Skip to the text

Matthew · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Matthew 8 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ότε δε κατέβη από του όρους, ηκολούθησαν αυτόν όχλοι πολλοί. 2 Και ιδού, λεπρός ελθών προσεκύνει αυτόν, λέγων· Κύριε, εάν θέλης, δύνασαι να με καθαρίσης. 3 Και εκτείνας την χείρα ο Ιησούς ήγγισεν αυτόν, λέγων· Θέλω, καθαρίσθητι. Και ευθύς εκαθαρίσθη η λέπρα αυτού. 4 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Πρόσεχε μη είπης τούτο εις μηδένα, αλλ' ύπαγε, δείξον σεαυτόν εις τον ιερέα και πρόσφερε το δώρον, το οποίον προσέταξεν ο Μωϋσής διά μαρτυρίαν εις αυτούς. 5 Ότε δε εισήλθεν ο Ιησούς εις Καπερναούμ, προσήλθε προς αυτόν εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν 6 και λέγων· Κύριε, ο δούλός μου κείται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος. 7 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ ελθών θέλω θεραπεύσει αυτόν. 8 Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος είπε· Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθης υπό την στέγην μου· αλλά μόνον ειπέ λόγον, και θέλει ιατρευθή ο δούλός μου. 9 Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος υπό εξουσίαν, έχων υπ' εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω προς τούτον, Ύπαγε, και υπάγει, και προς άλλον, Έρχου, και έρχεται, και προς τον δούλον μου, Κάμε τούτο, και κάμνει. 10 Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε προς τους ακολουθούντας· Αληθώς σας λέγω, ουδέ εν τω Ισραήλ εύρον τοσαύτην πίστιν. 11 Σας λέγω δε ότι πολλοί θέλουσιν ελθεί από ανατολών και δυσμών και θέλουσι καθήσει μετά του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, 12 οι δε υιοί της βασιλείας θέλουσιν εκβληθή εις το σκότος το εξώτερον· εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων. 13 Και είπεν ο Ιησούς προς τον εκατόνταρχον, Ύπαγε, και ως επίστευσας, ας γείνη εις σε. Και ιατρεύθη ο δούλος αυτού εν τη ώρα εκείνη. 14 Και ελθών ο Ιησούς εις την οικίαν του Πέτρου, είδε την πενθεράν αυτού κατάκοιτον και πάσχουσαν πυρετόν· 15 και επίασε την χείρα αυτής, και αφήκεν αυτήν ο πυρετός, και εσηκώθη και υπηρέτει αυτούς. 16 Και ότε έγεινεν εσπέρα, έφεραν προς αυτόν δαιμονιζομένους πολλούς, και εξέβαλε τα πνεύματα με λόγον και πάντας τους κακώς έχοντας εθεράπευσε, 17 διά να πληρωθή το ρηθέν διά Ησαΐου του προφήτου, λέγοντος· Αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν. 18 Ιδών δε ο Ιησούς πολλούς όχλους περί εαυτόν, προσέταξε να αναχωρήσωσιν εις το πέραν. 19 Και πλησιάσας εις γραμματεύς είπε προς αυτόν, Διδάσκαλε, θέλω σοι ακολουθήσει όπου αν υπάγης. 20 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν. 21 Άλλος δε εκ των μαθητών αυτού είπε προς αυτόν· Κύριε, συγχώρησόν μοι να υπάγω πρώτον και να θάψω τον πατέρα μου. 22 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς. 23 Και ότε εισήλθεν εις το πλοίον, ηκολούθησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού. 24 Και ιδού, τρικυμία μεγάλη έγεινεν εν τη θαλάσση, ώστε το πλοίον εσκεπάζετο υπό των κυμάτων· αυτός δε εκοιμάτο. 25 Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού εξύπνισαν αυτόν, λέγοντες· Κύριε, σώσον ημάς, χανόμεθα. 26 Και λέγει προς αυτούς· Διά τι είσθε δειλοί, ολιγόπιστοι; Τότε σηκωθείς επετίμησε τους ανέμους και την θάλασσαν, και έγεινε γαλήνη μεγάλη. 27 Οι δε άνθρωποι εθαύμασαν, λέγοντες· Οποίος είναι ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν εις αυτόν; 28 Και ότε ήλθεν εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών, υπήντησαν αυτόν δύο δαιμονιζόμενοι εξερχόμενοι εκ των μνημείων, άγριοι καθ' υπερβολήν, ώστε ουδείς ηδύνατο να περάση διά της οδού εκείνης. 29 Και ιδού, έκραξαν λέγοντες· Τι είναι μεταξύ ημών και σου, Ιησού, Υιέ του Θεού; ήλθες εδώ προ καιρού να μας βασανίσης; 30 Ήτο δε μακράν απ' αυτών αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη. 31 Και οι δαίμονες παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες· Εάν μας εκβάλης, επίτρεψον εις ημάς να απέλθωμεν εις την αγέλην των χοίρων. 32 Και είπε προς αυτούς· Υπάγετε. Και εκείνοι εξελθόντες υπήγαν εις την αγέλην των χοίρων· και ιδού, ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοις ύδασιν. 33 Οι δε βόσκοντες έφυγον και ελθόντες εις την πόλιν, απήγγειλαν πάντα και τα των δαιμονιζομένων. 34 Και ιδού, πάσα η πόλις εξήλθεν εις συνάντησιν του Ιησού, και ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν να μεταβή από των ορίων αυτών.

Cross references (34)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Matthew 8:18; Matthew 4:25–5:1; Mark 3:7; Matthew 20:29; Luke 5:15
  2. 2 Mark 1:40–45; Matthew 15:25; Luke 17:12–19; Matthew 18:26; Acts 10:25
  3. 3 Psalm 33:9; Luke 5:13; Matthew 11:4–5; 2 Kings 5:14; Mark 1:41
  4. 4 Leviticus 14:2–32; Luke 5:14; Luke 17:14; Mark 7:36; Leviticus 13:2–46
  5. 5 Luke 7:1–10; Acts 27:43; Matthew 27:54; Acts 27:31; Acts 10:1–33
  6. 6 Matthew 4:24; Colossians 4:1; Acts 9:33; Colossians 3:11; Mark 2:3–12
  7. 7 Luke 7:6; Mark 5:23–24; Matthew 9:18–19
  8. 8 Psalm 107:20; Luke 7:6–7; Psalm 33:9; Mark 1:25–27; Matthew 8:3
  9. 9 Titus 2:9; Psalm 107:25–29; Psalm 119:91; Psalm 148:8; Luke 4:39
  10. 10 Luke 7:9; Matthew 15:28; Mark 6:6; Luke 7:50; Luke 5:20
  11. 11 Luke 13:28–29; Ephesians 3:6; Malachi 1:11; Galatians 3:28–29; Ephesians 2:11–14
  12. 12 Matthew 25:30; Luke 13:28; Matthew 21:43; Matthew 24:51; Matthew 13:42
  13. 13 Matthew 9:29–30; John 4:50; Mark 9:23; Matthew 15:28; Matthew 9:22
  14. 14 Luke 4:38–41; Mark 1:29–34; 1 Corinthians 9:5; Matthew 17:25; Hebrews 13:4
  15. 15 2 Kings 13:21; Mark 1:41; Luke 8:54; Luke 4:38–39; John 12:1–3
  16. 16 Exodus 15:26; Matthew 14:14; Mark 1:32–34; Acts 5:15; Matthew 12:22
  17. 17 Isaiah 53:4; 1 Peter 2:24; Matthew 1:22
  18. 18 Luke 8:22; Luke 4:42–43; Mark 4:35; John 6:15; Matthew 14:22
  19. 19 Luke 22:33–34; Luke 14:33; John 13:36–38; Luke 14:25–27; Mark 12:32–34
  20. 20 Psalm 84:3; Luke 2:7; Isaiah 53:2–3; Luke 2:16; Psalm 104:17
  21. 21 Luke 9:59–62; Matthew 19:29; Leviticus 21:11–12; Numbers 6:6–7; 1 Kings 19:20–21
  22. 22 Luke 15:32; Colossians 2:13; Ephesians 5:14; Ephesians 2:5; Ephesians 2:1
  23. 23 Luke 8:22–25; Mark 4:36–41; Luke 7:22; Matthew 9:1
  24. 24 Luke 8:23; Mark 4:37–38; Psalm 107:23–27; Jonah 1:4–5; Acts 27:14–38
  25. 25 Jonah 1:6; Mark 4:38–39; Psalm 44:22–23; 2 Chronicles 14:11; Isaiah 51:9–10
  26. 26 Isaiah 41:10–14; Psalm 65:7; Psalm 107:28–30; Psalm 89:9; Luke 8:24–25
  27. 27 Mark 7:37; Matthew 14:33; Mark 6:51; Mark 1:27; Matthew 15:31
  28. 28 Luke 8:26–39; Mark 5:1–20; Acts 10:38; Matthew 4:24; Genesis 15:21
  29. 29 Mark 1:24; Luke 4:34; James 2:19; Mark 5:7; Luke 8:28
  30. 30 Leviticus 11:7; Deuteronomy 14:8; Isaiah 65:3–4; Mark 5:11; Isaiah 66:3
  31. 31 Revelation 20:1–2; Mark 5:12; Revelation 12:12; Luke 8:30–33; Mark 5:7
  32. 32 Mark 5:13; Revelation 20:7; Acts 2:23; Luke 8:33; Acts 4:28
  33. 33 Luke 8:34–36; Mark 5:14–16; Acts 19:15–17
  34. 34 Acts 16:39; Luke 8:37–39; Luke 5:8; Mark 5:17–18; Job 21:14

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Commentary 8:8 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon XII)

    We have heard, as the Gospel was being read, the praise of our faith as manifested in humility. For when the Lord Jesus promised that He would go to the Centurion's house to heal His servant, He answered, "I am not worthy that Thou shouldest come under my roof: but speak the word only, and he shall be healed." By …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)

  2. Commentary 8:5 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXVI)

    The leper came unto Him "when He was come down from the mountain," but this centurion, "when He was entered into Capernaum." Wherefore then did neither the one nor the other go up into the mountain? Not out of remissness, for indeed the faith of them both was fervent, but in order not to interrupt His teaching.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 8:9 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book I, Chapter VI)

    They maintain that he is the centurion mentioned in the Gospel, who addressed the Saviour in these words: "For I also am one having soldiers and servants under my authority; and whatsoever I command they do." They further hold that he will continue administering the affairs of the world as long as that is fitting and needful, and specially that …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  4. Quotes verse 8:22 Augustine of Hippo, The City of God (Book V, Chapters 16–17)

    … of the gospel, by which the citizens of the heavenly city are delivered from divers errors and gathered together from divers wanderings, to whom his Lord has said, when anxious about the burial of his father, "Follow me, and let the dead bury their dead?" Regulus, in order not to break his oath, even with his most cruel enemies, returned …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  5. Quotes verse 8:8 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily III)

    It was in this way that the centurion also said, "I am not fit that thou shouldest enter under my roof;" because of this, he became worthy, and was "marvelled at" above all Jews.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)