Saltar al texto

Hechos · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Hechos 10 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Ήτο δε τις άνθρωπος εν Καισαρεία ονόματι Κορνήλιος, εκατόνταρχος εκ του τάγματος του λεγομένου Ιταλικού, 2 ευσεβής και φοβούμενος τον Θεόν μετά παντός του οίκου αυτού, όστις και έκαμνεν ελεημοσύνας εις τον λαόν πολλάς και εδέετο του Θεού διαπαντός· 3 ούτος είδε φανερά δι' οράματος περί την εννάτην ώραν της ημέρας άγγελον του Θεού, ότι εισήλθε προς αυτόν και είπε προς αυτόν· Κορνήλιε. 4 Ο δε ατενίσας εις αυτόν και έμφοβος γενόμενος, είπε· Τι είναι, Κύριε; Και είπε προς αυτόν· Αι προσευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν εις μνημόσυνόν σου ενώπιον του Θεού. 5 Και τώρα πέμψον εις Ιόππην ανθρώπους και προσκάλεσον τον Σίμωνα, όστις επονομάζεται Πέτρος· 6 ούτος ξενίζεται παρά τινί Σίμωνι βυρσοδέψη, έχοντι οικίαν πλησίον της θαλάσσης. Ούτος θέλει σοι λαλήσει τι πρέπει να κάμνης. 7 Καθώς δε ανεχώρησεν ο άγγελος ο λαλών προς τον Κορνήλιον, εφώναξε δύο εκ των υπηρετών αυτού και ένα στρατιώτην ευσεβή εκ των διαμενόντων πάντοτε πλησίον αυτού, 8 και διηγηθείς προς αυτούς τα πάντα, απέστειλεν αυτούς εις την Ιόππην. 9 Τη δε επαύριον, ενώ εκείνοι ώδοιπόρουν και επλησίαζον εις την πόλιν, ανέβη ο Πέτρος εις το δώμα διά να προσευχηθή περί την έκτην ώραν. 10 Και πεινάσας ήθελε να φάγη· ενώ δε ητοίμαζον, επήλθεν επ' αυτόν έκστασις, 11 και θεωρεί τον ουρανόν ανεωγμένον και καταβαίνον επ' αυτόν σκεύος τι ως σινδόνα μεγάλην, το οποίον ήτο δεδεμένον από των τεσσάρων άκρων και κατεβιβάζετο επί την γην, 12 εντός του οποίου υπήρχον πάντα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πετεινά του ουρανού. 13 Και έγεινε φωνή προς αυτόν· Σηκωθείς, Πέτρε, σφάξον και φάγε· 14 Ο δε Πέτρος είπε· Μη γένοιτο, Κύριε· διότι ουδέποτε έφαγον ουδέν βέβηλον ή ακάθαρτον. 15 Και πάλιν εκ δευτέρου έγεινε φωνή προς αυτόν· Όσα ο Θεός εκαθάρισε, συ μη λέγε βέβηλα. 16 Έγεινε δε τούτο τρίς, και πάλιν ανελήφθη το σκεύος εις τον ουρανόν. 17 Ενώ δε ο Πέτρος ήτο εν απορία καθ' εαυτόν τι εσήμαινε το όραμα, το οποίον είδεν, ιδού, οι άνθρωποι οι απεσταλμένοι παρά του Κορνηλίου ερωτήσαντες και μαθόντες την οικίαν του Σίμωνος έφθασαν εις την πύλην, 18 και φωνάξαντες ηρώτων αν ο Σίμων ο επονομαζόμενος Πέτρος ξενίζεται ενταύθα. 19 Και ενώ ο Πέτρος διελογίζετο περί του οράματος, είπε προς αυτόν το Πνεύμα· Ιδού, τρεις άνθρωποι σε ζητούσι· 20 σηκωθείς λοιπόν κατάβηθι και ύπαγε μετ' αυτών, μηδόλως διστάζων, διότι εγώ απέστειλα αυτούς. 21 Καταβάς δε ο Πέτρος προς τους ανθρώπους τους απεσταλμένους προς αυτόν από του Κορνηλίου, είπεν· Ιδού, εγώ είμαι εκείνος τον οποίον ζητείτε· τις η αιτία διά την οποίαν ήλθετε; 22 Οι δε είπον· Κορνήλιος ο εκατόνταρχος, ανήρ δίκαιος και φοβούμενος τον Θεόν και μαρτυρούμενος υπό όλου του έθνους των Ιουδαίων, διετάχθη θεόθεν υπό αγίου αγγέλου να σε προσκαλέση εις τον οίκον αυτού και να ακούση λόγους παρά σου. 23 Προσκαλέσας λοιπόν αυτούς έσω, εφιλοξένησε. Τη δε επαύριον εξήλθεν ο Πέτρος μετ' αυτών, και τινές των αδελφών των από της Ιόππης υπήγον μετ' αυτόν, 24 και τη επαύριον εισήλθον εις την Καισάρειαν. Ο δε Κορνήλιος περιέμενεν αυτούς, συγκαλέσας τους συγγενείς αυτού και τους οικείους φίλους. 25 Ως δε εισήλθεν ο Πέτρος, ελθών ο Κορνήλιος εις συνάντησιν αυτού, έπεσεν εις τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν. 26 Αλλ' ο Πέτρος εσήκωσεν αυτόν, λέγων· Σηκώθητι· και εγώ αυτός άνθρωπος είμαι. 27 Και συνομιλών μετ' αυτού εισήλθε και ευρίσκει συνηγμένους πολλούς, 28 και είπε προς αυτούς· Σεις εξεύρετε ότι είναι ασυγχώρητον εις άνθρωπον Ιουδαίον να συναναστρέφηται ή να πλησιάζη εις αλλόφυλον· ο Θεός όμως έδειξεν εις εμέ να μη λέγω μηδένα άνθρωπον βέβηλον ή ακάθαρτον· 29 όθεν και προσκληθείς ήλθον χωρίς αντιλογίας. Ερωτώ λοιπόν διά τίνα λόγον με προσεκαλέσατε; 30 Και ο Κορνήλιος είπε· Από τεσσάρων ημερών ήμην νηστεύων μέχρι της ώρας ταύτης, και την εννάτην ώραν προσηυχόμην εν τω οίκω μου· και ιδού, εστάθη ενώπιόν μου ανήρ με ενδύματα λαμπρά, 31 και λέγει· Κορνήλιε, εισηκούσθη η προσευχή σου και αι ελεημοσύναι σου εμνημονεύθησαν ενώπιον του Θεού. 32 Πέμψον λοιπόν εις Ιόππην και προσκάλεσον τον Σίμωνα, όστις επονομάζεται Πέτρος· ούτος ξενίζεται εν τη οικία Σίμωνος του βυρσοδέψου πλησίον της θαλάσσης· όστις ελθών θέλει σοι λαλήσει. 33 Ευθύς λοιπόν έπεμψα προς σε, και συ έκαμες καλά ότι ήλθες. Τώρα λοιπόν ημείς πάντες παριστάμεθα ενώπιον του Θεού, διά να ακούσωμεν πάντα όσα προσετάχθησαν εις σε υπό του Θεού. 34 Τότε ο Πέτρος ανοίξας το στόμα είπεν· Επ' αληθείας γνωρίζω ότι δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός, 35 αλλ' εν παντί έθνει, όστις φοβείται αυτόν και εργάζεται δικαιοσύνην, είναι δεκτός εις αυτόν. 36 Τον λόγον, τον οποίον απέστειλε προς τους υιούς Ισραήλ ευαγγελιζόμενος ειρήνην διά Ιησού Χριστού· ούτος είναι ο Κύριος πάντων· 37 τον λόγον τούτον σεις εξεύρετε, όστις εκηρύχθη καθ' όλην την Ιουδαίαν, αρχίσας από της Γαλιλαίας, μετά το βάπτισμα, το οποίον εκήρυξεν ο Ιωάννης, 38 πως ο Θεός έχρισε τον Ιησούν τον από Ναζαρέτ με Πνεύμα Άγιον και με δύναμιν, όστις διήλθεν ευεργετών και θεραπεύων πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου, διότι ο Θεός ήτο μετ' αυτού· 39 και ημείς είμεθα μάρτυρες πάντων όσα έκαμε και εν τη γη των Ιουδαίων και εν Ιερουσαλήμ· τον οποίον εφόνευσαν κρεμάσαντες επί ξύλου. 40 Τούτον ο Θεός ανέστησε την τρίτην ημέραν και έκαμεν αυτόν να εμφανισθή 41 ουχί εις πάντα τον λαόν, αλλ' εις μάρτυρας τους προδιωρισμένους υπό του Θεού, εις ημάς, οίτινες συνεφάγομεν και συνεπίομεν μετ' αυτού, αφού ανέστη εκ νεκρών· 42 και παρήγγειλεν εις ημάς να κηρύξωμεν προς τον λαόν και να μαρτυρήσωμεν ότι αυτός είναι ο ωρισμένος υπό του Θεού κριτής ζώντων και νεκρών. 43 Εις τούτον πάντες οι προφήται μαρτυρούσιν, ότι διά του ονόματος αυτού θέλει λάβει άφεσιν αμαρτιών πας ο πιστεύων εις αυτόν. 44 Ενώ έτι ελάλει ο Πέτρος τους λόγους τούτους, επήλθε το Πνεύμα το Άγιον επί πάντας τους ακούοντας τον λόγον. 45 Και εξεπλάγησαν οι εκ περιτομής πιστοί, όσοι ήλθον μετά του Πέτρου, ότι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος εξεχύθη και επί τα έθνη· 46 διότι ήκουον αυτούς λαλούντας γλώσσας και μεγαλύνοντας τον Θεόν. Τότε απεκρίθη ο Πέτρος· 47 Μήπως δύναταί τις να εμποδίση το ύδωρ, ώστε να μη βαπτισθώσιν ούτοι, οίτινες έλαβον το Πνεύμα το Άγιον καθώς και ημείς; 48 Και προσέταξεν αυτούς να βαπτισθώσιν εις το όνομα του Κυρίου. Τότε παρεκάλεσαν αυτόν να διαμείνη ημέρας τινάς.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Cornelius

    Roman centurion

    A devout God-fearing centurion of the Italian Cohort at Caesarea; after an angelic vision he sent for Peter and he and his household received the Holy Spirit and were baptized.

    Citado en la guía: Acts 10:1; Acts 10:25

  • Simon

    Tanner at Joppa

    A tanner at Joppa whose house by the sea hosted Peter during his stay.

    Citado en la guía: Acts 9:43; Acts 10:6; Acts 10:32

Lugares

  • Caesarea Maritima

    Hoy: Israel's Mediterranean coast · En: Third Journey · En: The Journey to Rome

    The Roman administrative capital of Judea. Peter brought the gospel to the Gentile Cornelius here, and Paul was imprisoned before appealing his case to Caesar.

    Citado en la guía: Acts 10:1; Acts 23:23; Acts 25:11

  • Joppa

    Hoy: Tel Aviv-Yafo, Israel

    Judah's main seaport. Cedar for the Temple arrived here, Jonah fled from here, and Peter's rooftop vision here opened the gospel to the Gentiles.

    Citado en la guía: Jonah 1:3; Acts 9:36; Acts 10:9

Referencias cruzadas (47)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Hechos 27:1; Hechos 8:40; Mateo 27:27; Hechos 27:43; Mateo 8:5–13
  2. 2 Mateo 7:7–8; Hechos 10:4; Hechos 10:22; Hechos 13:16; Hechos 10:35
  3. 3 Daniel 9:20–21; Hechos 3:1; Hechos 5:19; Hechos 10:30; Hechos 9:10
  4. 4 Filipenses 4:6; Hebreos 6:10; Hechos 10:31; Malaquías 3:16; Salmo 141:2
  5. 5 Hechos 9:38; Marcos 3:16; Hechos 9:36; Juan 1:42; Hechos 16:9
  6. 6 Hechos 9:43; Hechos 9:6; Hechos 11:13–14; Juan 7:17; Efesios 4:8–12
  7. 7 Filemón 16; Lucas 3:14; 1 Samuel 14:6–7; Jueces 7:10; Mateo 8:9–10
  8. 8 Gálatas 1:16; Hechos 26:19; Hechos 9:36; Salmo 119:59–60; Hechos 10:33
  9. 9 Sofonías 1:5; Salmo 55:17; Jeremías 32:29; Hechos 6:4; Hechos 10:8–32
  10. 10 Hechos 22:17; Ezequiel 11:24; 2 Corintios 12:2–4; Números 24:4; Ezequiel 8:1–3
  11. 11 Efesios 3:6; Juan 1:51; Romanos 16:25–26; Isaías 11:6–14; Apocalipsis 4:1
  12. 12 Génesis 7:8–9; Isaías 65:25; Isaías 11:6–9; 1 Corintios 6:9–11; Juan 7:37
  13. 13 Juan 4:31–34; Jeremías 35:2–5; Hechos 10:10
  14. 14 Levítico 20:25; Ezequiel 4:14; Deuteronomio 14:1–29; Daniel 1:8; Levítico 11:1–25
  15. 15 1 Corintios 10:25; Mateo 15:11; Tito 1:15; Marcos 7:19; 1 Timoteo 4:3–5
  16. 16 Génesis 41:32; Juan 21:17; 2 Corintios 13:1
  17. 17 Hechos 25:20; Hechos 10:3; 1 Pedro 1:11; Hechos 5:24; Hechos 9:43
  18. 18 Hechos 10:5–6; Hechos 11:11
  19. 19 Hechos 8:29; Hechos 13:2; Hechos 21:4; Hechos 11:12; 1 Corintios 12:11
  20. 20 Hechos 15:7–9; Zacarías 2:9–11; Hechos 9:17; Hechos 9:15; Isaías 48:16
  21. 21 Hechos 10:29; Juan 1:38–39; Marcos 10:51; Juan 18:4–8
  22. 22 Hechos 11:14; Hechos 22:12; Hechos 10:2; 3 Juan 12; Hechos 24:15
  23. 23 Hechos 11:12; Hechos 10:45; 1 Pedro 4:9; Hebreos 13:2; Génesis 24:31–32
  24. 24 Isaías 2:3; Lucas 5:29; Hechos 8:40; Mateo 9:9–10; Juan 4:28–29
  25. 25 Apocalipsis 19:10; Apocalipsis 22:8–9; Mateo 8:2; Daniel 2:46; Hechos 14:11–13
  26. 26 Apocalipsis 19:10; Apocalipsis 22:8–9; Mateo 4:10; Hechos 14:14–15; Isaías 42:8
  27. 27 2 Corintios 2:12; Juan 4:35; Hechos 10:24; 1 Corintios 16:9; Hechos 14:27
  28. 28 Juan 4:9; Efesios 3:6–7; Gálatas 2:12–14; Juan 4:27; Juan 18:28
  29. 29 Salmo 119:60; 1 Pedro 3:15; Hechos 10:19–20
  30. 30 Hechos 10:3; Daniel 9:20–21; Nehemías 9:1–3; Esdras 9:4–5; Hechos 10:23–24
  31. 31 Lucas 1:13; Hechos 10:4; Daniel 9:23; Isaías 38:5; Daniel 10:12
  32. 33 Gálatas 4:14; Santiago 1:19; Proverbios 9:9–10; 1 Tesalonicenses 2:13; Hechos 17:11–12
  33. 34 Romanos 2:11; 2 Crónicas 19:7; Deuteronomio 10:17; Colosenses 3:25; Job 34:19
  34. 35 1 Juan 2:29; Hechos 10:2; Romanos 10:12–13; Hechos 15:9; Colosenses 3:11
  35. 36 Hechos 2:36; Mateo 28:18; Apocalipsis 17:14; Apocalipsis 1:18; 1 Pedro 3:22
  36. 37 Lucas 4:14; Hechos 2:22; Hechos 28:22; Juan 4:1–3; Hechos 26:26
  37. 38 Lucas 4:18; Isaías 61:1–3; Hechos 2:22; Isaías 11:2; Juan 3:34
  38. 39 Lucas 24:48; Hechos 10:41; Hechos 1:8; Hechos 2:32; 1 Pedro 2:24
  39. 40 1 Pedro 1:21; Hechos 13:30–31; 1 Corintios 15:3–4; Hechos 2:24; 2 Corintios 4:14
  40. 41 Juan 14:22; Hechos 10:39; Hechos 13:31; Hechos 1:2–3; Juan 21:13
  41. 42 2 Corintios 5:10; 1 Pedro 4:5; 2 Timoteo 4:1; Romanos 14:9–10; Hechos 17:31
  42. 43 Zacarías 13:1; Hechos 2:38; Isaías 53:11; Jeremías 31:34; Romanos 10:11
  43. 44 Hechos 11:15; Hechos 19:6; Hechos 15:8; Hechos 4:31; Hechos 2:2–4
  44. 45 Hechos 10:23; Hechos 2:38; Gálatas 3:13–14; Colosenses 2:13–14; Hechos 11:15–18
  45. 46 Hechos 2:4; Hechos 19:6; Marcos 16:17; 1 Corintios 14:20–25; Hechos 2:11
  46. 47 Hechos 8:36; Romanos 10:12; Hechos 11:15–17; Hechos 15:8–9; Génesis 17:24–26
  47. 48 Hechos 2:38; Hechos 8:16; Gálatas 3:27; Hechos 8:12; Juan 4:2

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Comentario 10:1 John Chrysostom, Homilies on the Acts of the Apostles (Homily XXII)

    This man is not a Jew, nor of those under the Law, but he had already forestalled our manner of life. Observe, thus far, two persons, both of high rank, receiving the faith, the eunuch at Gaza and this man; and the pains taken on behalf of these men.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 11 (1889)

  2. Cita 10:1–5 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XII)

    He saw therefore, about the ninth hour of the day, an angel of God coming in to him, and saying, Thine alms are come up for a memorial before God. Wherefore send to Simon, who is called Peter." But when Peter saw the vision, in which the voice from heaven said to him, "What God hath cleansed, that call not …

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  3. Cita 10:42 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVII, Chapter 4)

    … and hath thundered: He shall judge the ends of the earth, for He is righteous." Throughout she holds to the order of the creed of Christians: For the Lord Christ has ascended into heaven, and is to come thence to judge the quick and dead. For, as saith the apostle, "Who hath ascended but He who hath also descended into …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  4. Cita 10:4 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily L)

    For "thy prayers and thine alms are come up for a memorial before God." This is more indispensable than virginity: for thus were those virgins cast out of the bridechamber; thus were the others brought in.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  5. Cita 10:48 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture III)

    Peter came, and the Spirit was poured out upon them that believed, and they spake with other tongues, and prophesied: and after the grace of the Spirit the Scripture saith that Peter commanded them to be baptized in the name of Jesus Christ; in order that, the soul having been born again by faith, the body also might by …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)