Skip to the text

Ezekiel · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Ezekiel 16 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και έγεινε λόγος Κυρίου προς εμέ, λέγων, 2 Υιέ ανθρώπου, κάμε την Ιερουσαλήμ να γνωρίση τα βδελύγματα αυτής, 3 και ειπέ, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός προς την Ιερουσαλήμ· Η ρίζα σου και η γέννησίς σου είναι εκ της γης των Χαναναίων· ο πατήρ σου Αμορραίος και η μήτηρ σου Χετταία. 4 Εις δε την γέννησίν σου, καθ' ην ημέραν εγεννήθης, ο ομφαλός σου δεν εκόπη και εν ύδατι δεν ελούσθης, διά να καθαρισθής, και με άλας δεν ηλατίσθης και εν σπαργάνοις δεν εσπαργανώθης. 5 Οφθαλμός δεν σε εφείσθη, διά να κάμη εις σε τι εκ τούτων, ώστε να σε σπλαγχνισθή· αλλ' ήσο απερριμμένη εις το πρόσωπον της πεδιάδος, εν τη αποστροφή της ψυχής σου, καθ' ην ημέραν εγεννήθης. 6 Και ότε διέβην από πλησίον σου και σε είδον κυλιομένην εν τω αίματί σου, είπα προς σε ευρισκομένην εν τω αίματί σου, Ζήθι· ναι, είπα προς σε ευρισκομένην εν τω αίματί σου, Ζήθι. 7 Και σε έκαμον μυριοπλάσιον, ως την χλόην του αγρού, και ηυξήνθης και εμεγαλύνθης και έφθασας εις το άκρον της ώραιότητος· οι μαστοί σου εμορφώθησαν και αι τρίχες σου ανεφύησαν· ήσο όμως γυμνή και ασκέπαστος. 8 Και ότε διέβην από πλησίον σου και σε είδον, ιδού, η ηλικία σου ήτο ηλικία έρωτος· και απλώσας το κράσπεδόν μου επί σε, εσκέπασα την ασχημοσύνην σου· και ώμοσα προς σε και εισήλθον εις συνθήκην μετά σου, λέγει Κύριος ο Θεός, και έγεινες εμού. 9 Και σε έλουσα εν ύδατι και απέπλυνα το αίμα σου από σου και σε έχρισα εν ελαίω. 10 Και σε ενέδυσα κεντητά και σε υπέδησα με σανδάλια υακίνθινα και σε περιέζωσα με βύσσον και σε εφόρεσα μεταξωτά. 11 Και σε εστόλισα με στολίδια και περιέθεσα εις τας χείρας σου βραχιόλια και περιδέραιον επί τον τράχηλόν σου. 12 Και έβαλον έρρινα εις τους μυκτήράς σου και ενώτια εις τα ώτα σου και στέφανον δόξης επί την κεφαλήν σου. 13 Και εστολίσθης με χρυσίον και αργύριον, και τα ιμάτιά σου ήσαν βύσσινα και μεταξωτά και κεντητά· σεμίδαλιν και μέλι και έλαιον έτρωγες· και έγεινες ώραία σφόδρα και ευημέρησας μέχρι βασιλείας. 14 Και εξήλθεν η φήμη σου μεταξύ των εθνών διά το κάλλος σου· διότι ήτο τέλειον διά του στολισμού μου, τον οποίον έθεσα επί σε, λέγει Κύριος ο Θεός. 15 Συ όμως εθαρρεύθης εις το κάλλος σου, και επορνεύθης διά την φήμην σου και εξέχεας την πορνείαν σου εις πάντα διαβάτην, γινομένη αυτού. 16 Και έλαβες εκ των ιματίων σου και εστόλισας τους υψηλούς σου τόπους με ποικίλα χρώματα και εξεπορνεύθης απ' αυτών· τοιαύτα δεν έγειναν ουδέ θέλουσι γείνει. 17 Και έλαβες τα σκεύη της λαμπρότητός σου, τα εκ του χρυσίου μου και τα εκ του αργυρίου μου, τα οποία έδωκα εις σε, και έκαμες εις σεαυτήν εικόνας αρσενικάς και εξεπορνεύθης με αυτάς· 18 και έλαβες τα κεντητά σου ιμάτια και εσκέπασας αυτάς· και έθεσας έμπροσθεν αυτών το έλαιόν μου και το θυμίαμά μου. 19 Και τον άρτον μου, τον οποίον έδωκα εις σε, την σεμίδαλιν και το έλαιον και το μέλι, με τα οποία σε έτρεφον, έθεσας και ταύτα έμπροσθεν αυτών εις οσμήν ευωδίας· ούτως έγεινε, λέγει Κύριος ο Θεός. 20 Και έλαβες τους υιούς σου και τας θυγατέρας σου, τας οποίας εγέννησας εις εμέ, και ταύτα εθυσίασας εις αυτάς, διά να αναλωθώσιν εν τω πυρί· μικρόν έργον των πορνεύσεών σου ήτο τούτο, 21 ότι έσφαξας τα τέκνα μου και παρέδωκας αυτά διά να διαβιβάσωσιν αυτά διά του πυρός εις τιμήν αυτών; 22 Και εν πάσι τοις βδελύγμασί σου και ταις πορνείαις σου δεν ενεθυμήθης ταις ημέρας της νεότητός σου, ότε ήσο γυμνή και ασκέπαστος, κυλιομένη εν τω αίματί σου. 23 Και μετά πάσας τας κακίας σου, Ουαί, ουαί εις σε, λέγει Κύριος ο Θεός, 24 έκτισας και εις σεαυτήν οίκημα πορνικόν και έκαμες εις σεαυτήν πορνοστάσιον εν πάση πλατεία. 25 Εις πάσαν αρχήν οδού ωκοδόμησας το πορνοστάσιόν σου και έκαμες το κάλλος σου βδελυκτόν και ήνοιξας τους πόδας σου εις πάντα διαβάτην, και επλήθυνας την πορνείαν σου. 26 Και εξεπορνεύθης με τους Αιγυπτίους τους πλησιοχώρους σου, τους μεγαλοσάρκους· και επολλαπλασίασας την πορνείαν σου, διά να με παροργίσης. 27 Ιδού λοιπόν, εξήπλωσα την χείρα μου επί σε, και αφήρεσα τα νενομισμένα σου, και σε παρέδωκα εις την θέλησιν εκείνων αίτινες σε εμίσουν, των θυγατέρων των Φιλισταίων, αίτινες εντρέπονται διά την οδόν σου την αισχράν. 28 Και εξεπορνεύθης με τους Ασσυρίους, διότι ήσο άπληστος· ναι, εξεπορνεύθης με αυτούς και έτι δεν εχορτάσθης. 29 Και επολλαπλασίασας την πορνείαν σου εν γη Χαναάν μέχρι των Χαλδαίων· και ουδέ ούτως εχορτάσθης. 30 Πόσον διεφθάρη η καρδία σου, λέγει Κύριος ο Θεός, επειδή πράττεις πάντα ταύτα, έργα της πλέον αναισχύντου πόρνης. 31 Διότι έκτισας το πορνικόν οίκημά σου εν τη αρχή πάσης οδού, και έκαμες το πορνοστάσιόν σου εν πάση πλατεία· και δεν εστάθης ως πόρνη, καθότι κατεφρόνησας μίσθωμα, 32 αλλ' ως γυνή μοιχαλίς, αντί του ανδρός αυτής δεχομένη ξένους. 33 Εις πάσας τας πόρνας δίδουσι μίσθωμα· αλλά συ τα μισθώματά σου δίδεις εις πάντας τους εραστάς σου και διαφθείρεις αυτούς, διά να εισέρχωνται προς σε πανταχόθεν επί τη πορνεία σου. 34 Και γίνεται εις σε το ανάπαλιν των άλλων γυναικών εν ταις πορνείαις σου· διότι δεν σε ακολουθεί ουδείς διά να πράξη πορνείαν· καθότι συ δίδεις μίσθωμα και μίσθωμα δεν δίδεται εις σε, κατά τούτο γίνεται εις σε το ανάπαλιν. 35 Διά τούτο, άκουσον, πόρνη, τον λόγον του Κυρίου· 36 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Επειδή εξέχεας τον χαλκόν σου, και η γύμνωσίς σου εξεσκεπάσθη εν ταις πορνείαις σου προς τους εραστάς σου και προς πάντα τα είδωλα των βδελυγμάτων σου, και διά το αίμα των τέκνων σου, τα οποία προσέφερες εις αυτά· 37 διά τούτο ιδού, εγώ συνάγω πάντας τους εραστάς σου, μεθ' ων κατετρύφησας, και πάντας όσους ηγάπησας, μετά πάντων των μισηθέντων υπό σού· και θέλω συνάξει αυτούς επί σε πανταχόθεν και θέλω αποκαλύψει την αισχύνην σου εις αυτούς, και θέλουσιν ιδεί όλην την γύμνωσίν σου. 38 Και θέλω σε κρίνει κατά την κρίσιν των μοιχαλίδων και εκχεουσών αίμα· και θέλω σε παραδώσει εις αίμα μετ' οργής και ζηλοτυπίας. 39 Και θέλω σε παραδώσει εις την χείρα αυτών· και θέλουσι κατασκάψει το πορνικόν οίκημά σου και κατεδαφίσει τους υψηλούς τόπους σου θέλουσιν ότι σε εκδύσει τα ιμάτιά σου και αφαιρέσει τους στολισμούς της λαμπρότητός σου και θέλουσι σε αφήσει γυμνήν και ασκέπαστον. 40 Και θέλουσι φέρει επί σε όχλους, οίτινες θέλουσι σε λιθοβολήσει με λίθους και σε διαπεράσει με τα ξίφη αυτών. 41 Και θέλουσι κατακαύσει εν πυρί τας οικίας σου, και θέλουσιν εκτελέσει επί σε κρίσεις ενώπιον πολλών γυναικών· και θέλω σε κάμει να παύσης από της πορνείας, και δεν θέλεις δίδει του λοιπού μίσθωμα. 42 Και θέλω αναπαύσει τον θυμόν μου επί σε, και η ζηλοτυπία μου θέλει σηκωθή από σου, και θέλω ησυχάσει και δεν θέλω οργισθή πλέον. 43 Επειδή δεν ενεθυμήθης τας ημέρας της νεότητός σου, αλλά με παρώξυνας εν πάσι τούτοις, διά τούτο ιδού, και εγώ θέλω ανταποδώσει τας οδούς σου επί της κεφαλής σου, λέγει Κύριος ο Θεός· και δεν θέλεις κάμει κατά την ασέβειαν ταύτην επί πάσι τοις βδελύγμασί σου. 44 Ιδού, πας ο παροιμιαζόμενος θέλει παροιμιασθή κατά σου, λέγων, κατά την μητέρα η θυγάτηρ αυτής. 45 Συ είσαι η θυγάτηρ της μητρός σου, της αποβαλούσης τον άνδρα αυτής και τα τέκνα αυτής· και είσαι η αδελφή των αδελφών σου, αίτινες απέβαλον τους άνδρας αυτών και τα τέκνα αυτών· η μήτηρ σας ήτο Χετταία και ο πατήρ σας Αμορραίος. 46 Και η αδελφή σου η πρεσβυτέρα είναι η Σαμάρεια, αυτή και αι θυγατέρες αυτής, αι κατοικούσαι εν τοις αριστεροίς σου· η δε νεωτέρα αδελφή σου, η κατοικούσα εν τοις δεξιοίς σου, τα Σόδομα και αι θυγατέρες αυτής. 47 Συ όμως δεν περιεπάτησας κατά τας οδούς αυτών και δεν έπραξας κατά τα βδελύγματα αυτών· αλλ' ως εάν ήτο τούτο πολύ μικρόν, υπερέβης αυτών την διαφθοράν εν πάσαις ταις οδοίς σου. 48 Ζω εγώ, λέγει Κύριος ο Θεός, η αδελφή σου Σόδομα δεν έπραξεν, αυτή και αι θυγατέρες αυτής, ως έπραξας συ και αι θυγατέρες σου. 49 Ιδού, αύτη ήτο η ανομία της αδελφής σου Σοδόμων, υπερηφανία, πλησμονή άρτου και αφθονία τρυφηλότητος, αυτής και των θυγατέρων αυτής· τον πτωχόν δε και τον ενδεή δεν εβοήθει 50 και υψούντο και έπραττον βδελυρά ενώπιόν μου· όθεν, καθώς είδον ταύτα, ηφάνισα αυτάς. 51 Και η Σαμάρεια δεν ημάρτησεν ουδέ το ήμισυ των αμαρτημάτων σου· αλλά συ επλήθυνας τα βδελύγματά σου υπέρ εκείνας και εδικαίωσας τας αδελφάς σου με πάντα τα βδελύγματά σου, τα οποία έπραξας. 52 Συ λοιπόν, ήτις έκρινες τας αδελφάς σου, βάσταζε την καταισχύνην σου· ένεκα των αμαρτημάτων σου, με τα οποία κατεστάθης βδελυρωτέρα εκείνων, εκείναι είναι δικαιότεραί σου· όθεν αισχύνθητι και συ και βάσταζε την καταισχύνην σου, ότι εδικαίωσας τας αδελφάς σου. 53 Όταν φέρω οπίσω τους αιχμαλώτους αυτών, τους αιχμαλώτους Σοδόμων και των θυγατέρων αυτής και τους αιχμαλώτους της Σαμαρείας και των θυγατέρων αυτής, τότε θέλω επιστρέψει και τους αιχμαλώτους της αιχμαλωσίας σου μεταξύ αυτών· 54 διά να βαστάζης την ατιμίαν σου και να καταισχύνησαι διά πάντα όσα έπραξας και να ήσαι παρηγορία εις αυτάς. 55 Όταν η αδελφή σου Σόδομα και αι θυγατέρες αυτής επιστρέψωσιν εις την προτέραν αυτών κατάστασιν, και η Σαμάρεια και αι θυγατέρες αυτής επιστρέψωσιν εις την προτέραν αυτών κατάστασιν, τότε θέλεις επιστρέψει συ και αι θυγατέρες σου εις την προτέραν σας κατάστασιν. 56 Διότι η αδελφή σου Σόδομα δεν ανεφέρθη εκ του στόματός σου εν ταις ημέραις της υπερηφανίας σου, 57 πριν ανακαλυφθή η κακία σου, καθώς ανεκαλύφθη εν καιρώ του γενομένου εις σε ονείδους υπό των θυγατέρων της Συρίας και πασών των πέριξ αυτής, των θυγατέρων των Φιλισταίων, αίτινες σε ελεηλάτησαν πανταχόθεν. 58 Συ εβάστασας την ασέβειάν σου και τα βδελύγματά σου, λέγει Κύριος. 59 Διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Εγώ θέλω κάμει εις σε καθώς έκαμες συ, ήτις κατεφρόνησας τον όρκον, παραβαίνουσα την διαθήκην. 60 Αλλ' όμως θέλω ενθυμηθή την διαθήκην μου την γενομένην προς σε εν ταις ημέραις της νεότητός σου, και θέλω στήσει εις σε διαθήκην αιώνιον. 61 Τότε θέλεις ενθυμηθή τας οδούς σου και αισχυνθή, όταν δεχθής τας αδελφάς σου, τας πρεσβυτέρας σου και τας νεωτέρας σου· και θέλω δώσει αυτάς εις σε διά θυγατέρας, ουχί όμως κατά την διαθήκην σου. 62 Και εγώ θέλω στήσει την διαθήκην μου προς σε, και θέλεις γνωρίσει έτι εγώ είμαι ο Κύριος· 63 διά να ενθυμηθής, και να αισχυνθής και να μη ανοίξης πλέον το στόμα σου υπό της εντροπής σου, όταν εξιλεωθώ προς σε διά πάντα όσα έπραξας, λέγει Κύριος ο Θεός.

Cross references (60)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 2 Ezekiel 22:2; Ezekiel 20:4; Isaiah 58:1; Hosea 8:1; Ezekiel 33:7–9
  2. 3 Ezekiel 16:45; Isaiah 51:1–2; Deuteronomy 20:17; John 8:44; Nehemiah 9:7
  3. 4 Hosea 2:3; Exodus 5:16–21; Genesis 15:13; Joshua 24:2; Deuteronomy 15:15
  4. 5 Deuteronomy 32:10; Numbers 19:16; Exodus 1:22; Lamentations 4:3; Genesis 21:10
  5. 6 Ephesians 2:4–5; Titus 3:3–7; John 5:25; Acts 7:34; Matthew 5:13
  6. 7 Exodus 1:7; Deuteronomy 1:10; Isaiah 62:3; Ezekiel 16:10–13; Song of Songs 4:5
  7. 8 Ruth 3:9; Jeremiah 2:2–3; Romans 5:8; Isaiah 43:4; Exodus 32:13
  8. 9 Psalm 23:5; Ruth 3:3; 1 John 2:27; 1 John 5:8; 1 Corinthians 6:11
  9. 10 Ezekiel 16:18; Ezekiel 16:13; Exodus 26:36; Psalm 45:13–14; Isaiah 61:10
  10. 11 Genesis 24:22; Isaiah 3:19; Genesis 41:42; Genesis 24:47; Proverbs 1:9
  11. 12 Isaiah 3:21; Isaiah 28:5
  12. 13 1 Kings 4:21; Psalm 50:2; Deuteronomy 32:13–14; Psalm 48:2; Psalm 45:13–14
  13. 14 Lamentations 2:15; 1 Kings 10:24; 1 Corinthians 4:7; Deuteronomy 4:6–8; Joshua 2:9–11
  14. 15 Ezekiel 16:25; Isaiah 57:8; Jeremiah 2:20; Ezekiel 23:3; Jeremiah 7:4
  15. 16 2 Kings 23:7; Ezekiel 7:20; 2 Chronicles 28:24; Hosea 2:8
  16. 17 Ezekiel 23:14–21; Hosea 10:1; Jeremiah 3:9; Exodus 32:1–4; Isaiah 57:7–8
  17. 19 Ezekiel 16:13; Genesis 8:21; Deuteronomy 32:14–17; Hosea 2:8–13
  18. 20 Ezekiel 23:37; Ezekiel 20:26; Psalm 106:37–38; Exodus 13:2; Jeremiah 7:31
  19. 21 2 Kings 17:17; Deuteronomy 18:10; Leviticus 18:21; Jeremiah 19:5; 2 Kings 21:6
  20. 22 Jeremiah 2:2; Ezekiel 16:43; Hosea 11:1; Ezekiel 16:3–7; Ezekiel 16:60–63
  21. 23 Revelation 12:12; Jeremiah 13:27; Ezekiel 13:18; Zephaniah 3:1; Ezekiel 24:6
  22. 24 Psalm 78:58; Jeremiah 2:20; Ezekiel 16:31; Isaiah 57:7; Ezekiel 16:39
  23. 25 Ezekiel 16:31; Jeremiah 3:2; Ezekiel 23:32; Jeremiah 6:15; Isaiah 3:9
  24. 26 Ezekiel 23:19–21; Ezekiel 20:7–8; Ezekiel 8:10; Jeremiah 7:18–19; Ezekiel 23:8
  25. 27 Isaiah 9:12; Ezekiel 16:57; Ezekiel 16:37; Ezekiel 16:47; Hosea 2:9–12
  26. 28 2 Kings 16:7; Jeremiah 2:18; Jeremiah 2:36; 2 Kings 16:10–18; Hosea 10:6
  27. 29 Ezekiel 13:14–23; 2 Kings 21:9; Ezekiel 23:14–21; Judges 2:12–19
  28. 30 Jeremiah 3:3; Isaiah 1:3; Proverbs 9:13; Jeremiah 4:22; Isaiah 3:9
  29. 31 Ezekiel 16:33–34; Isaiah 52:3; Hosea 12:11; Ezekiel 16:24–25; Ezekiel 16:39
  30. 32 Jeremiah 2:28; Hosea 3:1; Jeremiah 3:20; 2 Corinthians 11:2–3; Jeremiah 2:25
  31. 33 Isaiah 57:9; Hosea 8:9–10; Ezekiel 16:41; Joel 3:3; Genesis 38:16–18
  32. 35 Isaiah 28:14; Jeremiah 3:6–8; Ezekiel 13:2; Hosea 2:5; Isaiah 1:21
  33. 36 Ezekiel 23:10; Ezekiel 36:25; Ezekiel 22:15; Jeremiah 13:22–26; Ezekiel 23:29
  34. 37 Jeremiah 13:22; Hosea 2:3; Hosea 2:10; Nahum 3:5–6; Jeremiah 13:26
  35. 38 Genesis 9:6; Leviticus 20:10; Jeremiah 18:21; Zephaniah 1:17; Numbers 35:31
  36. 39 Ezekiel 23:26; Hosea 2:3; Ezekiel 16:24–25; Ezekiel 16:10–20; Isaiah 3:16–24
  37. 40 Ezekiel 23:47; Habakkuk 1:6–10; John 8:5–7; Ezekiel 23:10; Jeremiah 25:9
  38. 41 Ezekiel 23:48; Ezekiel 23:27; Jeremiah 39:8; 2 Kings 25:9; Jeremiah 52:13
  39. 42 Ezekiel 5:13; Isaiah 40:1–2; Ezekiel 21:17; Ezekiel 39:29; Isaiah 54:9–10
  40. 43 Ezekiel 16:22; Psalm 78:42; Ezekiel 11:21; Ezekiel 22:31; Psalm 106:13
  41. 44 Ezekiel 18:2–3; Psalm 106:35–38; 1 Samuel 24:13; Ezekiel 16:3; Ezra 9:1
  42. 45 Zechariah 11:8; Isaiah 1:4; Ezekiel 23:2; Ezekiel 16:8; Ezekiel 16:15
  43. 46 Ezekiel 23:4; Ezekiel 16:61; Ezekiel 16:53–56; Genesis 13:10–13; Ezekiel 16:51
  44. 47 2 Kings 21:9; Ezekiel 5:6–7; Ezekiel 16:51; Ezekiel 16:48; 1 Kings 16:31
  45. 48 Matthew 10:15; Mark 6:11; Luke 10:12; Acts 7:52; Matthew 11:23–24
  46. 49 Psalm 138:6; Genesis 13:10; Ezekiel 28:2; Luke 12:16–20; Ezekiel 18:12
  47. 50 Genesis 19:5; Genesis 13:13; Genesis 19:24; Genesis 18:20; Zephaniah 2:9
  48. 51 Jeremiah 3:8–11; Romans 3:9–20; Luke 12:47–48; Matthew 12:41–42
  49. 52 Matthew 7:1–5; Romans 1:32–2:1; 1 Samuel 24:17; Ezekiel 16:54; Jeremiah 23:40
  50. 53 Ezekiel 39:25; Ezekiel 29:14; Isaiah 19:24–25; Jeremiah 12:16; Jeremiah 48:47
  51. 54 Ezekiel 14:22–23; Jeremiah 2:26; Ezekiel 16:63; Ezekiel 36:31–32; Ezekiel 16:52
  52. 55 Ezekiel 36:11; Malachi 3:4; Ezekiel 16:53
  53. 56 Isaiah 65:5; Zephaniah 3:11; Luke 15:28–30; Luke 18:11
  54. 57 2 Kings 16:5–7; Isaiah 7:1; Ezekiel 16:36–37; 2 Chronicles 28:18–23; 2 Chronicles 28:5–6
  55. 58 Ezekiel 23:49; Lamentations 5:7; Genesis 4:13
  56. 59 Ezekiel 17:19; Isaiah 24:5; Deuteronomy 29:10–15; Jeremiah 31:32; Ezekiel 17:13–16
  57. 60 Hosea 2:19–20; Hebrews 8:10; Hebrews 12:24; Jeremiah 50:5; Ezekiel 16:8
  58. 61 Hebrews 8:13; Galatians 4:26–31; Ephesians 3:6; Romans 11:11; Romans 15:16
  59. 62 Jeremiah 24:7; Ezekiel 6:7; Ezekiel 39:22; Ezekiel 20:43–44; Joel 3:17
  60. 63 Psalm 39:9; Romans 3:19; Ezekiel 36:31–32; Titus 3:3–7; Daniel 9:7–8

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 16:3 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter VIII — 37-47)

    The prophet says to those very Jews, "Thy father was an Amorite, and thy mother a Hittite." The Amorites were not a nation that gave origin to the Jews.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)

  2. Quotes verse 16:49 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily VI)

    For touching them of Sodom likewise it is said, that "in pride, and in plenty, and in fullness of bread, they waxed wanton." And they who were in Noah's time, seeing the ark a preparing for so many years, lived on in senseless mirth, forseeing nought of what was coming.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 16:49 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XIII)

    … a charge of whoredom, nevertheless from this grew the root of each of those punishments; which Ezekiel also signified when he said, "But this was the iniquity of Sodom, that she waxed wanton in pride and in fullness of bread, and in abundance of luxury." Thus the Jews also per petrated the greatest wickedness, being driven upon transgression by their …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 16:51 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXXVII)

    With this law of condemnation, Ezekiel too was acquainted: wherefore also he said to Jerusalem, "Thou hast justified thy sisters in all thy sins." Thus everywhere is He wont to linger in the Old Testament, as in a favored place.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)