Saltar al texto

Isaías · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Isaías 37 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Isaías 37–38 · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Και ότε ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας, διέσχισε τα ιμάτια αυτού και εσκεπάσθη με σάκκον και εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου. 2 Και απέστειλεν Ελιακείμ τον οικονόμον και Σομνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων εσκεπασμένους με σάκκους, προς τον προφήτην Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς· 3 και είπον προς αυτόν, Ούτω λέγει ο Εζεκίας· Ημέρα θλίψεως και ονειδισμού και βλασφημίας, η ημέρα αύτη· διότι τα τέκνα ήλθον εις την ακμήν της γέννας, πλην δύναμις δεν είναι εις την τίκτουσαν· 4 είθε να ήκουσε Κύριος ο Θεός σου τους λόγους του Ραβ-σάκη, τον οποίον ο βασιλεύς της Ασσυρίας ο κύριος αυτού απέστειλε διά να ονειδίση τον ζώντα Θεόν, και να υβρίση διά των λόγων, τους οποίους ήκουσε Κύριος ο Θεός σου· διά τούτο ύψωσον δέησιν υπέρ του υπολοίπου του σωζομένου. 5 Και ήλθον προς τον Ησαΐαν οι δούλοι του βασιλέως Εζεκίου. 6 Και είπε προς αυτούς ο Ησαΐας, Ούτω θέλετε ειπεί προς τον κύριόν σας· Ούτω λέγει Κύριος· Μη φοβού από των λόγων, τους οποίους ήκουσας, διά των οποίων οι δούλοι του βασιλέως της Ασσυρίας με ωνείδισαν· 7 ιδού, εγώ θέλω βάλει εις αυτόν τοιούτον πνεύμα, ώστε ακούσας θόρυβον θέλει επιστρέψει εις την γην αυτού· και θέλω κάμει αυτόν να πέση διά μαχαίρας εν τη γη αυτού. 8 Ο Ραβ-σάκης λοιπόν επέστρεψε και εύρηκε τον βασιλέα της Ασσυρίας πολεμούντα εναντίον της Λιβνά· διότι ήκουσεν ότι έφυγεν από Λαχείς. 9 Και ο βασιλεύς ήκουσε να λέγωσι περί Θιρακά του βασιλέως της Αιθιοπίας, Εξήλθε να σε πολεμήση. Και ότε ήκουσε τούτο, απέστειλε πρέσβεις προς τον Εζεκίαν, λέγων, 10 Ούτω θέλετε ειπεί προς Εζεκίαν, τον βασιλέα του Ιούδα, λέγοντες, Ο Θεός σου, επί τον οποίον θαρρείς, ας μη σε απατά, λέγων, Η Ιερουσαλήμ δεν θέλει παραδοθή εις την χείρα του βασιλέως της Ασσυρίας. 11 Ιδού, συ ήκουσας τι έκαμον οι βασιλείς της Ασσυρίας εις πάντας τους τόπους, καταστρέφοντες αυτούς· και συ θέλεις λυτρωθή; 12 Μήπως οι θεοί των εθνών ελύτρωσαν εκείνους, τους οποίους οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γωζάν και την Χαρράν και Ρεσέφ και τους υιούς του Εδέν, τους εν Τελασσάρ; 13 Που ο βασιλεύς της Αιμάθ και ο βασιλεύς της Αρφάδ και ο βασιλεύς της πόλεως Σεφαρουΐμ, Ενά και Αυά; 14 Και λαβών ο Εζεκίας την επιστολήν εκ της χειρός των πρέσβεων ανέγνωσεν αυτήν· και ανέβη ο Εζεκίας εις τον οίκον του Κυρίου και εξετύλιξεν αυτήν ενώπιον του Κυρίου. 15 Και προσηυχήθη εις τον Κύριον ο Εζεκίας λέγων, 16 Κύριε των δυνάμεων, Θεέ του Ισραήλ, ο καθήμενος επί των χερουβείμ, συ αυτός είσαι ο Θεός, ο μόνος, πάντων των βασιλείων της γής· συ έκαμες τον ουρανόν και την γην. 17 Κλίνον, Κύριε, το ους σου και άκουσον· άνοιξον, Κύριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ· και άκουσον πάντας τους λόγους του Σενναχειρείμ, όστις απέστειλε τούτον διά να ονειδίση τον ζώντα Θεόν. 18 Αληθώς, Κύριε, οι βασιλείς της Ασσυρίας ηρήμωσαν πάντα τα έθνη και τους τόπους αυτών, 19 και έρριψαν εις το πυρ τους θεούς αυτών· διότι δεν ήσαν θεοί, αλλ' έργον χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι· διά τούτο κατέστρεψαν αυτούς. 20 Τώρα λοιπόν, Κύριε Θεέ ημών, σώσον ημάς εκ της χειρός αυτού· διά να γνωρίσωσι πάντα τα βασίλεια της γης, ότι συ είσαι ο Κύριος, ο μόνος. 21 Τότε απέστειλεν Ησαΐας ο υιός του Αμώς προς Εζεκίαν, λέγων, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ήκουσα όσα προσηυχήθης εις εμέ κατά του Σενναχειρείμ, βασιλέως της Ασσυρίας. 22 Ούτος είναι ο λόγος, τον οποίον ο Κύριος ελάλησε περί αυτού· Σε κατεφρόνησε, σε ενέπαιξεν η παρθένος, θυγάτηρ της Σιών· οπίσω σου έσεισε κεφαλήν η θυγάτηρ της Ιερουσαλήμ. 23 Τίνα ωνείδισας και εβλασφήμησας; και κατά τίνος ύψωσας φωνήν και εσήκωσας υψηλά τους οφθαλμούς σου; κατά του Αγίου του Ισραήλ. 24 Τον Κύριον ωνείδισας διά των δούλων σου και είπας, Με το πλήθος των αμαξών μου ανέβην εγώ εις το ύψος των ορέων, εις τα πλευρά του Λιβάνου· και θέλω κόψει τας υψηλάς κέδρους αυτού, τας εκλεκτάς ελάτους αυτού· και θέλω εισέλθει εις το ύψος των άκρων αυτού, εις το δάσος του Καρμήλου αυτού· 25 εγώ ανέσκαψα και έπιον ύδατα· και με το ίχνος των ποδών μου εξήρανα πάντας τους ποταμούς των πολιορκουμένων. 26 Μη δεν ήκουσας ότι εγώ έκαμον τούτο παλαιόθεν και από ημερών αρχαίων εβουλεύθην αυτό; τώρα δε εξετέλεσα τούτο, ώστε να ήσαι διά να καταστρέφης πόλεις ωχυρωμένας εις ερειπίων σωρούς· 27 διά τούτο οι κάτοικοι αυτών ήσαν μικράς δυνάμεως, ετρόμαξαν και κατησχύνθησαν· ήσαν ως ο χόρτος του αγρού και ως η χλόη, ως ο χόρτος των δωμάτων και ως ο σίτος ο καιόμενος πριν καλαμώση. 28 Πλην εγώ εξεύρω την κατοικίαν σου και την έξοδόν σου και την είσοδόν σου και την κατ' εμού λύσσαν σου. 29 Επειδή η κατ' εμού λύσσα σου και η αλαζονεία σου ανέβησαν εις τα ώτα μου, διά τούτο θέλω βάλει τον κρίκον μου εις τους μυκτήράς σου και τον χαλινόν μου εις τα χείλη σου, και θέλω σε επιστρέψει διά της οδού δι' ης ήλθες. 30 Και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον· το έτος τούτο θέλετε φάγει ό,τι είναι αυτοφυές· και το δεύτερον έτος, ό,τι εκφύεται από του αυτού· το δε τρίτον έτος, σπείρατε και θερίσατε και φυτεύσατε αμπελώνας και φάγετε τον καρπόν αυτών. 31 Και το υπόλοιπον εκ του οίκου Ιούδα, το διασωθέν, θέλει ριζώσει πάλιν υποκάτωθεν και θέλει δώσει επάνω καρπούς. 32 Διότι εξ Ιερουσαλήμ θέλει εξέλθει το υπόλοιπον και εκ του όρους Σιών το διασωθέν· ο ζήλος του Κυρίου των δυνάμεων θέλει εκτελέσει τούτο. 33 Όθεν ούτω λέγει Κύριος περί του βασιλέως της Ασσυρίας· δεν θέλει εισέλθει εις την πόλιν ταύτην, ουδέ θέλει τοξεύσει εκεί βέλος, ουδέ θέλει προβάλει κατ' αυτής ασπίδας, ουδέ θέλει υψώσει εναντίον αυτής πρόχωμα· 34 διά της οδού δι' ης ήλθε, δι' αυτής θέλει επιστρέψει και εις την πόλιν ταύτην δεν θέλει εισέλθει, λέγει ο Κύριος· 35 διότι θέλω υπερασπισθή την πόλιν ταύτην, ώστε να σώσω αυτήν, ένεκεν εμού και ένεκεν του δούλου μου Δαβίδ. 36 Τότε εξήλθεν ο άγγελος του Κυρίου και επάταξεν εν τω στρατοπέδω των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας· και ότε εξηγέρθησαν το πρωΐ, ιδού, ήσαν πάντες σώματα νεκρά. 37 Και εσηκώθη και έφυγε και επέστρεψε Σενναχειρείμ ο βασιλεύς της Ασσυρίας και κατώκησεν εν Νινευή. 38 Και ενώ προσεκύνει εν τω οίκω Νισρώκ του θεού αυτού, Αδραμμέλεχ και Σαρασάρ οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν εν μαχαίρα, αυτοί δε έφυγον εις γην Αρμενίας· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Εσαραδδών ο υιός αυτού.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Adrammelech

    Son of Sennacherib who killed him

    A son of Sennacherib who with his brother Sharezer put their father to the sword in the temple of Nisroch and escaped to the land of Ararat.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:37; Isaiah 37:38

  • Esar-haddon

    King of Assyria after Sennacherib

    Sennacherib's son, who reigned in his father's place after Adrammelech and Sharezer killed him.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:37; Ezra 4:2; Isaiah 37:38

  • Hezekiah

    King of Judah

    A great reformer who trusted God and saw Jerusalem delivered from Assyria.

    Citado en la guía: 2 Kings 18-20; 2 Chron. 29-32; Isa. 36-39; Matt. 1:9-10

  • Sharezer

    Son of Sennacherib who killed him

    A son of Sennacherib who with his brother Adrammelech put their father to the sword in the temple of Nisroch.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:37; Isaiah 37:38

  • Tirhakah

    King of Cush

    King of Cush about whom Sennacherib was warned that he had set out to fight him.

    Citado en la guía: 2 Kings 19:9; Isaiah 37:9

Referencias cruzadas (37)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 2 Reyes 19:1–37; 2 Reyes 22:11; Isaías 36:22–37:38; Esdras 9:5; Job 1:20–21
  2. 2 Isaías 1:1; Joel 1:13; 2 Crónicas 20:20; 2 Reyes 19:2; 2 Reyes 18:18
  3. 3 Isaías 66:9; Oseas 13:13; 2 Reyes 19:3; Salmo 50:15; Isaías 26:17–18
  4. 4 Isaías 36:20; Isaías 1:9; Salmo 106:23; Isaías 10:22; Isaías 8:7–8
  5. 6 Isaías 7:4; Isaías 35:4; Marcos 5:36; 2 Crónicas 20:15–20; Isaías 41:10–14
  6. 7 2 Crónicas 32:21; Isaías 31:8–9; Job 15:21; Isaías 17:13–14; 2 Reyes 7:6
  7. 8 Josué 10:29; Josué 21:13; 2 Reyes 8:22; Josué 10:31–34; Josué 15:39
  8. 9 Isaías 18:1; 1 Samuel 23:27–28; Isaías 20:5; Isaías 37:7
  9. 10 Isaías 36:15; 2 Reyes 18:5; Salmo 22:8; 2 Crónicas 32:7–8; Mateo 27:43
  10. 11 Isaías 36:18–20; 2 Reyes 17:4–6; Isaías 10:7–14; Isaías 37:18–19; Isaías 14:17
  11. 12 Génesis 11:31; 2 Reyes 17:6; 2 Reyes 18:11; Hechos 7:2; 2 Reyes 19:12
  12. 13 Jeremías 49:23; Isaías 10:9; 2 Reyes 18:34; 2 Reyes 17:24; 2 Reyes 17:30–31
  13. 14 Salmo 123:1–4; 2 Reyes 19:14; Salmo 62:1–3; Isaías 37:1; Salmo 74:10
  14. 15 2 Crónicas 14:11; Daniel 9:3–4; 1 Samuel 7:8–9; 2 Crónicas 20:6–12; 2 Reyes 19:15–19
  15. 16 Salmo 99:1; Éxodo 25:22; Salmo 86:10; Isaías 44:24; 1 Samuel 4:4
  16. 17 2 Crónicas 6:40; Salmo 17:6; 1 Pedro 3:12; Salmo 74:22; Salmo 10:14–15
  17. 18 Nahúm 2:11–12; 2 Reyes 15:29; 2 Reyes 17:6; 2 Reyes 17:24; 1 Crónicas 5:26
  18. 19 Salmo 115:4–8; Isaías 40:19–21; Isaías 10:9–11; Oseas 8:6; Éxodo 32:20
  19. 20 Salmo 46:10; 1 Reyes 18:36–37; Salmo 83:17–18; Isaías 42:8; Malaquías 1:11
  20. 21 Isaías 65:24; Salmo 91:15; Isaías 38:3–6; 2 Reyes 19:20–21; Daniel 9:20–23
  21. 22 Job 16:4; Isaías 1:8; Lamentaciones 2:13; Salmo 9:14; Zacarías 2:10
  22. 23 Ezequiel 39:7; Daniel 5:20–23; Daniel 7:25; Ezequiel 28:9; 2 Tesalonicenses 2:4
  23. 24 Isaías 14:8; Isaías 10:18; Isaías 36:9; Daniel 4:30; Daniel 4:8–14
  24. 25 1 Reyes 20:10; Deuteronomio 11:10; Isaías 36:12; 2 Reyes 19:23–24
  25. 26 Hechos 4:27–28; Hechos 2:23; Isaías 46:10–11; 1 Pedro 2:8; Isaías 10:15
  26. 27 Salmo 129:6; Salmo 127:1–2; Jeremías 37:10; Salmo 90:5–6; Isaías 19:16
  27. 28 Apocalipsis 2:13; Salmo 139:1–11; Jeremías 23:23–24; Proverbios 5:21; Proverbios 15:3
  28. 29 Isaías 10:12; Isaías 37:34; Ezequiel 38:4; Isaías 30:28; Ezequiel 29:4
  29. 30 2 Reyes 19:29; Levítico 25:4–5; Isaías 7:14; 2 Reyes 20:9; 1 Reyes 13:3–5
  30. 31 Isaías 27:6; 2 Reyes 19:30–31; Salmo 80:9; Isaías 1:9; Romanos 11:5
  31. 32 Isaías 9:7; 2 Reyes 19:31; Joel 2:18; Zacarías 1:14; Isaías 59:17
  32. 33 Isaías 8:7–10; Ezequiel 21:22; Isaías 10:32–34; 2 Reyes 19:32–35; Isaías 33:20
  33. 34 Isaías 37:29; Proverbios 21:30
  34. 35 2 Reyes 20:6; Isaías 31:5; Isaías 38:6; Isaías 43:25; Jeremías 23:5–6
  35. 36 Isaías 10:12; 2 Reyes 19:35; 1 Tesalonicenses 5:2–3; Isaías 31:8; 2 Samuel 24:16
  36. 37 Jonás 3:3; Jonás 1:2; Nahúm 1:1; Jonás 4:11; Génesis 10:11–12
  37. 38 Génesis 8:4; Jeremías 51:27; Esdras 4:2; 2 Crónicas 32:21; 2 Reyes 19:36–37

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Cita 37:35 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXVI)

    "I will defend this city for my servant David's sake." And besides, on account of His favor towards him, He suffered not Solomon to fall from the kingdom, great as the sin was which he had committed.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)