας την ημέραν του σαββάτου και μη κάμνετε μηδεμίαν εργασίαν· αλλά αγιάζετε την ημέραν του σαββάτου, καθώς προσέταξα εις τους πατέρας υμών· 23 δεν υπήκουσαν όμως ουδέ έκλιναν το ωτίον αυτών, αλλ' εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών διά να μη ακούσωσι και διά να μη δεχθώσι νουθεσίαν. 24 Αλλ' εάν υπακούσητε εις εμέ, λέγει Κύριος, ώστε να μη εμβιβάζητε φορτίον διά των πυλών της πόλεως ταύτης την ημέραν του σαββάτου, αλλά να αγιάζητε την ημέραν του σαββάτου μη κάμνοντες εν αυτή μηδεμίαν εργασίαν· 25 τότε θέλουσιν εισέλθει διά των πυλών της πόλεως ταύτης βασιλείς και άρχοντες καθήμενοι επί του θρόνου του Δαβίδ, εποχούμενοι επί αμάξας και ίππους, αυτοί και οι άρχοντες αυτών, οι άνδρες Ιούδα και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ· και η πόλις αύτη θέλει κατοικείσθαι εις τον αιώνα. 26 Και θέλουσιν ελθεί εκ των πόλεων Ιούδα και εκ των πέριξ της Ιερουσαλήμ και εκ της γης Βενιαμίν και εκ της πεδινής και εκ των ορέων και εκ του νότου, φέροντες ολοκαυτώματα και θυσίας και προσφοράς εξ αλφίτων και λίβανον, φέροντες έτι και προσφοράς ευχαριστηρίους εις τον οίκον του Κυρίου. 27 Αλλ' εάν δεν μου υπακούσητε, ώστε να αγιάζητε την ημέραν του σαββάτου και να μη βαστάζητε φορτίον και εμβιβάζητε εις τας πύλας της Ιερουσαλήμ την ημέραν του σαββάτου, τότε θέλω ανάψει πυρ εν ταις πύλαις αυτής και θέλει καταφάγει τα παλάτια της Ιερουσαλήμ και δεν θέλει σβεσθή.

Referencias cruzadas (27)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Proverbios 3:3; 2 Corintios 3:3; Proverbios 7:3; Levítico 4:25; Job 19:23–24
  2. 2 2 Crónicas 24:18; Jeremías 2:20; Jueces 3:7; 2 Crónicas 33:3; Isaías 17:8
  3. 3 Jeremías 15:13; Jeremías 26:18; 2 Reyes 24:13; Isaías 39:4–6; Ezequiel 6:3
  4. 4 Jeremías 15:14; Lamentaciones 5:2; Isaías 5:25; Jeremías 7:20; Marcos 9:43–49
  5. 5 Salmo 118:8–9; Salmo 146:3–4; Isaías 2:22; 2 Crónicas 32:8; Isaías 31:1–9
  6. 6 Job 20:17; Salmo 1:4; Deuteronomio 29:23; Job 39:6; Jeremías 48:6
  7. 7 Isaías 26:3–4; Salmo 34:8; Salmo 40:4; Salmo 125:1; Isaías 30:18
  8. 8 Salmo 1:3; Isaías 58:11; Ezequiel 47:12; Ezequiel 31:4–10; Salmo 92:10–15
  9. 9 Marcos 7:21–22; Mateo 15:19; Eclesiastés 9:3; Proverbios 28:26; Hebreos 3:12
  10. 10 1 Samuel 16:7; Romanos 8:27; Jeremías 11:20; Apocalipsis 2:23; Hebreos 4:12–13
  11. 11 Proverbios 28:20; Proverbios 21:6; Jeremías 22:17; Jeremías 22:13; Proverbios 15:27
  12. 12 Salmo 96:6; Jeremías 3:17; Ezequiel 43:7; Ezequiel 1:26; Jeremías 14:21
  13. 13 Apocalipsis 7:17; Juan 4:14; Juan 7:37–38; Juan 4:10; Apocalipsis 22:1
  14. 14 Salmo 6:2; Deuteronomio 32:39; Salmo 106:47; Salmo 6:4; Lucas 4:18
  15. 15 Isaías 5:19; Ezequiel 12:22; Jeremías 20:7–8; Ezequiel 12:27–28; Amós 5:18
  16. 16 Hechos 20:27; Jeremías 4:19–20; Hechos 20:20; Romanos 9:1–3; Ezequiel 33:7–9
  17. 17 Nahúm 1:7; Jeremías 16:19; Salmo 59:16; Salmo 88:15–16; Job 31:23
  18. 18 Salmo 35:4; Salmo 40:14; Salmo 25:2–3; Salmo 83:17–18; Jeremías 20:11
  19. 19 Jeremías 7:2; Jeremías 26:2; Hechos 5:20; Jeremías 36:10; Jeremías 36:6
  20. 20 Jeremías 19:3; Jeremías 22:2; Ezequiel 2:7; Salmo 49:1–2; Miqueas 3:1
  21. 21 Nehemías 13:15–21; Números 15:32–36; Juan 5:9–12; Deuteronomio 4:15; Deuteronomio 4:9
  22. 22 Ezequiel 20:12; Éxodo 20:8–10; Isaías 56:2–6; Isaías 58:13; Deuteronomio 5:12–15
  23. 23 Proverbios 29:1; Hechos 7:51; Jeremías 19:15; Jeremías 11:10; Jeremías 7:24–26
  24. 24 Deuteronomio 11:13; Jeremías 17:21–22; 2 Pedro 1:5–10; Éxodo 15:26; Isaías 21:7
  25. 25 Jeremías 22:4; Isaías 9:7; Jeremías 33:15; Jeremías 33:17; Jeremías 33:21
  26. 26 Jeremías 32:44; Jeremías 33:13; Zacarías 7:7; Salmo 107:22; Salmo 116:17
  27. 27 2 Reyes 25:9; Jeremías 7:20; Jeremías 21:14; Ezequiel 22:8; Amós 1:14

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 17:9 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XVII)

    … Christ above, who extended himself through Horos, and imparted a form to their mother; or is it He who is from the Virgin, Emmanuel, who did eat butter and honey, of whom the prophet declared, "He is also a man, and who shall know him?" He was likewise preached by Paul: "For I delivered," he says, "unto you first of …

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Cita 17:5 Augustine of Hippo, The City of God (Book XV, Chapters 17–19)

    … called his name Enos, which means man," and "He hoped to call on the name of the Lord God," are sufficient proof that man ought not to rest his hopes in himself; as it is elsewhere written, "Cursed is the man that trusteth in man." Consequently no one ought to trust in himself that he shall become a citizen of …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Cita 17:9 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXIX)

    … to know men's secrets, hear what saith the prophet, "Thou most entirely alone knowest the hearts;" and again, "God trieth the hearts and reins; " and Jeremiah too saith, "The heart is deep above all things, and it is man, and who shall know him?" and, "Man shall look on the face, but God on the heart." And by many …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Cita 17:9 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVIII, Chapters 33–35)

    … lying images, wherein there is no profit." But that the Jews, by whom He behoved even to be slain, were not going to acknowledge Him, this prophet thus intimates: "Heavy is the heart through all; and He is a man, and who shall know Him?" That passage also is his which I have quoted in the seventeenth book concerning the …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  5. Cita 17:15 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XI)

    For inasmuch as they continually disbelieved the prophets, and used to say, "Where is the day of the Lord:" and "let the counsel of the Holy One of Israel come, that we may know it," by reason that it was many years before what they said came to pass; to lead them off from this encouragement also, he sets the …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)