Saltar al texto

2 Reyes · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

2 Reyes 19 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και ότε ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας, διέσχισε τα ιμάτια αυτού και εσκεπάσθη με σάκκον και εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου. 2 Και απέστειλεν Ελιακείμ τον οικονόμον και Σομνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων, εσκεπασμένους με σάκκους, προς τον προφήτην Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς. 3 Και είπον προς αυτόν, Ούτω λέγει ο Εζεκίας· Ημέρα θλίψεως και ονειδισμού και βλασφημίας η ημέρα αύτη· διότι τα τέκνα ήλθον εις την ακμήν της γέννας, πλην δύναμις δεν είναι εις την τίκτουσαν· 4 είθε να ήκουσε Κύριος ο Θεός σου πάντας τους λόγους του Ραβ-σάκη, τον οποίον ο βασιλεύς της Ασσυρίας ο κύριος αυτού απέστειλε διά να ονειδίση τον ζώντα θεόν, και να υβρίση διά των λόγων, τους οποίους ήκουσε Κύριος ο Θεός σου· διά τούτο ύψωσον δέησιν υπέρ του υπολοίπου του σωζομένου. 5 Και ήλθον προς τον Ησαΐαν οι δούλοι του βασιλέως Εζεκίου. 6 Και είπε προς αυτούς ο Ησαΐας, Ούτω θέλετε ειπεί προς τον κύριόν σας· Ούτω λέγει Κύριος· Μη φοβού από των λόγων τους οποίους ήκουσας, διά των οποίων οι δούλοι του βασιλέως της Ασσυρίας με ωνείδισαν· 7 ιδού, εγώ θέλω βάλει εις αυτόν τοιούτον πνεύμα, ώστε, ακούσας θόρυβον, θέλει επιστρέψει εις την γην αυτού· και θέλω κάμει αυτόν να πέση διά μαχαίρας εν τη γη αυτού. 8 Ο Ραβ-σάκης λοιπόν επέστρεψε και εύρηκε τον βασιλέα της Ασσυρίας πολεμούντα εναντίον της Λιβνά· διότι ήκουσεν ότι έφυγεν από Λαχείς. 9 Και ο βασιλεύς, ότε ήκουσε να λέγωσι περί Θιρακά του βασιλέως της Αιθιοπίας, Ιδού, εξήλθε να σε πολεμήση, απέστειλε πάλιν πρέσβεις προς τον Εζεκίαν, λέγων, 10 Ούτω θέλετε ειπεί προς Εζεκίαν, τον βασιλέα του Ιούδα, λέγοντες, Ο Θεός σου, επί τον οποίον θαρρείς, ας μη σε απατά, λέγων, Η Ιερουσαλήμ δεν θέλει παραδοθή εις την χείρα του βασιλέως της Ασσυρίας· 11 ιδού, συ ήκουσας τι έκαμον οι βασιλείς της Ασσυρίας εις πάντας τους τόπους, καταστρέφοντες αυτούς· και συ θέλεις λυτρωθή; 12 μήπως οι θεοί των εθνών ελύτρωσαν εκείνους, τους οποίους οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γωζάν και την Χαρράν και Ρεσέφ και τους υιούς του Εδέν τους εν Τελασσάρ; 13 που ο βασιλεύς της Αιμάθ, και ο βασιλεύς της Αρφάδ, και ο βασιλεύς της πόλεως Σεφαρουΐμ, Ενά και Αυά; 14 Και λαβών ο Εζεκίας την επιστολήν εκ της χειρός των πρέσβεων, ανέγνωσεν αυτήν· και ανέβη ο Εζεκίας εις τον οίκον του Κυρίου και εξετύλιξεν αυτήν ενώπιον του Κυρίου. 15 Και προσηυχήθη ενώπιον του Κυρίου ο Εζεκίας, λέγων, Κύριε Θεέ του Ισραήλ, ο καθήμενος επί των χερουβείμ, συ αυτός είσαι ο Θεός, ο μόνος, πάντων των βασιλείων της γής· συ έκαμες τον ουρανόν και την γήν· 16 κλίνον, Κύριε, το ους σου και άκουσον· άνοιξον, Κύριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ· και άκουσον τους λόγους του Σενναχειρείμ, όστις απέστειλε τούτον διά να ονειδίση τον ζώντα Θεόν· 17 αληθώς, Κύριε, οι βασιλείς της Ασσυρίας ηρήμωσαν τα έθνη και τους τόπους αυτών, 18 και έρριψαν εις το πυρ, τους θεούς αυτών· διότι δεν ήσαν θεοί, αλλ' έργον χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι· διά τούτο κατέστρεψαν αυτούς· 19 τώρα λοιπόν, Κύριε Θεέ ημών, σώσον ημάς, δέομαι, εκ της χειρός αυτού· διά να γνωρίσωσι πάντα τα βασίλεια της γης, ότι συ είσαι Κύριος ο Θεός, ο μόνος. 20 Τότε απέστειλεν Ησαΐας ο υιός του Αμώς προς τον Εζεκίαν, λέγων, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ήκουσα όσα προσηυχήθης εις εμέ κατά του Σενναχειρείμ βασιλέως της Ασσυρίας. 21 Ούτος είναι ο λόγος τον οποίον ο Κύριος ελάλησε περί αυτού· Σε κατεφρόνησε, σε ενέπαιξεν παρθένος, η θυγάτηρ της Σιών· οπίσω σου έσεισε κεφαλήν η θυγάτηρ της Ιερουσαλήμ. 22 Τίνα ωνείδισας και εβλασφήμησας; και κατά τίνος ύψωσας φωνήν και εσήκωσας υψηλά τους οφθαλμούς σου; Κατά του Αγίου του Ισραήλ. 23 Τον Κύριον ωνείδισας διά των πρέσβεών σου και είπας, Με το πλήθος των αμαξών μου ανέβην εγώ εις το ύψος των ορέων, εις τα πλευρά του Λιβάνου· και θέλω κόψει τας υψηλάς κέδρους αυτού, τας εκλεκτάς ελάτους αυτού· και θέλω εισέλθει εις τα έσχατα οικήματα αυτού, εις το δάσος του Καρμήλου αυτού· 24 εγώ ανέσκαψα και έπιον ύδατα ξένα· και με το ίχνος των ποδών μου εξήρανα πάντας τους ποταμούς των πολιορκουμένων. 25 Μη δεν ήκουσας ότι εγώ έκαμον τούτο παλαιόθεν, και από ημερών αρχαίων εβουλεύθην αυτό; τώρα δε εξετέλεσα τούτο, ώστε συ να ήσαι διά να καταστρέφης πόλεις ωχυρωμένας εις ερειπίων σωρούς. 26 Διά τούτο οι κάτοικοι αυτών ήσαν μικράς δυνάμεως, ετρόμαξαν και κατησχύνθησαν· ήσαν ως ο χόρτος του αγρού και ως η χλόη, ως ο χόρτος των δωμάτων και ως ο σίτος ο καιόμενος πριν καλαμώση. 27 Πλην εγώ εξεύρω την κατοικίαν σου και την έξοδόν σου και την είσοδόν σου και την κατ' εμού λύσσαν σου. 28 Επειδή η κατ' εμού λύσσα σου και η αλαζονεία σου ανέβησαν εις τα ώτα μου, διά τούτο θέλω βάλει τον κρίκον μου εις τους μυκτήράς σου και τον χαλινόν μου εις τα χείλη σου, και θέλω σε επιστρέψει διά της οδού δι' ης ήλθες. 29 Και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον· Το έτος τούτο θέλετε φάγει ό,τι είναι αυτοφυές· και το δεύτερον έτος, ό,τι εκφύεται από του αυτού· το δε τρίτον έτος, σπείρατε και θερίσατε και φυτεύσατε αμπελώνας και φάγετε τον καρπόν αυτών. 30 Και το υπόλοιπον εκ του οίκου Ιούδα, το διασωθέν, θέλει ριζώσει πάλιν υποκάτωθεν και θέλει δώσει επάνω καρπούς. 31 Διότι εξ Ιερουσαλήμ θέλει εξέλθει το υπόλοιπον και εκ του όρους Σιών το διασωθέν· ο ζήλος του Κυρίου των δυνάμεων θέλει εκτελέσει τούτο. 32 Όθεν ούτω λέγει Κύριος περί του βασιλέως της Ασσυρίας· Δεν θέλει εισέλθει εις την πόλιν ταύτην ουδέ θέλει τοξεύσει εκεί βέλος ουδέ θέλει προβάλει κατ' αυτής ασπίδα ουδέ θέλει υψώσει εναντίον αυτής πρόχωμα. 33 Διά της οδού δι' ης ήλθε, δι' αυτής θέλει επιστρέψει, και εις την πόλιν ταύτην δεν θέλει εισέλθει, λέγει Κύριος. 34 Διότι θέλω υπερασπισθή την πόλιν ταύτην, ώστε να σώσω αυτήν, ένεκεν εμού και ένεκεν του δούλου μου Δαβίδ. 35 Και την νύκτα εκείνην εξήλθεν ο άγγελος του Κυρίου και επάταξεν εν τω στρατοπέδω των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας· και ότε εξηγέρθησαν το πρωΐ, ιδού, ήσαν πάντες σώματα νεκρά. 36 Και εσηκώθη Σενναχειρείμ, ο βασιλεύς της Ασσυρίας, και έφυγε και επέστρεψε και κατώκησεν εν Νινευή. 37 Και ενώ προσεκύνει εν τω οίκω Νισρώκ του θεού αυτού, Αδραμμέλεχ και Σαρασάρ οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν εν μαχαίρα. αυτοί δε έφυγον εις γην Αραράτ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Εσαραδδών ο υιός αυτού.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Adrammelech

    Son of Sennacherib who killed him

    A son of Sennacherib who with his brother Sharezer put their father to the sword in the temple of Nisroch and escaped to the land of Ararat.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:37; Isaiah 37:38

  • Amoz

    Father of Isaiah

    Named as the father of the prophet Isaiah.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:2; 2 Kings 19:20; 2 Kings 20:1

  • Esar-haddon

    King of Assyria after Sennacherib

    Sennacherib's son, who reigned in his father's place after Adrammelech and Sharezer killed him.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:37; Ezra 4:2; Isaiah 37:38

  • Hezekiah

    King of Judah

    A great reformer who trusted God and saw Jerusalem delivered from Assyria.

    Citado en la guía: 2 Kings 18-20; 2 Chron. 29-32; Isa. 36-39; Matt. 1:9-10

  • Isaiah

    Prophet in Hezekiah's day

    The prophet, son of Amoz, who told Hezekiah that Sennacherib would not enter Jerusalem, foretold his illness and recovery, brought back the shadow ten steps, and warned of the…

    Citado en la guía: 2 Kings 19:2; 2 Kings 19:20; 2 Kings 20:1

  • Sennacherib

    King of Assyria who threatened Jerusalem

    King of Assyria who captured Judah's fortified cities in Hezekiah's fourteenth year, sent the Rabshakeh against Jerusalem, lost 185,000 men to the angel of the LORD, and was…

    Citado en la guía: 2 Kings 18:13; 2 Kings 19:16; 2 Kings 19:20

  • Sharezer

    Son of Sennacherib who killed him

    A son of Sennacherib who with his brother Adrammelech put their father to the sword in the temple of Nisroch.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:37; Isaiah 37:38

  • Shebnah

    Scribe under Hezekiah

    The scribe who with Eliakim and Joah met the Rabshakeh and was sent with the leading priests to the prophet Isaiah. Isaiah 22:15 rebukes Shebna as steward over the palace.

    Citado en la guía: 2 Kings 18:18; 2 Kings 18:37; 2 Kings 19:2

  • Tirhakah

    King of Cush

    King of Cush about whom Sennacherib was warned that he had set out to fight him.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:9; Isaiah 37:9

Lugares

  • Nineveh

    Hoy: Iraq (opposite Mosul)

    Capital of the brutal Assyrian Empire. Jonah's reluctant mission brought it to repentance; Nahum later prophesied its fall, which came in 612 BC.

    Citado en la guía: Jonah 3:3; Nahum 1:1; 2 Kings 19:36

Referencias cruzadas (36)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 2 Reyes 18:37; 1 Reyes 21:27; 2 Crónicas 32:20–22; Isaías 37:1–7; Génesis 37:34
  2. 2 Isaías 1:1; Isaías 2:1; Mateo 4:14; Isaías 37:2–5; 2 Crónicas 26:22
  3. 3 Jeremías 30:5–7; Isaías 66:9; Hebreos 3:15–16; Isaías 26:17–18; Oseas 13:13
  4. 4 2 Samuel 16:12; Santiago 5:16–17; Romanos 9:27; Ezequiel 36:37; Josué 14:12
  5. 6 2 Reyes 18:35; 2 Reyes 18:17; Isaías 37:6–38; 2 Crónicas 20:15; Deuteronomio 20:1
  6. 7 2 Reyes 7:6; Isaías 10:16–18; Isaías 11:4; Abdías 1; 2 Crónicas 32:21
  7. 8 2 Reyes 18:14; Josué 10:29; Isaías 37:8–9; Josué 12:15; Josué 12:11
  8. 9 1 Samuel 23:27; 2 Reyes 18:17; Isaías 37:9
  9. 10 2 Reyes 18:5; 2 Reyes 18:29–30; Isaías 37:10–14; 2 Crónicas 32:15–19
  10. 11 Isaías 10:8–11; 2 Crónicas 32:13–14; 2 Reyes 19:17–18; 2 Reyes 17:5–11
  11. 12 2 Reyes 17:6; Ezequiel 27:23; Génesis 11:31; Isaías 37:12; 1 Crónicas 5:26
  12. 13 2 Reyes 18:34; 2 Reyes 17:24; Isaías 11:11; Isaías 37:13–20; Números 13:21
  13. 14 Isaías 37:14; Salmo 123:1–4; Salmo 91:1–2; Esdras 9:5; 1 Reyes 8:28–30
  14. 15 Jeremías 10:10–12; Isaías 44:8; 2 Reyes 5:15; Éxodo 25:22; Daniel 4:34–35
  15. 16 Isaías 37:17; Salmo 31:2; 2 Crónicas 6:40; 2 Reyes 19:4; 1 Reyes 8:29
  16. 17 Hechos 4:27; 2 Reyes 17:24; Isaías 7:17–18; Jeremías 26:15; Lucas 22:59
  17. 18 Hechos 17:29; Jeremías 10:3–9; Isaías 44:9–20; Jeremías 10:14–16; 2 Samuel 5:21
  18. 19 Salmo 83:18; 1 Reyes 8:43; Salmo 67:1–2; Éxodo 9:15–16; Daniel 4:34–37
  19. 20 2 Reyes 20:5; 2 Crónicas 32:20–21; Hechos 10:31; Isaías 65:24; Jeremías 33:3
  20. 21 Lamentaciones 2:13; Job 16:4; Mateo 27:39; Jeremías 14:17; Salmo 109:25
  21. 22 Isaías 5:24; Salmo 71:22; 2 Tesalonicenses 2:4; Jeremías 51:5; Isaías 30:15
  22. 23 2 Reyes 18:17; Salmo 20:7; Isaías 10:18; 2 Crónicas 32:17; Isaías 10:14
  23. 24 1 Reyes 20:10; Éxodo 15:9; Isaías 19:6; 2 Samuel 17:13; Daniel 4:30
  24. 25 Isaías 45:7; Isaías 37:26–27; Isaías 10:5–6; Isaías 46:10–11; Salmo 76:10
  25. 26 Jeremías 50:36–37; 1 Pedro 1:24; Jeremías 51:30; Salmo 48:4–7; Salmo 129:6–8
  26. 27 Jeremías 23:23–24; Isaías 37:28–29; Salmo 121:8; Deuteronomio 28:6; Salmo 139:1–11
  27. 28 Ezequiel 29:4; 2 Reyes 19:33; Ezequiel 38:4; Amós 4:2; Isaías 30:28
  28. 29 Levítico 25:20–22; 2 Reyes 20:8–9; Éxodo 3:12; Isaías 37:30; Lucas 2:12
  29. 30 Isaías 27:6; 2 Reyes 19:4; Isaías 10:20–22; 2 Crónicas 32:22–23; Isaías 1:9
  30. 31 Isaías 9:7; Romanos 11:5; Juan 2:17; Isaías 10:20; Romanos 9:27
  31. 32 Isaías 8:7–10; 2 Samuel 20:15; Lucas 19:43–44; Isaías 10:24–25; Ezequiel 21:22
  32. 33 2 Reyes 19:28; 2 Reyes 19:36
  33. 34 1 Reyes 11:12–13; 2 Reyes 20:6; 1 Reyes 15:4; Isaías 31:5; Jeremías 33:26
  34. 35 2 Crónicas 32:21–22; 2 Samuel 24:16; Éxodo 12:29–30; Isaías 37:36; 1 Tesalonicenses 5:2–3
  35. 36 Jonás 1:2; 2 Reyes 19:7; 2 Reyes 19:33; 2 Reyes 19:28; Mateo 12:41
  36. 37 Génesis 8:4; Esdras 4:2; Jeremías 51:27; 2 Reyes 19:7; 2 Crónicas 32:21

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 19:34 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily II)

    And to Hezekiah He saith, "I will defend this city, for mine own sake and for my servant David's sake." And to Solomon too He said, that for David's sake He rent not the kingdom during his lifetime.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  2. Cita 19:35 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LXXXIV)

    … I cannot destroy them." Therefore He saith, "What, think ye that I cannot pray to my Father?" And again He speaks it humbly, in saying, "He will presently give me twelve legions of angels." For if one angel slew one hundred and eighty-five armed thousands, what need of twelve legions against a thousand men?

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)