Skip to the text

Numbers · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Numbers 32 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Οι δε υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γαδ είχον πλήθος κτηνών πολύ σφόδρα· και ότε είδον την γην Ιαζήρ και την γην Γαλαάδ, ότι, ιδού, ο τόπος ήτο τόπος διά κτήνη, 2 οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν ελθόντες είπον προς τον Μωϋσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς τους άρχοντας της συναγωγής, λέγοντες, 3 Η Αταρώθ και Δαιβών και Ιαζήρ και Νιμρά και Εσεβών και Ελεαλή και Σεβάμ και Νεβώ και Βαιών, 4 η γη την οποίαν επάταξεν ο Κύριος έμπροσθεν της συναγωγής του Ισραήλ, είναι γη κτηνοτρόφος και οι δούλοί σου έχουσι κτήνη· 5 διά τούτο, είπον, εάν ευρήκαμεν χάριν έμπροσθέν σου, ας δοθή η γη αύτη εις τους δούλους σου διά ιδιοκτησίαν· μη διαβιβάσης ημάς τον Ιορδάνην. 6 Και είπεν ο Μωϋσής προς τους υιούς Γαδ και προς τους υιούς Ρουβήν, Οι αδελφοί σας θέλουσιν υπάγει εις πόλεμον και σεις θέλετε μείνει εδώ; 7 και διά τι δειλιάζετε την καρδίαν των υιών Ισραήλ, διά να μη περάσωσιν εις την γην, την οποίαν ο Κύριος έδωκεν εις αυτούς; 8 ούτως έκαμον οι πατέρες σας, ότε απέστειλα αυτούς από Κάδης-βαρνή διά να ίδωσι την γήν· 9 και ανέβησαν μέχρι της φάραγγος Εσχώλ, και ιδόντες την γην εδειλίασαν την καρδίαν των υιών Ισραήλ, διά να μη εισέλθωσιν εις την γην την οποίαν ο Κύριος έδωκεν εις αυτούς· 10 και εξήφθη η οργή του Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη, και ώμοσε λέγων, 11 Δεν θέλουσιν ιδεί οι άνδρες οι αναβάντες εξ Αιγύπτου, από είκοσι ετών και επάνω, την γην την οποίαν ώμοσα προς τον Αβραάμ, προς τον Ισαάκ και προς τον Ιακώβ· διότι δεν με ηκολούθησαν εντελώς· 12 εκτός Χάλεβ υιού Ιεφοννή του Κενεζίτου και Ιησού υιού του Ναυή· διότι ηκολούθησαν εντελώς τον Κύριον. 13 Και εξήφθη η οργή του Κυρίου κατά του Ισραήλ, και έκαμεν αυτούς να περιπλανώνται εις την έρημον τεσσαράκοντα έτη, εωσού εξωλοθρεύθη πάσα η γενεά, ήτις είχε πράξει το κακόν ενώπιον του Κυρίου. 14 Και ιδού, σεις εσηκώθητε αντί των πατέρων σας, γενεά ανθρώπων αμαρτωλών, διά να εξάψητε περισσότερον την φλόγα της οργής του Κυρίου κατά του Ισραήλ. 15 Επειδή, εάν εκκλίνητε απ' αυτού, έτι πάλιν θέλει αφήσει τον Ισραήλ εν τη ερήμω και θέλετε εξολοθρεύσει πάντα τον λαόν τούτον. 16 Και προσήλθον εις αυτόν και είπον, Θέλομεν οικοδομήσει ενταύθα μάνδρας διά τα κτήνη ημών και πόλεις διά τα παιδία ημών· 17 ημείς δε ώπλισμένοι θέλομεν προχωρεί πρόθυμοι έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, εωσού φέρωμεν αυτούς εις τον τόπον αυτών· τα δε παιδία ημών θέλουσι κατοικεί εις τετειχισμένας πόλεις, διά τους κατοίκους του τόπου· 18 δεν θέλομεν επιστρέψει εις τας οικίας ημών, εωσού οι υιοί Ισραήλ κληρονομήσωσιν έκαστος την κληρονομίαν αυτού· 19 διότι ημείς δεν θέλομεν να κληρονομήσωμεν μετ' αυτών πέραν του Ιορδάνου και επέκεινα· διότι η κληρονομία ημών έπεσεν εις ημάς εντεύθεν του Ιορδάνου προς ανατολάς. 20 Και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Εάν κάμητε κατά τον λόγον τούτον, εάν προχωρήτε ώπλισμένοι έμπροσθεν του Κυρίου εις πόλεμον, 21 και διαβήτε πάντες, ώπλισμένοι τον Ιορδάνην έμπροσθεν του Κυρίου, εωσού εκδιώξη τους εχθρούς αυτού απ' έμπροσθεν αυτού, 22 και υποταχθή η γη έμπροσθεν του Κυρίου· τότε μετά ταύτα θέλετε επιστρέψει και θέλετε είσθαι αθώοι ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον του Ισραήλ, και θέλετε έχει την γην ταύτην ιδιοκτησίαν σας ενώπιον του Κυρίου· 23 εάν όμως δεν κάμητε ούτως, ιδού, θέλετε αμαρτήσει ενώπιον του Κυρίου· και ας ήσθε βέβαιοι ότι θέλει σας ευρή η αμαρτία σας· 24 οικοδομήσατε πόλεις διά τα παιδία σας και μάνδρας διά τα πρόβατά σας και κάμετε εκείνο, το οποίον εξήλθεν εκ του στόματός σας. 25 Και είπον οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν προς τον Μωϋσήν, λέγοντες, Οι δούλοί σου θέλουσι κάμει καθώς ο κύριός μου προστάζει· 26 τα παιδία ημών, αι γυναίκες ημών, τα ποίμνια ημών και πάντα τα κτήνη ημών θέλουσι μένει ενταύθα εις τας πόλεις του Γαλαάδ· 27 οι δούλοί σου όμως θέλουσι διαβή πάντες ώπλισμένοι, παρατεταγμένοι ενώπιον του Κυρίου εις μάχην, καθώς λέγει ο κύριός μου. 28 Τότε ο Μωϋσής έδωκε προσταγήν περί αυτών εις Ελεάζαρ τον ιερέα και εις τον Ιησούν υιόν του Ναυή και εις τους αρχηγούς των πατριών των φυλών των υιών Ισραήλ· 29 και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Εάν οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν διαβώσι με σας τον Ιορδάνην, πάντες ώπλισμένοι εις μάχην, έμπροσθεν του Κυρίου, και κατακυριευθή η γη έμπροσθέν σας, τότε θέλετε δώσει εις αυτούς την γην Γαλαάδ εις ιδιοκτησίαν· 30 εάν όμως δεν θέλωσι να διαβώσιν ώπλισμένοι με σας, τότε θέλουσι λάβει κληρονομίαν μεταξύ σας εν τη γη Χαναάν. 31 Και απεκρίθησαν οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν λέγοντες, Ως είπεν ο Κύριος εις τους δούλους σου, ούτω θέλομεν κάμει· 32 ημείς θέλομεν διαβή ώπλισμένοι έμπροσθεν του Κυρίου εις την γην Χαναάν, διά να έχωμεν την ιδιοκτησίαν της κληρονομίας ημών εντεύθεν του Ιορδάνου. 33 Και έδωκεν εις αυτούς ο Μωϋσής, εις τους υιούς Γαδ και εις τους υιούς Ρουβήν και εις το ήμισυ της φυλής Μανασσή υιού του Ιωσήφ, το βασίλειον του Σηών βασιλέως των Αμορραίων και το βασίλειον του Ωγ βασιλέως της Βασάν, την γην μετά των πόλεων αυτής εν τοις ορίοις, τας πόλεις της γης κύκλω. 34 Και οι υιοί Γαδ ωκοδόμησαν την Δαιβών και την Αταρώθ και την Αροήρ 35 και την Ατρώθ-σοφάν και την Ιαζήρ και την Ιογβεά 36 και την Βαιθ-νιμρά και την Βαιθ-αράν, πόλεις οχυράς, και μάνδρας προβάτων. 37 Και οι υιοί Ρουβήν ωκοδόμησαν την Εσεβών και την Ελεαλή και την Κιριαθαΐμ 38 και την Νεβώ και την Βάαλ-μεών, μεταβάλλοντες τα ονόματα αυτών, και την Σιβμά· και έδωκαν άλλα ονόματα εις τας πόλεις, τας οποίας ωκοδόμησαν. 39 Και οι υιοί Μαχείρ υιού του Μανασσή υπήγαν εις την Γαλαάδ και εκυρίευσαν αυτήν, εκδιώξαντες τον Αμορραίον τον εν αυτή. 40 Και έδωκεν ο Μωϋσής την Γαλαάδ εις Μαχείρ τον υιόν του Μανασσή· και κατώκησεν εν αυτή. 41 Και Ιαείρ ο υιός του Μανασσή υπήγε και εκυρίευσε τας μικράς πόλεις αυτής· και ωνόμασεν αυτάς Αβώθ-ιαείρ. 42 Και ο Νοβά υπήγε και εκυρίευσε την Καινάθ και τα χωρία αυτής· και ωνόμασεν αυτήν Νοβά, από του ονόματος αυτού.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Jair

    Son of Segub, holder of Gilead cities

    Son of Segub and grandson of Hezron by Machir's daughter, counted among Manasseh's descendants; he captured the villages of Gilead that were called Havvoth-jair after him.

    Cited in the guide: Numbers 32:41; Deuteronomy 3:14; Joshua 13:30

  • Jephunneh

    Father of Caleb

    The father of Caleb, the faithful spy of the tribe of Judah, called a Kenizzite in Numbers 32:12.

    Cited in the guide: Numbers 13:6; Numbers 14:6; Numbers 32:12

  • Machir

    Son of Manasseh; father of Gilead

    Manasseh's son, whose own sons were brought up on Joseph's knees, called the father of Gilead; his descendants captured Gilead and Moses gave it to his clan.

    Cited in the guide: Genesis 50:23; Numbers 26:29; Numbers 32:39–40

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

  • Nobah

    Captured Kenath and renamed it

    A man who captured Kenath and its villages during the conquest of Gilead and called it Nobah after his own name.

    Cited in the guide: Numbers 32:42

Cross references (37)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Numbers 21:32; Genesis 13:2; Genesis 13:10–11; Numbers 32:3; Numbers 32:35
  2. 3 Isaiah 16:8–9; Numbers 32:34–38; Joshua 13:17; Jeremiah 48:34; Jeremiah 48:22–23
  3. 4 Numbers 21:34; Numbers 21:24; Deuteronomy 2:24–35
  4. 5 Joshua 7:7; 1 Samuel 20:3; Deuteronomy 1:37; Deuteronomy 3:25–26; Jeremiah 31:2
  5. 6 1 Corinthians 13:5; Philippians 2:4; 2 Samuel 11:11
  6. 7 Numbers 13:27–14:4; Deuteronomy 1:28; Numbers 32:9; Numbers 21:4; Acts 21:13
  7. 8 Numbers 13:2–26; Numbers 14:2; Joshua 14:6–7; Deuteronomy 1:19–25
  8. 9 Deuteronomy 1:24–28; Numbers 13:23–14:10
  9. 10 Numbers 14:11; Numbers 14:23; Numbers 14:29; Ezekiel 20:15; Psalm 95:11
  10. 11 Numbers 14:28–30; Numbers 14:24; Numbers 26:2; Joshua 14:8–9; Deuteronomy 1:35
  11. 12 Deuteronomy 1:36; Numbers 14:30; Numbers 14:24; Joshua 14:8–9; Numbers 26:65
  12. 13 1 Corinthians 10:5; Hebrews 3:16–19; Numbers 14:33–35; Deuteronomy 2:14–15; Numbers 26:64–65
  13. 14 Matthew 23:31–33; Luke 11:48; Acts 7:51–52; Ezra 10:10; Deuteronomy 1:34–35
  14. 15 2 Chronicles 15:2; 1 Corinthians 8:11–12; Romans 14:15; Deuteronomy 28:15–68; Romans 14:20–21
  15. 16 Genesis 33:17; Numbers 34:22
  16. 17 Joshua 4:12–13; Deuteronomy 3:18–20; Numbers 32:29–32
  17. 18 Joshua 22:1–5
  18. 19 Joshua 13:8; 1 Chronicles 5:25–26; Genesis 13:10–12; Proverbs 20:21; Numbers 32:32–33
  19. 20 Joshua 4:12–13; Deuteronomy 3:18–20; Joshua 1:13–15; Joshua 22:2–4
  20. 22 Joshua 22:4; Joshua 22:9; Deuteronomy 3:20; Joshua 1:15; Joshua 13:8
  21. 23 Isaiah 59:12; Proverbs 13:21; Genesis 44:16; Psalm 90:8; Genesis 4:7
  22. 24 Numbers 32:16; Numbers 30:2; Numbers 32:34–42
  23. 25 Joshua 1:13–14
  24. 26 Joshua 1:14
  25. 27 Joshua 4:12; Numbers 36:2; 2 Timothy 4:7–8; Numbers 11:28; Ephesians 6:10–18
  26. 28 Joshua 1:13
  27. 30 Joshua 22:19
  28. 33 Joshua 12:6; Deuteronomy 29:8; Deuteronomy 3:12–17; Joshua 22:4; Psalm 135:10–11
  29. 34 Deuteronomy 2:36; Numbers 32:3; Isaiah 17:2; Numbers 33:45–46; Numbers 21:20
  30. 35 Numbers 32:3; Numbers 32:1
  31. 36 Numbers 32:3
  32. 37 Numbers 21:27; Numbers 32:3; Isaiah 15:4
  33. 38 Isaiah 46:1; Numbers 32:3; Joshua 23:7; Exodus 23:13; Numbers 22:41
  34. 39 Genesis 50:23; Numbers 26:29; Joshua 17:1
  35. 40 Joshua 17:1; Deuteronomy 3:13–15; Joshua 13:29–31
  36. 41 Deuteronomy 3:14; Judges 10:4; Joshua 13:30; 1 Kings 4:13; 1 Chronicles 2:21–23
  37. 42 Psalm 49:11; 2 Samuel 18:18

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 32:13 Augustine of Hippo, Sermons on Selected Lessons of the New Testament (Sermon I)

    Forty years also did the people wander in the wilderness. Forty days the waters of the flood lasted.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 6 (1888)