Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 44 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Προσέταξε δε τον επιστάτην της οικίας αυτού λέγων, Γέμισον τα σακκία των ανθρώπων τροφάς, όσας δύνανται να φέρωσι, και βάλε το αργύριον εκάστου εν τω στόματι του σακκίου αυτού· 2 και βάλε το ποτήριόν μου, το ποτήριον το αργυρούν, εν τω στόματι του σακκίου του νεωτέρου και το αργύριον του σίτου αυτού. Και έκαμε κατά τον λόγον τον οποίον είπεν ο Ιωσήφ. 3 Το πρωΐ καθώς έφεγξεν, απεστάλησαν οι άνθρωποι, αυτοί και οι όνοι αυτών. 4 Αφού δε εξήλθον εκ της πόλεως, πριν απομακρυνθώσι πολύ, είπεν ο Ιωσήφ προς τον επιστάτην της οικίας αυτού, Σηκωθείς, δράμε κατόπιν των ανθρώπων· και προφθάσας ειπέ προς αυτούς, διά τι ανταπεδώκατε κακόν αντί καλού; 5 δεν είναι τούτο το ποτήριον, εις το οποίον πίνει ο κύριός μου, και διά του οποίου αληθώς μαντεύει; κακώς εκάμετε πράξαντες τούτο. 6 Και καθώς επρόφθασεν αυτούς, είπε προς αυτούς τους λόγους τούτους. 7 Οι δε είπον προς αυτόν, Διά τι ο κύριος ημών λαλεί κατά τους λόγους τούτους; μη γένοιτο οι δούλοί σου να πράξωσι τοιούτον πράγμα· 8 ιδού, το αργύριον, το οποίον ευρήκαμεν εν τω στόματι των σακκίων ημών, επεστρέψαμεν προς σε εκ της γης Χαναάν, και πως ηθέλομεν κλέψει εκ της οικίας του κυρίου σου αργύριον ή χρυσίον; 9 εις όντινα εκ των δούλων σου ευρεθή, ας αποθάνη, και ημείς έτι θέλομεν γείνει δούλοι του κυρίου ημών. 10 Ο δε είπε, Και τώρα ας γείνη καθώς λέγετε· εις όντινα ευρεθή, θέλει γείνει δούλός μου, σεις δε θέλετε είσθαι αθώοι. 11 Και σπεύσαντες, κατεβίβασαν έκαστος το σακκίον αυτού εις την γην και ήνοιξεν έκαστος το σακκίον αυτού. 12 Και ηρεύνησεν, αρχίσας από του πρεσβυτέρου και τελειώσας εις τον νεώτερον· και ευρέθη το ποτήριον εν τω σακκίω του Βενιαμίν. 13 Τότε έσχισαν τα ιμάτια αυτών και φορτώσαντες έκαστος τον όνον αυτού, επέστρεψαν εις την πόλιν. 14 Εισήλθε δε ο Ιούδας και οι αδελφοί αυτού εις την οικίαν του Ιωσήφ, έτι αυτού όντος εκεί· και έπεσαν έμπροσθεν αυτού επί την γην. 15 Και είπε προς αυτούς ο Ιωσήφ, Τι είναι το πράγμα τούτο, το οποίον επράξατε; δεν εξεύρετε ότι άνθρωπος οποίος εγώ αληθώς μαντεύει; 16 Και είπεν ο Ιούδας, Τι να είπωμεν προς τον κύριόν μου; τι να λαλήσωμεν; ή πως να δικαιωθώμεν; ο Θεός εύρηκε την αδικίαν των δούλων σου· ιδού, είμεθα δούλοι του κυρίου μου και εμείς και εκείνος εις τον οποίον ευρέθη το ποτήριον. 17 Ο δε είπε, Μη γένοιτο εις εμέ να πράξω τούτο· ο άνθρωπος εις τον οποίον ευρέθη το ποτήριον, ούτος θέλει είσθαι εις εμέ δούλος· σεις δε ανάβητε εν ειρήνη προς τον πατέρα σας. 18 Τότε επλησίασεν εις αυτόν ο Ιούδας και είπε, Δέομαι, κύριέ μου· ας λαλήση, παρακαλώ, ο δούλός σου λόγον εις τα ώτα του κυρίου μου και ας μη εξαφθή ο θυμός σου κατά του δούλου σου· διότι συ είσαι ως Φαραώ. 19 Ο κύριός μου ηρώτησε τους δούλους αυτού λέγων, Έχετε πατέρα, ή αδελφόν; 20 Και είπομεν προς τον κύριόν μου, Έχομεν πατέρα γέροντα και παιδίον του γήρατος αυτού μικρόν, ο δε αδελφός αυτού απέθανε· και αυτός μόνος έμεινεν εκ της μητρός αυτού και ο πατήρ αυτού αγαπά αυτόν. 21 Και είπας προς τους δούλους σου, Φέρετε αυτόν προς εμέ διά να ίδω αυτόν ιδίοις οφθαλμοίς. 22 Και είπομεν προς τον κύριόν μου, το παιδίον δεν δύναται να αφήση τον πατέρα αυτού διότι εάν αφήση τον πατέρα αυτού, ούτος θέλει αποθάνει. 23 Συ δε είπας προς τους δούλους σου, Εάν δεν καταβή ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ' υμών, δεν θέλετε ιδεί πλέον το πρόσωπόν μου. 24 Και ότε ανέβημεν προς τον δούλον σου τον πατέρα μου, απηγγείλαμεν προς αυτόν τους λόγους του κυρίου μου. 25 Ο δε πατήρ ημών είπεν, Υπάγετε πάλιν, αγοράσατε εις ημάς ολίγας τροφάς. 26 Και είπομεν, Δεν δυνάμεθα να καταβώμεν· εάν ο αδελφός ημών ο νεώτερος ήναι μεθ' ημών, τότε θέλομεν καταβή· διότι δεν δυνάμεθα να ίδωμεν το πρόσωπον του ανθρώπου, εάν ο αδελφός ημών ο νεώτερος δεν ήναι μεθ' ημών. 27 Και ο δούλός σου ο πατήρ μου είπε προς ημάς, Σεις εξεύρετε ότι δύο υιούς εγέννησεν εις εμέ η γυνή μου· 28 και ο εις εξήλθεν από πλησίον μου και είπα, Βεβαίως κατεσπαράχθη υπό θηρίου· και δεν είδον αυτόν έως του νύν· 29 εάν δε λάβητε και τούτον απ' έμπροσθέν μου και συμβή εις αυτόν συμφορά, θέλετε καταβιβάσει την πολιάν μου μετά λύπης εις τον τάφον. 30 Τώρα λοιπόν όταν υπάγω προς τον δούλον σου τον πατέρα μου, και το παιδίον δεν ήναι μεθ' ημών επειδή η ψυχή αυτού κρέμαται εκ της ψυχής εκείνου, 31 καθώς ίδη ότι το παιδίον δεν είναι, θέλει αποθάνει και οι δούλοί σου θέλουσι καταβιβάσει την πολιάν του δούλου σου του πατρός ημών μετά λύπης εις τον τάφον. 32 Διότι ο δούλός σου εγγυήθη περί του παιδίου προς τον πατέρα μου λέγων, Εάν δεν φέρω αυτόν προς σε, τότε θέλω είσθαι υπεύθυνος προς τον πατέρα μου διαπαντός. 33 Τώρα λοιπόν, δέομαί σου, ας μείνη ο δούλός σου αντί του παιδίου δούλος εις τον κύριόν μου, το δε παιδίον ας αναβή μετά των αδελφών αυτού· 34 διότι πως να αναβώ προς τον πατέρα μου, εάν το παιδίον δεν ήναι μετ' εμού; ουχί, διά να μη ίδω το κακόν, το οποίον θέλει ευρεί τον πατέρα μου.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Joseph

    Ruler in Egypt

    Betrayed and enslaved, he rose to rule Egypt and saved his family from famine.

    Cited in the guide: Genesis 37; 39–50

Cross references (31)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Genesis 42:25; Genesis 43:16; Genesis 24:2; Isaiah 3:1; Genesis 43:19
  2. 2 2 Corinthians 8:8; Deuteronomy 13:3; Matthew 10:16; Genesis 42:15–16; Genesis 43:32
  3. 4 John 10:32; Psalm 35:12; Proverbs 17:13; Deuteronomy 2:16; Psalm 109:5
  4. 5 2 Kings 21:6; Genesis 30:27; Leviticus 19:26; Genesis 44:15; Deuteronomy 18:10–14
  5. 7 Genesis 38:16–18; Hebrews 13:18; Genesis 35:22; Genesis 34:25–31; 2 Kings 8:13
  6. 8 Genesis 43:12; Matthew 19:18; James 2:10–11; Genesis 42:35; Genesis 43:21–22
  7. 9 Genesis 31:32; Genesis 43:18; Job 31:38–40; Psalm 7:3–5; Genesis 44:16
  8. 10 Exodus 22:3; Genesis 44:33; Genesis 44:17; Matthew 18:24–25
  9. 12 Genesis 43:14; Genesis 44:2; Genesis 43:33; Genesis 44:26–32; Genesis 42:36–38
  10. 13 2 Samuel 1:11; 2 Samuel 13:19; Numbers 14:6; 2 Samuel 1:2; Genesis 37:29–34
  11. 14 Genesis 50:18; Philippians 2:10–11; Genesis 43:25; Genesis 43:16; Genesis 37:7–10
  12. 15 Genesis 44:4–5; Genesis 3:13; Genesis 39:8; Genesis 21:26; Genesis 4:10
  13. 16 Genesis 44:9; Daniel 9:7; Numbers 32:23; Luke 12:2; Joshua 7:18
  14. 17 Genesis 18:25; Genesis 37:32–33; Proverbs 17:15; Psalm 75:2; Genesis 26:29
  15. 18 Exodus 32:22; Genesis 41:40; Genesis 18:30; Genesis 18:32; Genesis 41:44
  16. 19 Genesis 43:7; Genesis 43:29; Genesis 42:7–10
  17. 20 Genesis 37:3; Genesis 42:38; Genesis 44:27–30; Luke 7:12; Genesis 46:21
  18. 21 Genesis 42:15; Genesis 42:20; Jeremiah 40:4; Amos 9:4; Genesis 43:29
  19. 22 Genesis 42:38; Genesis 44:30
  20. 23 Genesis 43:3; Genesis 43:5; Genesis 42:15–20
  21. 24 Genesis 42:29–34
  22. 25 Genesis 43:2; Genesis 43:5
  23. 26 Genesis 43:4–5; Luke 11:7
  24. 27 Genesis 46:19; Genesis 35:16–18; Genesis 30:22–25; Genesis 29:28; Genesis 29:18–21
  25. 28 Genesis 37:33; Genesis 37:13–14; Genesis 42:36; Genesis 42:38
  26. 29 Genesis 42:38; Genesis 43:14; Deuteronomy 31:17; Genesis 42:36; Genesis 44:31
  27. 30 1 Samuel 18:1; Genesis 44:34; 1 Samuel 25:29; Genesis 44:31; Genesis 44:17
  28. 31 Genesis 44:29; Genesis 37:35; 1 Samuel 4:17–18; 1 Thessalonians 4:13; 1 Samuel 22:22
  29. 32 Genesis 43:16; Genesis 43:8–9
  30. 33 1 John 3:16; Romans 5:7–10; Hebrews 7:22; Exodus 32:32; Romans 9:3
  31. 34 Esther 8:6; Exodus 18:8; Job 31:29; Psalm 116:3; Psalm 119:143

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences