Saltar al texto

Éxodo · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Éxodo 21 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Αύται δε είναι αι κρίσεις, τας οποίας θέλεις εκθέσει έμπροσθεν αυτών. 2 Εάν αγοράσης δούλον Εβραίον, εξ έτη θέλει δουλεύσει· εν δε τω εβδόμω θέλει εξέλθει ελεύθερος, δωρεάν. 3 Εάν εισήλθε μόνος, μόνος θέλει εξέλθει· εάν είχε γυναίκα, τότε η γυνή αυτού θέλει εξέλθει μετ' αυτού. 4 Εάν ο κύριος αυτού έδωκεν εις αυτόν γυναίκα, και εγέννησεν εις αυτόν υιούς η θυγατέρας, η γυνή και τα τέκνα αυτής θέλουσιν είσθαι του κυρίου αυτής, αυτός δε θέλει εξέλθει μόνος. 5 Αλλ' εάν ο δούλος είπη φανερά, Αγαπώ τον κύριόν μου, την γυναίκα μου και τα τέκνα μου, δεν θέλω εξέλθει ελεύθερος· 6 τότε ο κύριος αυτού θέλει φέρει αυτόν προς τους κριτάς· και θέλει φέρει αυτόν εις την θύραν ή εις τον παραστάτην της θύρας, και ο κύριος αυτού θέλει τρυπήσει το ωτίον αυτού με τρυπητήριον· και θέλει δουλεύει αυτόν διαπαντός. 7 Και εάν τις πωλήση την θυγατέρα αυτού διά δούλην, δεν θέλει εξέλθει καθώς εξέρχονται οι δούλοι. 8 Εάν δεν αρέση εις τον κύριον αυτής, όστις ηρραβωνίσθη αυτήν εις εαυτόν, τότε θέλει απολυτρώσει αυτήν· εις ξένον έθνος δεν θέλει έχει εξουσίαν να πωλήση αυτήν, επειδή εφέρθη προς αυτήν απίστως. 9 Αν όμως ηρραβώνισεν αυτήν με τον υιόν αυτού, θέλει κάμει προς αυτήν κατά το δικαίωμα των θυγατέρων. 10 Εάν λάβη εις εαυτόν άλλην, δεν θέλει στερήσει την τροφήν αυτής, τα ενδύματα αυτής, και το προς αυτήν χρέος του γάμου. 11 Εάν όμως δεν κάμνη εις αυτήν τα τρία ταύτα, τότε θέλει εξέλθει δωρεάν άνευ αργυρίου. 12 Όστις πατάξη άνθρωπον, και αποθάνη, θέλει εξάπαντος θανατωθή· 13 εάν όμως δεν παρεμόνευσεν, αλλ' ο Θεός παρέδωκεν αυτόν εις την χείρα αυτού, τότε εγώ θέλω σοι διορίσει τόπον, όπου θέλει καταφύγει· 14 εάν δε τις εγερθή κατά του πλησίον αυτού διά να δολοφονήση αυτόν, από του θυσιαστηρίου μου θέλεις αποσπάσει αυτόν διά να θανατωθή. 15 Και όστις πατάξη τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού, θέλει εξάπαντος θανατωθή. 16 Και όστις κλέψη άνθρωπον και πωλήση αυτόν, ή εάν ευρεθή εις τας χείρας αυτού, θέλει εξάπαντος θανατωθή. 17 Και όστις κακολογή τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού, θέλει εξάπαντος θανατωθή. 18 Και εάν άνθρωποι λογομαχώσι μετ' αλλήλων και ο εις πατάξη τον άλλον με λίθον ή με γρόνθον, και δεν αποθάνη αλλά γείνη κλινήρης, 19 εάν σηκωθή και περιπατήση έξω με την βακτηρίαν αυτού, τότε θέλει είσθαι ελεύθερος ο πατάξας· μόνον θέλει αποζημιώσει αυτόν διά την αργίαν αυτού και θέλει επιμεληθή την τελείαν θεραπείαν αυτού. 20 Και εάν τις πατάξη τον δούλον αυτού ή την δούλην αυτού με ράβδον, και αποθάνη υπό τας χείρας αυτού, θέλει εξάπαντος τιμωρηθή. 21 Αν όμως ζήση μίαν ημέραν ή δύο, δεν θέλει τιμωρηθή· διότι είναι αργύριον αυτού. 22 Εάν μάχωνται άνδρες και πατάξωσι γυναίκα έγκυον και εξέλθη το παιδίον αυτής, δεν συμβή όμως συμφορά· θέλει εξάπαντος κάμει αποζημίωσιν ο πατάξας, οποίαν ο ανήρ της γυναικός επιβάλη εις αυτόν· και θέλει πληρώσει κατά την απόφασιν των κριτών. 23 Αν όμως συμβή συμφορά, τότε θέλεις δώσει ζωήν αντί ζωής, 24 οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χείρα αντί χειρός, πόδα αντί ποδός, 25 καύσιμον αντί καυσίματος, πληγήν αντί πληγής, κτύπημα αντί κτυπήματος. 26 Εάν τις πατάξη τον οφθαλμόν του δούλου αυτού ή τον οφθαλμόν της δούλης αυτού και τυφλώση αυτόν, θέλει αφήσει αυτόν ελεύθερον εξ αιτίας του οφθαλμού αυτού. 27 Και εάν εκβάλη τον οδόντα του δούλον αυτού ή τον οδόντα της δούλης αυτού, θέλει αφήσει αυτόν ελεύθερον εξ αιτίας του οδόντος αυτού. 28 Εάν βους κερατίση άνδρα ή γυναίκα, και αποθάνη, τότε ο βους θέλει λιθοβοληθή με λίθους και δεν θέλει τρώγεσθαι το κρέας αυτού· ο κύριος δε του βοός θέλει είσθαι αθώος. 29 Εάν όμως ο βους ήτο κερατιστής από πρότερον, και έγεινε διαμαρτυρία εις τον κύριον αυτού και δεν εφύλαξεν αυτόν, εάν θανατώση άνδρα ή γυναίκα, ο βους θέλει λιθοβοληθή και ακόμη ο κύριος αυτού θέλει θανατωθή. 30 Εάν επιβληθή εις αυτόν τιμή εξαγοράσεως, θέλει δώσει διά την εξαγόρασιν της ζωής αυτού όσα ήθελον επιβληθή εις αυτόν. 31 Είτε υιόν κερατίση, είτε θυγατέρα κερατίση, κατά την κρίσιν ταύτην θέλει γείνει εις αυτόν. 32 Εάν ο βους κερατίση δούλον ή δούλην, θέλει δώσει εις τον κύριον αυτών τριάκοντα σίκλους αργυρίου· ο δε βους θέλει λιθοβοληθή. 33 Και εάν τις ανοίξη λάκκον ή εάν τις σκάψη λάκκον και δεν σκεπάση αυτόν, και πέση εις αυτόν βους ή όνος, 34 ο κύριος του λάκκου θέλει κάμει αποζημίωσιν, αργύριον θέλει αποδώσει εις τον κύριον αυτών· το δε θανατωθέν θέλει είσθαι αυτού. 35 Και εάν ο βους τινός κερατίση τον βουν του πλησίον αυτού και θανατωθή, τότε θέλουσι πωλήσει τον ζώντα βουν, και θέλουσι μοιρασθή το αργύριον αυτού και τον θανατωθέντα ομοίως θέλουσι μοιρασθή. 36 Εάν όμως ήναι γνωστόν ότι ο βους ήτο κερατιστής από πρότερον, και ο κύριος αυτού δεν εφύλαξεν αυτόν, θέλει εξάπαντος πληρώσει βουν αντί βοός· ο δε θανατωθείς θέλει είσθαι αυτού.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Aaron

    First high priest

    Moses' brother and spokesman, Israel's first high priest.

    Citado en la guía: Exodus 4–40; Leviticus 8–10

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Citado en la guía: Exodus 2–Deuteronomy 34

Referencias cruzadas (28)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Deuteronomio 4:14; Deuteronomio 6:20; Éxodo 24:3–4; Salmo 147:19; Mateo 28:20
  2. 2 Deuteronomio 15:12–15; Éxodo 12:44; Deuteronomio 15:18; Nehemías 5:1–5; Deuteronomio 15:1
  3. 3 Deuteronomio 15:12–14
  4. 5 2 Corintios 5:14–15; Deuteronomio 15:16–17; Isaías 26:13
  5. 6 Deuteronomio 15:17; Levítico 25:40; Deuteronomio 19:17–18; 1 Samuel 28:2; 1 Samuel 27:12
  6. 7 Nehemías 5:5; Éxodo 21:2–3
  7. 8 Jueces 14:3; Jueces 9:19; Malaquías 2:11–15; Génesis 28:8; Deuteronomio 21:11–14
  8. 10 1 Corintios 7:1–6
  9. 12 Génesis 9:6; Mateo 26:52; Levítico 24:17; Números 35:30–31; Números 35:16–24
  10. 13 Josué 20:2–9; 1 Samuel 24:18; Deuteronomio 19:1–13; Deuteronomio 4:41–43; 1 Samuel 24:10
  11. 14 1 Reyes 2:28–34; Hebreos 10:26; Deuteronomio 1:43; 1 Reyes 1:50–51; Números 15:30–31
  12. 15 Proverbios 30:11; Deuteronomio 21:18–21; 1 Timoteo 1:9; Deuteronomio 27:24; Proverbios 30:17
  13. 16 Deuteronomio 24:7; 1 Timoteo 1:10; Éxodo 22:4; Génesis 37:28; Génesis 40:15
  14. 17 Proverbios 20:20; Marcos 7:10–11; Mateo 15:3–6; Deuteronomio 27:16; Proverbios 30:11
  15. 18 Éxodo 21:20; Éxodo 2:13; Deuteronomio 25:11; 2 Samuel 14:6; Números 35:16–24
  16. 19 2 Samuel 3:29; Zacarías 8:4
  17. 20 Proverbios 29:19; Deuteronomio 19:21; Isaías 58:3–4; Números 35:30–33; Romanos 13:4
  18. 21 Levítico 25:44–46
  19. 22 Deuteronomio 22:18–19; Éxodo 21:30; Deuteronomio 16:18
  20. 23 Deuteronomio 19:21; Números 35:31; Levítico 24:19
  21. 24 Deuteronomio 19:21; Mateo 7:2; Mateo 5:38–40; Levítico 24:19–20; Apocalipsis 16:6
  22. 26 Nehemías 5:5; Job 31:13–15; Colosenses 4:1; Salmo 72:12–14; Éxodo 21:20
  23. 28 Éxodo 21:32; Génesis 9:5–6; Levítico 20:15–16
  24. 29 Deuteronomio 21:1–9
  25. 30 Éxodo 21:22; Éxodo 30:12; Números 35:31–33; Proverbios 13:8
  26. 32 Zacarías 11:12–13; Mateo 26:15; Mateo 27:3–9; Génesis 37:28; Filipenses 2:7
  27. 33 Jeremías 18:22; Proverbios 28:10; Salmo 9:15; Eclesiastés 10:8; Jeremías 18:20
  28. 34 Éxodo 21:29–30; Éxodo 22:6; Éxodo 22:14

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 21:17 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LI)

    For, "honor," saith He, "thy father and thy mother, that thou mayest live long upon the earth." And again, "He that curseth father or mother, let him die the death." But He, omitting the first, the reward appointed for them that honor their parents, states that which is more awful, the punishment, I mean, threatened to such as dishonor them; …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  2. Cita 21:17 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture VII)

    … put no obstacle to godliness in our way, if we are ever carried away by ingratitude, and, forgetting their benefits to us, hold them in contempt, then the oracle will have place which says, He that curseth father or mother, let him die the death.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)