Skip to the text

1 Kings · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

1 Kings 1 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και ο βασιλεύς Δαβίδ ήτο γέρων, προβεβηκώς την ηλικίαν· και εσκέπαζον αυτόν με ιμάτια, πλην δεν εθερμαίνετο. 2 Και είπον οι δούλοι αυτού προς αυτόν, Ας ζητήσωσι διά τον κύριόν μου τον βασιλέα νεάνιδα παρθένον, διά να ίσταται έμπροσθεν του βασιλέως και να περιθάλπη αυτόν, και να κοιμάται εις τον κόλπον σου, διά να θερμαίνηται ο κύριός μου ο βασιλεύς. 3 Και εζήτησαν εν πάσι τοις ορίοις του Ισραήλ νεάνιδα ώραίαν· και εύρηκαν την Αβισάγ την Σουναμίτιν, και έφεραν αυτήν προς τον βασιλέα. 4 Ήτο δε η νεάνις ώραία σφόδρα, και περιέθαλπε τον βασιλέα, και υπηρέτει αυτόν· πλην ο βασιλεύς δεν εγνώρισεν αυτήν. 5 Τότε Αδωνίας ο υιός της Αγγείθ επήρθη εις εαυτόν, λέγων, Εγώ θέλω βασιλεύσει και ητοίμασεν εις εαυτόν αμάξας και ιππείς και πεντήκοντα άνδρας προτρέχοντας έμπροσθεν αυτού. 6 Ο δε πατήρ αυτού δεν επίκραινέ ποτέ αυτόν, λέγων, Διά τι συ πράττεις ούτω; ήτο δε και ώραίος την όψιν σφόδρα· και η μήτηρ αυτού εγέννησεν αυτόν μετά τον Αβεσσαλώμ. 7 Και συνελάλησε μετά του Ιωάβ υιού της Σερουΐας, και μετά Αβιάθαρ του ιερέως· και ούτοι, ακολουθήσαντες τον Αδωνίαν, εβοήθουν αυτόν. 8 Σαδώκ όμως ο ιερεύς και Βεναΐας ο υιός του Ιωδαέ και Νάθαν ο προφήτης και Σιμεΐ και Ρεΐ και οι δυνατοί του Δαβίδ δεν ήσαν μετά του Αδωνία. 9 Και έσφαξεν ο Αδωνίας πρόβατα και βόας και σιτευτά πλησίον της πέτρας του Ζωελέθ, ήτις είναι πλησίον της Εν-ρωγήλ, και εκάλεσε πάντας τους αδελφούς αυτού τους υιούς του βασιλέως και πάντας τους άνδρας του Ιούδα τους δούλους του βασιλέως. 10 Τον Νάθαν όμως τον προφήτην και τον Βεναΐαν και τους δυνατούς και Σολομώντα τον αδελφόν αυτού δεν εκάλεσε. 11 Και είπεν ο Νάθαν προς την Βηθ-σαβεέ την μητέρα του Σολομώντος, λέγων, Δεν ήκουσας ότι εβασίλευσεν Αδωνίας ο υιός της Αγγείθ, και ο κύριος ημών Δαβίδ δεν εξεύρει τούτο; 12 τώρα λοιπόν ελθέ να σοι δώσω, παρακαλώ, συμβουλήν, διά να σώσης την ζωήν σου και την ζωήν του υιού σου Σολομώντος· 13 ύπαγε και είσελθε προς τον βασιλέα Δαβίδ και ειπέ προς αυτόν, Κύριέ μου βασιλεύ, συ δεν ώμοσας εις την δούλην σου, λέγων, Βεβαίως Σολομών ο υιός σου θέλει βασιλεύσει μετ' εμέ, και αυτός θέλει καθίσει επί του θρόνου μου; διά τι λοιπόν εβασίλευσεν ο Αδωνίας; 14 ιδού, ενώ έτι συ λαλείς εκεί μετά του βασιλέως, θέλω ελθεί και εγώ κατόπιν σου και θέλω αναπληρώσει τους λόγους σου. 15 Και εισήλθεν η Βηθ-σαβεέ προς τον βασιλέα εις τον κοιτώνα· ήτο δε ο βασιλεύς γέρων σφόδρα και Αβισάγ η Σουναμίτις υπηρέτει τον βασιλέα. 16 Και κύψασα η Βηθ-σαβεέ, προσεκύνησε τον βασιλέα. Και ο βασιλεύς είπε, Τι έχεις; 17 Η δε είπε προς αυτόν, Κύριέ μου, συ ώμοσας εις Κύριον τον Θεόν σου προς την δούλην σου, λέγων, Βεβαίως ο Σολομών, ο υιός σου, θέλει βασιλεύσει μετ' εμέ, και αυτός θέλει καθίσει επί του θρόνου μου· 18 αλλά τώρα, ιδού, ο Αδωνίας εβασίλευσε· και συ τώρα, κύριέ μου βασιλεύ, δεν εξεύρεις τούτο· 19 και έσφαξε βόας και σιτευτά και πρόβατα εν αφθονία, και εκάλεσε πάντας τους υιούς του βασιλέως και Αβιάθαρ τον ιερέα και Ιωάβ τον αρχιστράτηγον· τον δούλον σου όμως Σολομώντα δεν εκάλεσεν· 20 αλλ' εις σε, κύριέ μου βασιλεύ, εις σε αποβλέπουσιν οι οφθαλμοί παντός του Ισραήλ, διά να απαγγείλης προς αυτούς τις θέλει καθίσει επί του θρόνου του κυρίου μου του βασιλέως μετ' αυτόν· 21 ειδεμή, αφού ο κύριός μου ο βασιλεύς κοιμηθή μετά των πατέρων αυτού, εγώ και ο υιός μου ο Σολομών θέλομεν θεωρείσθαι πταίσται. 22 Και ιδού, ενώ αυτή ελάλει έτι μετά του βασιλέως, ήλθε και Νάθαν ο προφήτης. 23 Και ανήγγειλαν προς τον βασιλέα, λέγοντες, Ιδού, Νάθαν ο προφήτης. Και εισελθών ενώπιον του βασιλέως, προσεκύνησε τον βασιλέα κατά πρόσωπον αυτού έως εδάφους. 24 Και είπεν ο Νάθαν, Κύριέ μου βασιλεύ, συ είπας, Ο Αδωνίας θέλει βασιλεύσει μετ' εμέ και αυτός θέλει καθίσει επί του θρόνου μου; 25 διότι κατέβη σήμερον και έσφαξε βόας και σιτευτά και πρόβατα εν αφθονία, και εκάλεσε πάντας τους υιούς του βασιλέως και τους στρατηγούς και Αβιάθαρ τον ιερέα· και ιδού, τρώγουσι και πίνουσιν ενώπιον αυτού και λέγουσι, Ζήτω ο βασιλεύς Αδωνίας· 26 εμέ δε, εμέ τον δούλον σου, και Σαδώκ τον ιερέα και Βεναΐαν τον υιόν του Ιωδαέ και Σολομώντα τον δούλον σου δεν εκάλεσε· 27 παρά του κυρίου μου του βασιλέως έγεινε το πράγμα τούτο, και δεν εφανέρωσας εις τον δούλον σου τις θέλει καθίσει επί του θρόνου του κυρίου μου του βασιλέως μετ' αυτόν; 28 Και απεκρίθη ο βασιλεύς Δαβίδ και είπε, Καλέσατέ μοι την Βηθ-σαβεέ. Και εισήλθεν ενώπιον του βασιλέως και εστάθη έμπροσθεν του βασιλέως. 29 Και ώμοσεν ο βασιλεύς και είπε, Ζη Κύριος, όστις ελύτρωσε την ψυχήν μου εκ πάσης στενοχωρίας, 30 βεβαίως, καθώς ώμοσα προς σε εις Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ, λέγων, ότι Σολομών ο υιός σου θέλει βασιλεύσει μετ' εμέ, και αυτός θέλει καθίσει αντ' εμού επί του θρόνου μου, ούτω θέλω κάμει την ημέραν ταύτην. 31 Τότε η Βηθ-σαβεέ, κύψασα κατά πρόσωπον έως εδάφους, προσεκύνησε τον βασιλέα και είπε, Ζήτω ο κύριός μου ο βασιλεύς Δαβίδ εις τον αιώνα. 32 Και είπεν ο βασιλεύς Δαβίδ, Καλέσατέ μοι Σαδώκ τον ιερέα και Νάθαν τον προφήτην και Βεναΐαν τον υιόν του Ιωδαέ. Και ήλθον ενώπιον του βασιλέως. 33 Και είπε προς αυτούς ο βασιλεύς, Λάβετε μεθ' εαυτών τους δούλους του κυρίου σας και καθίσατε Σολομώντα τον υιόν μου επί την ημίονόν μου και καταβιβάσατε αυτόν εις Γιών· 34 και ας χρίσωσιν αυτόν εκεί Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης βασιλέα επί τον Ισραήλ· και σαλπίσατε διά της σάλπιγγος και είπατε, Ζήτω ο βασιλεύς Σολομών· 35 τότε θέλετε αναβή κατόπιν αυτού, διά να έλθη και να καθίση επί τον θρόνον μου· και αυτός θέλει βασιλεύσει αντ' εμού· και αυτόν προσέταξα να ήναι ηγεμών επί τον Ισραήλ και επί τον Ιούδαν. 36 Και απεκρίθη Βεναΐας ο υιός του Ιωδαέ προς τον βασιλέα, και είπεν, Αμήν· ούτως ας επικυρώση Κύριος ο Θεός του κυρίου μου του βασιλέως· 37 καθώς εστάθη ο Κύριος μετά του κυρίου μου του βασιλέως, ούτω να ήναι και μετά του Σολομώντος, και να μεγαλύνη τον θρόνον αυτού υπέρ τον θρόνον του κυρίου μου του βασιλέως Δαβίδ. 38 Τότε κατέβη Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης και Βεναΐας ο υιός του Ιωδαέ και οι Χερεθαίοι και οι Φελεθαίοι, και εκάθισαν τον Σολομώντα επί την ημίονον του βασιλέως Δαβίδ και έφεραν αυτόν εις Γιών. 39 Και έλαβε Σαδώκ ο ιερεύς το κέρας του ελαίου εκ της σκηνής και έχρισε τον Σολομώντα. Και εσάλπισαν διά της σάλπιγγος· και είπε πας ο λαός, Ζήτω ο βασιλεύς Σολομών. 40 Και ανέβη πας ο λαός κατόπιν αυτού· και έπαιζεν ο λαός αυλούς και ευφραίνετο ευφροσύνην μεγάλην, και η γη εσχίζετο εκ των φωνών αυτών. 41 Και ήκουσεν Αδωνίας και πάντες οι κεκλημένοι αυτού, καθώς ετελείωσαν να τρώγωσι. Και ότε ήκουσεν ο Ιωάβ την φωνήν της σάλπιγγος, είπε, Τις η φωνή αύτη της πόλεως θορυβούσης; 42 Ενώ έτι ελάλει, ιδού, Ιωνάθαν, ο υιός Αβιάθαρ του ιερέως, ήλθε· και είπεν ο Αδωνίας προς αυτόν, Είσελθε· διότι συ είσαι ανήρ γενναίος και φέρεις αγαθάς αγγελίας. 43 Και αποκριθείς ο Ιωνάθαν είπε προς τον Αδωνίαν, Βεβαίως κύριος ημών ο βασιλεύς Δαβίδ έκαμε βασιλέα τον Σολομώντα· 44 και απέστειλε μετ' αυτού ο βασιλεύς Σαδώκ τον ιερέα και Νάθαν τον προφήτη και Βεναΐαν τον υιόν του Ιωδαέ και τους Χερεθαίους και τους Φελεθαίους, και εκάθισαν αυτόν επί την ημίονον του βασιλέως· 45 και έχρισαν αυτόν Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης βασιλέα εν Γιών· και ανέβησαν εκείθεν ευφραινόμενοι, και η πόλις αντήχησεν· αύτη είναι η φωνή, την οποίαν ηκούσατε· 46 και μάλιστα εκάθησεν ο Σολομών επί του θρόνου της βασιλείας· 47 και εισήλθον έτι οι δούλοι του βασιλέως να ευχηθώσι τον κύριον ημών τον βασιλέα Δαβίδ, λέγοντες, Ο Θεός να λαμπρύνη το όνομα του Σολομώντος υπέρ το όνομά σου, και να μεγαλύνη τον θρόνον σου και να μεγαλύνη τον θρόνον αυτού υπέρ τον θρόνον σου. και προσεκύνησεν ο βασιλεύς επί της κλίνης· 48 και είπε προσέτι ο βασιλεύς ούτως· Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, όστις έδωκεν εις εμέ σήμερον διάδοχον καθήμενον επί του θρόνου μου, και οι οφθαλμοί μου βλέπουσι τούτο. 49 Τότε πάντες οι κεκλημένοι, οι μετά του Αδωνία, εξεπλάγησαν και σηκωθέντες, υπήγαν έκαστος την οδόν αυτού. 50 Ο δε Αδωνίας εφοβήθη από προσώπου του Σολομώντος και σηκωθείς υπήγε και επιάσθη από των κεράτων του θυσιαστηρίου. 51 Και ανήγγειλαν προς τον Σολομώντα, λέγοντες, Ιδού, ο Αδωνίας φοβείται τον βασιλέα Σολομώντα· και ιδού, επιάσθη από των κεράτων του θυσιαστηρίου, λέγων, Ας ομόση προς εμέ σήμερον ο βασιλεύς Σολομών, ότι δεν θέλει θανατώσει τον δούλον αυτού διά ρομφαίας. 52 Και είπεν ο Σολομών, Εάν σταθή ανήρ αγαθός, ουδέ μία εκ των τριχών αυτού θέλει πέσει επί την γήν· εάν όμως ευρεθή κακία εν αυτώ θέλει θανατωθή. 53 Και απέστειλεν ο βασιλεύς Σολομών, και κατεβίβασαν αυτόν από του θυσιαστηρίου· και ήλθε και προσεκύνησε τον βασιλέα Σολομώντα· και είπε προς αυτόν ο Σολομών, Ύπαγε εις τον οίκόν σου.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Abishag the Shunammite

    Young woman who cared for David

    A very beautiful girl from Shunem found to care for the aged King David and keep him warm, whom Adonijah later asked to marry.

    Cited in the guide: 1 Kings 1:3; 1 Kings 1:15; 1 Kings 2:17

  • Adonijah

    Would-be king

    A son of David who tried to claim the throne ahead of Solomon in David's final days.

    Cited in the guide: 2 Samuel 3:4; 1 Kings 1-2

  • Bathsheba

    Wife of David, mother of Solomon

    Wife of David and mother of Solomon, remembered amid both sin and grace.

    Cited in the guide: 2 Samuel 11-12; 1 Kings 1-2; Matthew 1:6

  • David

    King of Israel

    The shepherd who became Israel's greatest king and a man after God's own heart.

    Cited in the guide: 1 Sam. 16 - 1 Kings 2; 2 Sam. 7; 1 Chron. 2:15; Matt. 1:6

  • Haggith

    Wife of David, mother of Adonijah

    A wife of David who bore his fourth son, Adonijah, in Hebron.

    Cited in the guide: 2 Samuel 3:4; 1 Kings 1:5; 1 Kings 1:11

  • Jehoiada

    Father of Benaiah

    Named as the father of Benaiah, the commander of the Cherethites and Pelethites.

    Cited in the guide: 2 Samuel 8:18; 2 Samuel 23:20; 1 Kings 1:8

  • Rei

    One who would not join Adonijah

    Named with Shimei and David's mighty men among those who would not join Adonijah.

    Cited in the guide: 1 Kings 1:8

  • Shimei

    One who would not join Adonijah

    Named with Rei and David's mighty men among those who would not join Adonijah.

    Cited in the guide: 1 Kings 1:8

  • Solomon

    King of Israel

    David's son who built the temple and became famous for God-given wisdom.

    Cited in the guide: 1 Kings 1-11; 1 Chron. 3:5; Matt. 1:6-7

Cross references (49)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 1 Chronicles 29:27–28; Joshua 23:1–2; 1 Chronicles 23:1; Psalm 90:10; 2 Samuel 5:4
  2. 2 Ecclesiastes 4:11; Genesis 16:5; Micah 7:5; 1 Samuel 16:21–22; Deuteronomy 13:6
  3. 3 Joshua 19:18; Esther 2:4; Esther 2:2; 2 Kings 4:8; 1 Samuel 28:4
  4. 4 Matthew 1:25
  5. 5 2 Samuel 15:1; 2 Samuel 3:4; Exodus 9:17; 1 Chronicles 29:1; 1 Chronicles 28:5
  6. 6 2 Samuel 3:3–4; 1 Samuel 3:13; Proverbs 29:15; Hebrews 12:5–6; 1 Chronicles 3:2
  7. 7 2 Samuel 20:25; 1 Kings 2:22; 1 Kings 2:26–35; Psalm 2:2; 2 Samuel 20:23
  8. 8 1 Kings 4:18; 2 Samuel 23:8–39; 2 Samuel 20:25; Zechariah 12:13; 2 Samuel 12:1–15
  9. 9 2 Samuel 17:17; 2 Samuel 15:11–12; Proverbs 15:8; 2 Samuel 13:23–27; Joshua 15:7
  10. 10 2 Samuel 12:24; 2 Samuel 12:1–15; 1 Kings 1:19; 1 Kings 1:8
  11. 11 2 Samuel 3:4; 1 Chronicles 22:9–10; 1 Chronicles 29:1; 2 Samuel 12:24–25; 2 Samuel 7:12–17
  12. 12 2 Chronicles 22:10; Proverbs 11:14; Proverbs 20:18; Judges 9:5; 1 Kings 1:21
  13. 13 1 Kings 1:30; 1 Kings 1:17; 1 Chronicles 22:6–13; Psalm 132:11–12; 1 Kings 2:12
  14. 14 2 Corinthians 13:1; 1 Kings 1:17–27
  15. 15 1 Kings 1:1
  16. 16 1 Samuel 20:41; 1 Samuel 25:23; 1 Samuel 24:8; Esther 7:2; 1 Kings 2:20
  17. 17 1 Kings 1:13; 1 Kings 1:30; Genesis 18:12; 1 Peter 3:6
  18. 18 1 Kings 1:24; 2 Samuel 15:10; 1 Kings 1:11; 1 Kings 1:27; Acts 3:17
  19. 19 1 Kings 1:25; 1 Kings 1:7–10
  20. 20 1 Chronicles 29:1; 2 Samuel 23:2; 1 Chronicles 28:5–6; 1 Chronicles 28:10; Psalm 25:15
  21. 21 Deuteronomy 31:16; 1 Kings 2:10; 2 Samuel 7:12; Genesis 15:15; 1 Kings 2:22–24
  22. 22 Genesis 24:15; Job 1:16–18; Daniel 9:20
  23. 23 1 Peter 2:17; 1 Kings 1:16; Romans 13:7
  24. 24 1 Kings 1:17–18; 1 Kings 1:13–14; 1 Kings 1:5
  25. 25 1 Samuel 10:24; 1 Kings 1:9; 1 Kings 1:19; Luke 19:38; 2 Chronicles 23:11
  26. 26 1 Kings 1:8; 1 Kings 1:10; 2 Samuel 7:2; 2 Samuel 12:25; 2 Samuel 7:12–17
  27. 27 1 Kings 1:24; 2 Kings 4:27; John 15:15
  28. 29 2 Samuel 4:9; Psalm 136:24; 1 Kings 17:1; Psalm 72:14; 1 Kings 18:10
  29. 30 1 Kings 1:13; 1 Kings 1:17
  30. 31 Daniel 5:10; Daniel 2:4; Daniel 3:9; Hebrews 12:9; Daniel 6:6
  31. 32 1 Kings 1:8; 1 Kings 1:38; 1 Kings 1:26
  32. 33 2 Chronicles 32:30; 1 Kings 1:38; 2 Chronicles 33:14; Genesis 41:43; Esther 6:6–11
  33. 34 1 Samuel 10:1; 2 Samuel 15:10; 1 Kings 1:25; 2 Kings 11:12; 2 Kings 9:3
  34. 35 Psalm 72:1–2; 1 Kings 1:13; 1 Chronicles 23:1; 1 Kings 2:12; 1 Chronicles 28:4–5
  35. 36 Jeremiah 11:5; Psalm 18:2; Matthew 28:20; 1 Samuel 25:29; 1 Corinthians 14:16
  36. 37 1 Samuel 20:13; 1 Kings 1:47; Joshua 1:17; Joshua 1:5; 1 Chronicles 28:20
  37. 38 2 Samuel 8:18; 1 Kings 1:8; Zephaniah 2:5; 1 Kings 1:33; 1 Samuel 30:14
  38. 39 Psalm 89:20; 1 Chronicles 29:22; 1 Kings 1:34; 1 Samuel 10:24; 2 Kings 11:12
  39. 40 2 Kings 11:20; Revelation 11:15–18; 1 Chronicles 12:38–40; 2 Kings 11:14; Luke 19:37
  40. 41 Matthew 21:9–11; Exodus 32:17; Proverbs 14:13; Acts 21:31; Psalm 73:18–20
  41. 42 2 Samuel 15:36; 2 Samuel 18:27; 2 Samuel 17:17; 2 Samuel 15:27; Isaiah 57:21
  42. 45 1 Kings 1:40; Ezra 3:13; 1 Samuel 4:5; Daniel 5:26–28; 1 Kings 14:6
  43. 46 1 Chronicles 29:23; Psalm 132:11; Haggai 2:22; 1 Kings 1:13
  44. 47 1 Kings 1:37; Genesis 47:31; 2 Samuel 21:3; Hebrews 11:21; 2 Samuel 8:10
  45. 48 1 Kings 3:6; Psalm 132:11–12; 2 Samuel 7:12; Proverbs 17:6; 1 Chronicles 29:20
  46. 49 Isaiah 21:4–5; Daniel 5:4–6; Proverbs 28:1
  47. 50 1 Kings 2:28; Psalm 118:27; Exodus 27:2; Exodus 38:2; Exodus 21:14
  48. 52 1 Samuel 14:45; 2 Samuel 14:11; Proverbs 13:6; Proverbs 21:12; 1 Kings 2:21–25
  49. 53 2 Samuel 14:24; 1 Kings 1:31; 1 Kings 1:16; 2 Samuel 14:28; 1 Kings 2:36

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 1:4 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XII)

    But that you may learn more plainly that even a virgin is called in Holy Scripture a "damsel," hear the Book of the Kings, speaking of Abishag the Shunamite, And the damsel was very fair: for that as a virgin she was chosen and brought to David is admitted.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  2. Quotes verse 1:39 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture XXI)

    So also the High-priest, in advancing Solomon to the kingdom, anointed him after he had bathed in Gihon.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)