1 Και ότε ετελείωσεν ο Ιησούς πάντας τους λόγους τούτους, είπε προς τους μαθητάς αυτού· 2 Εξεύρετε ότι μετά δύο ημέρας γίνεται το πάσχα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται διά να σταυρωθή. 3 Τότε συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού εις την αυλήν του αρχιερέως του λεγομένου Καϊάφα, 4 και συνεβουλεύθησαν να συλλάβωσι τον Ιησούν με δόλον και να θανατώσωσιν. 5 Έλεγον δέ· μη εν τη εορτή, διά να μη γείνη θόρυβος εν τω λαώ. 6 Ότε δε ο Ιησούς ήτο εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, 7 προσήλθε προς αυτόν γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου βαρυτίμου, και κατέχεεν αυτό επί την κεφαλήν αυτού, ενώ εκάθητο εις την τράπεζαν. 8 Ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού, ηγανάκτησαν λέγοντες· Εις τι η απώλεια αύτη; 9 διότι ηδύνατο τούτο το μύρον να πωληθή με πολλήν τιμήν και να δοθή εις τους πτωχούς. 10 Νοήσας δε ο Ιησούς, είπε προς αυτούς· Διά τι ενοχλείτε την γυναίκα; διότι έργον καλόν έπραξεν εις εμέ. 11 Διότι τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ όμως πάντοτε δεν έχετε. 12 Επειδή χύσασα αύτη το μύρον τούτο επί του σώματός μου, έκαμε τούτο διά τον ενταφιασμόν μου. 13 Αληθώς σας λέγω, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, θέλει λαληθή και τούτο, το οποίον έπραξεν αύτη, εις μνημόσυνον αυτής. 14 Τότε υπήγεν εις των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς 15 και είπε· Τι θέλετε να μοι δώσητε, και εγώ θέλω σας παραδώσει αυτόν; Και εκείνοι έδωκαν εις αυτόν τριάκοντα αργύρια. 16 Και από τότε εζήτει ευκαιρίαν διά να παραδώση αυτόν. 17 Την δε πρώτην των αζύμων προσήλθον οι μαθηταί προς τον Ιησούν, λέγοντες προς αυτόν· Που θέλεις να σοι ετοιμάσωμεν διά να φάγης το πάσχα; 18 Και εκείνος είπεν· Υπάγετε εις την πόλιν προς τον δείνα και είπατε προς αυτόν· Ο Διδάσκαλος λέγει, Ο καιρός μου επλησίασεν· εν τη οικία σου θέλω κάμει το πάσχα μετά των μαθητών μου. 19 Και έκαμον οι μαθηταί καθώς παρήγγειλεν εις αυτούς ο Ιησούς, και ητοίμασαν το πάσχα. 20 Ότε δε έγεινεν εσπέρα, εκάθητο εις την τράπεζαν μετά των δώδεκα. 21 Και ενώ έτρωγον, είπεν· Αληθώς σας λέγω ότι εις εξ υμών θέλει με παραδώσει. 22 Και λυπούμενοι σφόδρα, ήρχισαν να λέγωσι προς αυτόν έκαστος αυτών· Μήπως εγώ είμαι, Κύριε; 23 Ο δε αποκριθείς είπεν· Ο εμβάψας μετ' εμού εν τω πινακίω την χείρα, ούτος θέλει με παραδώσει. 24 Ο μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού· ουαί δε εις τον άνθρωπον εκείνον, διά του οποίου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται· καλόν ήτο εις τον άνθρωπον εκείνον, αν δεν ήθελε γεννηθή. 25 Αποκριθείς δε ο Ιούδας, όστις παρέδιδεν αυτόν, είπε· Μήπως εγώ είμαι, Ραββί; Λέγει προς αυτόν· Συ είπας. 26 Και ενώ έτρωγον, λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκοψε και έδιδεν εις τους μαθητάς και είπε· Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου· 27 και λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας, έδωκεν εις αυτούς, λέγων· Πίετε εξ αυτού πάντες· 28 διότι τούτο είναι το αίμα μου το της καινής διαθήκης, το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών. 29 Σας λέγω δε ότι δεν θέλω πίει εις το εξής εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης, όταν πίνω αυτό νέον μεθ' υμών εν τη βασιλεία του Πατρός μου. 30 Και αφού ύμνησαν, εξήλθον εις το όρος των ελαιών. 31 Τότε λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Πάντες υμείς θέλετε σκανδαλισθή εν εμοί την νύκτα ταύτην· διότι είναι γεγραμμένον, Θέλω πατάξει τον ποιμένα, και θέλουσι διασκορπισθή τα πρόβατα της ποίμνης· 32 αφού δε αναστηθώ, θέλω υπάγει πρότερον υμών εις την Γαλιλαίαν. 33 Αποκριθείς δε ο Πέτρος, είπε προς αυτόν· Και αν πάντες σκανδαλισθώσιν εν σοι, εγώ ποτέ δεν θέλω σκανδαλισθή. 34 Είπε προς αυτόν ο Ιησούς· Αληθώς σοι λέγω ότι ταύτην την νύκτα, πριν φωνάξη ο αλέκτωρ, τρίς θέλεις με απαρνηθή. 35 Λέγει προς αυτόν ο Πέτρος· Και αν γείνη χρεία να αποθάνω μετά σου, δεν θέλω σε απαρνηθή. Ομοίως είπον και πάντες οι μαθηταί. 36 Τότε έρχεται μετ' αυτών ο Ιησούς εις χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή και λέγει προς τους μαθητάς· Καθήσατε αυτού, εωσού υπάγω και προσευχηθώ εκεί. 37 Και παραλαβών τον Πέτρον και τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, ήρχισε να λυπήται και να αδημονή. 38 Τότε λέγει προς αυτούς· Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου· μείνατε εδώ και αγρυπνείτε μετ' εμού. 39 Και προχωρήσας ολίγον έπεσεν επί πρόσωπον αυτού, προσευχόμενος και λέγων· Πάτερ μου, εάν ήναι δυνατόν, ας παρέλθη απ' εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ. 40 Και έρχεται προς τους μαθητάς και ευρίσκει αυτούς κοιμωμένους, και λέγει προς τον Πέτρον· Ούτω δεν ηδυνήθητε μίαν ώραν να αγρυπνήσητε μετ' εμού; 41 αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. 42 Πάλιν εκ δευτέρου υπήγε και προσευχήθη, λέγων· Πάτερ μου, εάν δεν ήναι δυνατόν τούτο το ποτήριον να παρέλθη απ' εμού χωρίς να πίω αυτό, γενηθήτω το θέλημά σου. 43 Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν κοιμωμένους· διότι οι οφθαλμοί αυτών ήσαν βεβαρημένοι. 44 Και αφήσας αυτούς υπήγε πάλιν και προσευχήθη εκ τρίτου, ειπών τον αυτόν λόγον. 45 Τότε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και λέγει προς αυτούς· Κοιμάσθε το λοιπόν και αναπαύεσθε· ιδού, επλησίασεν η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών. 46 Εγέρθητε, ας υπάγωμεν· Ιδού, επλησίασεν ο παραδίδων με. 47 Και ενώ αυτός ελάλει έτι, ιδού, ο Ιούδας εις των δώδεκα ήλθε, και μετ' αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων παρά των αρχιερέων και πρεσβυτέρων του λαού. 48 Ο δε παραδίδων αυτόν έδωκεν εις αυτούς σημείον, λέγων· Όντινα φιλήσω, αυτός είναι· πιάσατε αυτόν. 49 Και ευθύς πλησιάσας προς τον Ιησούν, είπε· Χαίρε, Ραββί, και κατεφίλησεν αυτόν. 50 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Φίλε, διά τι ήλθες; Τότε προσελθόντες επέβαλον τας χείρας επί τον Ιησούν και επίασαν αυτόν. 51 Και ιδού, εις των μετά του Ιησού εκτείνας την χείρα έσυρε την μάχαιραν αυτού, και κτυπήσας τον δούλον του αρχιερέως απέκοψε το ωτίον αυτού. 52 Τότε λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Επίστρεψον την μάχαιράν σου εις τον τόπον αυτής· διότι πάντες όσοι πιάσωσι μάχαιραν διά μαχαίρας θέλουσιν απολεσθή. 53 Η νομίζεις ότι δεν δύναμαι ήδη να παρακαλέσω τον Πατέρα μου, και θέλει στήσει πλησίον μου περισσοτέρους παρά δώδεκα λεγεώνας αγγέλων; 54 πως λοιπόν θέλουσι πληρωθή αι γραφαί ότι ούτω πρέπει να γείνη; 55 Εν εκείνη τη ώρα είπεν ο Ιησούς προς τους όχλους· Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων να με συλλάβητε; καθ' ημέραν εκαθήμην πλησίον υμών διδάσκων εν τω ιερώ, και δεν με επιάσατε. 56 Τούτο δε όλον έγεινε διά να πληρωθώσιν αι γραφαί των προφητών. Τότε οι μαθηταί πάντες αφήσαντες αυτόν έφυγον. 57 Οι δε πιάσαντες τον Ιησούν έφεραν προς Καϊάφαν τον αρχιερέα, όπου συνήχθησαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. 58 Ο δε Πέτρος ηκολούθει αυτόν από μακρόθεν έως της αυλής του αρχιερέως, και εισελθών έσω εκάθητο μετά των υπηρετών διά να ίδη το τέλος. 59 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και το συνέδριον όλον εζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατά του Ιησού, διά να θανατώσωσιν αυτόν, 60 και δεν εύρον· και πολλών ψευδομαρτύρων προσελθόντων, δεν εύρον. Ύστερον δε προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες, 61 είπον· Ούτος είπε, Δύναμαι να χαλάσω τον ναόν του Θεού και διά τριών ημερών να οικοδομήσω αυτόν. 62 Και σηκωθείς ο αρχιερεύς είπε προς αυτόν· Δεν αποκρίνεσαι; τι μαρτυρούσιν ούτοι κατά σου; 63 Ο δε Ιησούς εσιώπα. Και αποκριθείς ο αρχιερεύς είπε προς αυτόν· Σε ορκίζω εις τον Θεόν τον ζώντα να είπης προς ημάς αν συ ήσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού. 64 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Συ είπας· πλην σας λέγω, Εις το εξής θέλετε ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού. 65 Τότε ο αρχιερεύς διέσχισε τα ιμάτια αυτού, λέγων ότι εβλασφήμησε· τι χρείαν έχομεν πλέον μαρτύρων; ιδού, τώρα ηκούσατε την βλασφημίαν αυτού· 66 τι σας φαίνεται; Και εκείνοι αποκριθέντες είπον· Ένοχος θανάτου είναι. 67 Τότε ενέπτυσαν εις το πρόσωπον αυτού και εγρόνθισαν αυτόν, άλλοι δε ερράπισαν, 68 λέγοντες· Προφήτευσον εις ημάς, Χριστέ, τις είναι όστις σε εκτύπησεν; 69 Ο δε Πέτρος εκάθητο έξω εν τη αυλή και προσήλθε προς αυτόν μία δούλη, λέγουσα· Και συ ήσο μετά Ιησού του Γαλιλαίου. 70 Ο δε ηρνήθη έμπροσθεν πάντων, λέγων· Δεν εξεύρω τι λέγεις. 71 Και ότε εξήλθεν εις τον πυλώνα, είδεν αυτόν άλλη και λέγει προς τους εκεί, Και ούτος ήτο μετά Ιησού του Ναζωραίου. 72 Και πάλιν ηρνήθη μεθ' όρκου ότι δεν γνωρίζω τον άνθρωπον. 73 Μετ' ολίγον δε προσελθόντες οι εστώτες, είπον προς τον Πέτρον· Αληθώς και συ εξ αυτών είσαι· διότι η λαλιά σου σε κάμνει φανερόν. 74 Τότε ήρχισε να καταναθεματίζη και να ομνύη ότι δεν γνωρίζω τον άνθρωπον. Και ευθύς εφώναξεν ο αλέκτωρ. 75 Και ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον του Ιησού, όστις είχεν ειπεί προς αυτόν ότι πριν φωνάξη ο αλέκτωρ, τρίς θέλεις με απαρνηθή· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.
Matthew · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Matthew 26 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings
Notes on this text (2)
- The Old Testament is translated from the Hebrew, not from the Septuagint read in the Orthodox Church; there are no deuterocanonical books.
- Katharevousa (learned 19th-century Greek), as in the CrossWire module (text from theword.gr).
People & places in this chapter
From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.
People
Caiaphas
The high priest that year, son-in-law of Annas, in whose court the council met to plot against Jesus and to whom Jesus was sent bound.
Cited in the guide: Matthew 26:3; Matthew 26:57; Luke 3:2
Simon the Leper
The man in whose home in Bethany Jesus was anointed with perfume by a woman.
Cited in the guide: Matthew 26:6; Mark 14:3
Places
Gethsemane
Gethsemane ('oil press') was a garden on the lower Mount of Olives. Jesus prayed here on the night of his arrest; ancient olive trees still grow on the traditional site.
Cited in the guide: Matthew 26:36; Mark 14:32; Luke 22:44
Cross references (75)
Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.
- 1 Matthew 7:28; Matthew 19:1
- 2 Mark 14:1–2; Luke 22:1–2; Matthew 20:18–19; John 13:1–2; John 11:55
- 3 John 18:24; John 11:47–53; Mark 14:54; Psalm 2:1–2; John 18:28
- 4 Matthew 12:14; Acts 13:10; Psalm 2:2; Genesis 3:1; Matthew 23:33
- 5 Matthew 27:24; Matthew 21:26; Matthew 14:5; Isaiah 46:10; Mark 14:2
- 6 Mark 14:3–9; John 12:1–8; Luke 7:37–39; John 11:1–2; Matthew 21:17
- 7 John 12:2–3; Luke 7:46; Luke 7:37–38; Ecclesiastes 9:8; Psalm 133:2
- 8 John 12:4–6; Mark 14:4; Exodus 5:17; Ecclesiastes 4:4; Haggai 1:2–4
- 9 John 12:5–6; Mark 14:5; Joshua 7:20–21; 1 Samuel 15:21; 1 Samuel 15:9
- 10 Titus 3:8; Hebrews 13:21; Titus 1:16; 2 Timothy 2:21; Titus 3:1
- 11 Deuteronomy 15:11; Mark 14:7; John 12:8; John 16:28; John 16:5
- 12 John 12:7; Mark 14:8; Luke 23:56–24:1; Mark 16:1; 2 Chronicles 16:14
- 13 Mark 14:9; Matthew 24:14; Psalm 112:6; Isaiah 52:9; Psalm 98:2–3
- 14 Luke 22:3–6; Matthew 10:4; Mark 14:10–11; Matthew 26:47; John 6:70–71
- 15 Zechariah 11:12–13; Genesis 37:26–28; Exodus 21:32; 1 Timothy 6:9–10; 2 Peter 2:3
- 16 Mark 14:11; Luke 22:6
- 17 Luke 22:7–13; Exodus 12:18–20; Mark 14:12–16; Exodus 13:6–8; Exodus 12:6
- 18 Mark 14:13–16; John 7:6; John 17:1; John 13:1; John 7:30
- 19 Matthew 21:6; John 2:5; John 15:14; 2 Chronicles 35:10–11; Exodus 12:4–8
- 20 Mark 14:17–21; John 13:21; Song of Songs 1:12; Luke 22:14–16; Exodus 12:11
- 21 John 13:21; Hebrews 4:13; John 6:70–71; Psalm 55:12–14; Revelation 2:23
- 22 John 13:22–25; Luke 22:23; Mark 14:19–20; John 21:17
- 23 John 13:18; Psalm 41:9; John 13:26–28; Luke 22:21
- 24 Luke 24:46; Acts 26:22–23; Daniel 9:26; Matthew 18:7; 1 Corinthians 15:3
- 25 Matthew 26:64; Matthew 27:11; John 18:37; Luke 22:70; 2 Kings 5:25
- 26 1 Corinthians 11:23–29; Luke 22:18–20; 1 Corinthians 10:16–17; John 6:33–35; Mark 14:22–25
- 27 Isaiah 25:6; 1 Corinthians 10:16; Psalm 116:13; 1 Corinthians 11:28; Isaiah 55:1
- 28 Hebrews 10:4–14; Hebrews 9:14–22; Leviticus 17:11; Matthew 20:28; Revelation 7:14
- 29 Hebrews 12:2; Revelation 7:17; Mark 14:25; Psalm 40:3; Luke 22:15–18
- 30 Ephesians 5:19–20; Luke 22:39; Matthew 21:1; Mark 14:26–31; Luke 21:37
- 31 Zechariah 13:7; Mark 14:27–28; John 16:32; Ezekiel 34:5–6; Psalm 69:20
- 32 Matthew 28:10; Matthew 28:16; Luke 18:33–34; Matthew 20:19; Mark 14:28
- 33 Luke 22:33; Proverbs 16:18–19; Psalm 17:5; Proverbs 20:6; John 13:36–38
- 34 John 13:38; Luke 22:34; Matthew 26:75; Mark 14:30–31
- 35 John 13:37; Romans 11:20; Philippians 2:12; 1 Corinthians 10:12; Proverbs 28:14
- 36 Mark 14:32–42; Luke 22:39–46; Matthew 26:42; Matthew 26:39; Psalm 69:13–15
- 37 Matthew 4:21; Matthew 17:1; Mark 5:37; Mark 14:33–34; Luke 22:44
- 38 John 12:27; 1 Peter 3:18; 1 Peter 2:24; Galatians 3:13; Matthew 26:40–41
- 39 John 6:38; Philippians 2:8; Matthew 26:42; Luke 22:41–42; Hebrews 5:7
- 40 Luke 22:45; Mark 14:37; Matthew 26:43; Luke 9:32; Matthew 26:38
- 41 Luke 22:46; Ephesians 6:18; Mark 14:38; Matthew 6:13; Revelation 16:15
- 42 Matthew 26:39; Mark 14:39–40; Hebrews 4:15; Hebrews 5:7–8; Psalm 88:1–2
- 43 Luke 9:32; Acts 20:9; 1 Thessalonians 5:6–8; Jonah 1:6; Romans 13:1
- 44 2 Corinthians 12:8; Luke 18:1; Daniel 9:17–19; Matthew 6:7
- 45 John 13:1; Mark 14:41–42; John 17:1; John 12:27; Luke 22:53
- 46 Luke 12:50; Acts 21:13; Luke 9:51; John 14:31; 1 Samuel 17:48
- 47 Matthew 26:55; Acts 1:16; John 18:1–11; Mark 14:43–50; Luke 22:47–53
- 48 2 Samuel 3:27; Psalm 55:20–21; 2 Samuel 20:9–10; Psalm 28:3; Mark 14:44
- 49 Matthew 26:25; 1 Thessalonians 5:26; Luke 7:45; 1 Samuel 10:1; Proverbs 27:6
- 50 Matthew 20:13; Matthew 22:12; Psalm 41:9; Luke 22:48; 2 Samuel 16:17
- 51 Mark 14:47; John 18:36; 2 Corinthians 10:4; Luke 22:49–51; Luke 22:36–38
- 52 Genesis 9:6; Revelation 13:10; Romans 12:19; 1 Peter 2:21–23; 1 Peter 3:9
- 53 Matthew 4:11; 2 Kings 6:17; Luke 8:30; Daniel 7:10; Matthew 25:31
- 54 Zechariah 13:7; Matthew 26:24; Luke 24:25–26; Acts 1:16; Psalm 22:1–31
- 55 Mark 12:35; John 8:2; John 18:20–21; John 7:28; Luke 21:37–38
- 56 Zechariah 13:7; John 16:32; Mark 14:50–52; 2 Timothy 4:16; Matthew 26:31
- 57 Matthew 26:3; John 11:49; Luke 22:54–55; John 18:12–14; Psalm 56:5–6
- 58 John 7:32; John 18:15–16; John 7:45; John 18:25
- 59 Deuteronomy 19:16–21; Mark 14:55–56; Acts 6:11–13; 1 Kings 21:8–13; Proverbs 25:18
- 60 Deuteronomy 19:15; Psalm 27:12; Psalm 35:11; Mark 14:57–59; Titus 2:8
- 61 John 2:19–21; Matthew 27:40; Mark 15:29; Isaiah 53:3; Psalm 22:6–7
- 62 John 19:9–11; John 18:19–24; Luke 23:9; Matthew 27:12–14; Mark 14:60
- 63 Leviticus 5:1; Isaiah 53:7; Matthew 16:16; Matthew 27:12; 1 Samuel 14:26
- 64 Daniel 7:13; Mark 14:62; Psalm 110:1; Hebrews 1:3; Revelation 1:7
- 65 Numbers 14:6; John 10:33; Matthew 9:3; Mark 14:63–64; John 10:36
- 66 John 19:7; Acts 7:52; Leviticus 24:11–16; Acts 13:27–28; James 5:6
- 67 Isaiah 50:6; Isaiah 53:3; Matthew 27:30; John 18:22; Matthew 5:39
- 68 Luke 22:63–65; Mark 14:65; 1 Peter 2:4–8; Genesis 37:19–20; Matthew 27:39–44
- 69 Matthew 26:71; 1 Kings 19:13; Acts 5:37; John 18:16–18; Psalm 1:1
- 70 1 Corinthians 10:12; Revelation 21:8; Matthew 26:40–43; Matthew 26:34–35; Psalm 119:115–117
- 71 Mark 14:68–69; John 18:25–27; Luke 22:58
- 72 Exodus 20:7; Acts 5:3–4; Isaiah 48:1; Matthew 26:74; Zechariah 8:17
- 73 Judges 12:6; John 18:26–27; Luke 22:59–60; Nehemiah 13:24
- 74 Revelation 3:19; Matthew 10:28; 1 Corinthians 16:22; Mark 14:71–72; John 18:27
- 75 Romans 7:18–20; Matthew 26:34; Luke 22:31–34; John 13:38; Luke 22:61–62
Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences
What the Fathers said
Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).
How these were chosen
“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).
This woman seems indeed to be one and the same with all the evangelists, yet she is not so; but though with the three she doth seem to me to be one and the same, yet not so with John, but another person, one much to be admired, the sister of Lazarus.
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)
… forsaking the vanity of many, and their false doctrines, let us return to the word which has been handed down to us from the beginning; "watching unto prayer," and persevering in fasting; beseeching in our supplications the all-seeing God "not to lead us into temptation," as the Lord has said: "The spirit truly is willing, but the flesh is weak."
Her anguish, again, was indicated when He said, "My soul is exceeding sorrowful, even unto death;" her fear by the words, "Father, if it be possible, let this cup pass from Me;" and her perplexity, too, when He said, "And what I shall say, I know not."
Our Lord Himself, too, though He was to rise again the third day, applauds, and commends to our applause, the good work of the religious woman who poured precious ointment over His limbs, and did it against His burial. And the Gospel speaks with commendation of those who were careful to take down His body from the cross, and wrap …
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)
How then saith He, "Pray that ye enter not into temptation." For this cause he doth not show thee Jesus simply going up, but "led up" according to the principle of the Economy; signifying obscurely by this, that we ought not of ourselves to leap upon it, but being dragged thereto, to stand manfully.
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)