Skip to the text

Exodus · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Exodus 4 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Απεκρίθη δε ο Μωϋσής και είπε, Αλλ' ιδού, δεν θέλουσι πιστεύσει εις εμέ ουδέ θέλουσιν εισακούσει εις την φωνήν μου· διότι θέλουσιν ειπεί, δεν εφάνη εις σε ο Κύριος. 2 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Τι είναι τούτο, το εν τη χειρί σου; Ο δε είπε, Ράβδος. 3 Και είπε, Ρίψον αυτήν κατά γης. Και έρριψεν αυτήν κατά γης και έγεινεν όφις· και έφυγεν ο Μωϋσής απ' έμπροσθεν αυτού. 4 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Έκτεινον την χείρα σου και πίασον αυτόν από της ουράς· και εκτείνας την χείρα αυτού επίασεν αυτόν και έγεινε ράβδος εν τη χειρί αυτού· 5 διά να πιστεύσωσιν ότι εφάνη εις σε Κύριος ο Θεός των πατέρων αυτών, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. 6 Και είπεν έτι προς αυτόν ο Κύριος, Βάλε τώρα την χείρα σου εις τον κόλπον σου. Και έβαλε την χείρα αυτού εις τον κόλπον αυτού· και ότε εξήγαγεν αυτήν, ιδού, η χειρ αυτού λεπρά ως χιών. 7 Και είπε, Βάλε πάλιν την χείρα σου εις τον κόλπον σου. Και έβαλε την χείρα αυτού εις τον κόλπον αυτού· και ότε εξήγαγεν αυτήν εκ του κόλπου αυτού, ιδού, αποκατεστάθη καθώς η σαρξ αυτού. 8 Εάν δε, είπεν ο Κύριος, δεν πιστεύσωσιν εις σε μηδέ εισακούσωσιν εις την φωνήν του σημείου του πρώτου, θέλουσι πιστεύσει εις την φωνήν του σημείου του δευτέρου· 9 εάν δε δεν πιστεύσωσι και εις τα δύο ταύτα σημεία μηδέ εισακούσωσιν εις την φωνήν σου, θέλεις λάβει εκ του ύδατος του ποταμού και θέλεις χύσει αυτό επί της ξηράς· και το ύδωρ, το οποίον ήθελες λάβει εκ του ποταμού, θέλει γείνει αίμα επί της ξηράς. 10 Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον, Δέομαι, Κύριε· εγώ δεν είμαι εύλαλος ούτε από χθές ούτε από προχθές ούτε αφ' ης ώρας ελάλησας προς τον δούλον σου· αλλ' είμαι βραδύστομος και βραδύγλωσσος. 11 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Τις έδωκε στόμα εις τον άνθρωπον; ή τις έκαμε τον εύλαλον, ή τον κωφόν ή τον βλέποντα ή τον τυφλόν; ουχί εγώ ο Κύριος; 12 ύπαγε λοιπόν τώρα και εγώ θέλω είσθαι μετά του στόματός σου και θέλω σε διδάξει ό,τι μέλλεις να λαλήσης. 13 Ο δε είπε, Δέομαι, Κύριε, απόστειλον όντινα έχεις να αποστείλης. 14 Και εξήφθη ο θυμός του Κυρίου κατά του Μωϋσέως· και είπε, Δεν είναι Ααρών ο αδελφός σου ο Λευΐτης; εξεύρω ότι αυτός δύναται να λαλή καλώς· και μάλιστα, ιδού, εξέρχεται εις συνάντησίν σου και όταν σε ίδη, θέλει χαρή εν τη καρδία αυτού· 15 συ λοιπόν θέλεις λαλεί προς αυτόν και θέλεις βάλλει τους λόγους εις το στόμα αυτού· εγώ δε θέλω είσθαι μετά του στόματός σου και μετά του στόματος εκείνου και θέλω σας διδάξει ό,τι πρέπει να πράξητε· 16 και αυτός θέλει λαλεί αντί σου προς τον λαόν· και αυτός θέλει είσθαι εις σε αντί στόματος, συ δε θέλεις είσθαι εις αυτόν αντί Θεού· 17 λάβε δε εις την χείρα σου την ράβδον ταύτην, με την οποίαν θέλεις κάμνει τα σημεία. 18 Και ανεχώρησεν ο Μωϋσής και επέστρεψε προς τον Ιοθόρ τον πενθερόν αυτού και είπε προς αυτόν, Ας υπάγω, παρακαλώ, και ας επιστρέψω προς τους αδελφούς μου, τους εν Αιγύπτω, και ας ίδω αν ζώσιν έτι. Και είπεν ο Ιοθόρ προς τον Μωϋσήν, Ύπαγε εν ειρήνη. 19 Ο δε Κύριος είπε προς τον Μωϋσήν εν Μαδιάμ, Ύπαγε, επίστρεψον εις Αίγυπτον· διότι απέθανον πάντες οι άνθρωποι οι ζητούντες την ψυχήν σου. 20 Τότε παραλαβών ο Μωϋσής την γυναίκα αυτού και τα τέκνα αυτού και καθίσας αυτά επί όνους επέστρεψεν εις την γην της Αιγύπτου· έλαβε δε ο Μωϋσής την ράβδον του Θεού εν τη χειρί αυτού. 21 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Όταν υπάγης και επιστρέψης εις Αίγυπτον, ιδέ να κάμης έμπροσθεν του Φαραώ πάντα τα θαυμάσια, τα οποία έδωκα εις την χείρα σου· πλην εγώ θέλω σκληρύνει την καρδίαν αυτού, και δεν θέλει εξαποστείλει τον λαόν· 22 και θέλεις ειπεί προς τον Φαραώ, Ούτω λέγει Κύριος· Υιός μου είναι, πρωτότοκός μου, ο Ισραήλ· 23 και προς σε λέγω, Εξαπόστειλον τον υιόν μου, διά να με λατρεύση· και εάν δεν θέλης να εξαποστείλης αυτόν, ιδού, εγώ θέλω θανατώσει τον υιόν σου, τον πρωτότοκόν σου. 24 Ενώ δε ο Μωϋσής ήτο εν τη οδώ, εν τω καταλύματι, συνήντησεν αυτόν ο Κύριος και εζήτει να θανατώση αυτόν. 25 Και λαβούσα η Σεπφώρα λιθάριον κοπτερόν, περιέτεμε την ακροβυστίαν του υιού αυτής, και έρριψεν εις τους πόδας αυτού, λέγουσα, Βεβαίως νυμφίος αιμάτων είσαι εις εμέ. 26 Και απήλθεν απ' αυτού· η δε είπε, Νυμφίος αιμάτων είσαι ένεκα της περιτομής. 27 Είπε δε Κύριος προς τον Ααρών, Ύπαγε προς συνάντησιν του Μωϋσέως εις την έρημον. Και υπήγε και συνήντησεν αυτόν εν τω όρει του Θεού και ησπάσθη αυτόν. 28 Και απήγγειλεν ο Μωϋσής προς τον Ααρών πάντας τους λόγους του Κυρίου, τους οποίους παρήγγειλεν εις αυτόν, και πάντα τα σημεία, τα οποία προσέταξεν εις αυτόν. 29 Υπήγαν λοιπόν ο Μωϋσής και ο Ααρών και συνήγαγον πάντας τους πρεσβυτέρους των υιών Ισραήλ· 30 και ελάλησεν ο Ααρών πάντας τους λόγους, τους οποίους ο Κύριος ελάλησε προς τον Μωϋσήν, και έκαμε τα σημεία ενώπιον του λαού. 31 Και επίστευσεν ο λαός· και ότε ήκουσεν ότι ο Κύριος επεσκέφθη τους υιούς Ισραήλ και ότι επέβλεψεν επί την ταλαιπωρίαν αυτών, κύψαντες προσεκύνησαν.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Aaron

    First high priest

    Moses' brother and spokesman, Israel's first high priest.

    Cited in the guide: Exodus 4–40; Leviticus 8–10

  • Moses

    Deliverer and lawgiver

    Drawn from the Nile, he led Israel out of Egypt and received God's Law.

    Cited in the guide: Exodus 2–Deuteronomy 34

  • Zipporah

    Wife of Moses

    The Midianite daughter of Jethro who became Moses' wife in the wilderness.

    Cited in the guide: Exodus 2:16-22; Exodus 4:24-26; Exodus 18

Cross references (30)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Exodus 3:18; Exodus 4:31; Jeremiah 1:6; Exodus 2:14; Acts 7:25
  2. 2 Exodus 4:20; Exodus 4:17; Psalm 110:2; Isaiah 11:4; Genesis 30:37
  3. 3 Exodus 7:10–15; Amos 5:19; Exodus 4:17
  4. 4 Mark 16:18; Acts 28:3–6; Luke 10:19; Psalm 91:13; John 2:5
  5. 5 Exodus 19:9; Genesis 26:2; Exodus 3:15; Genesis 12:7; Genesis 48:3
  6. 6 2 Kings 5:27; Numbers 12:10
  7. 7 2 Kings 5:14; Deuteronomy 32:39; Matthew 8:3; Numbers 12:13–15
  8. 8 Isaiah 28:10; Deuteronomy 32:39; Exodus 4:30–31; 2 Kings 5:7; Job 5:18
  9. 9 Exodus 1:22; Exodus 7:19–25; Matthew 7:2
  10. 10 Jeremiah 1:6; Exodus 6:12; Acts 7:22; Exodus 4:1; 2 Corinthians 11:6
  11. 11 Psalm 146:8; Isaiah 6:7; Amos 3:6; Psalm 94:9; Ezekiel 3:26–27
  12. 12 Jeremiah 1:9; Luke 12:11–12; Matthew 10:19–20; Luke 21:14–15; Mark 13:11
  13. 13 Jonah 1:3; Exodus 4:1; Ezekiel 3:14–15; Jonah 1:6; John 6:29
  14. 14 Mark 14:13–15; 1 Chronicles 21:7; Exodus 4:27; 2 Corinthians 7:6–7; Philippians 2:21
  15. 15 Isaiah 51:16; Deuteronomy 18:18; Numbers 23:16; Numbers 23:12; Luke 21:15
  16. 16 Exodus 7:1–2; Psalm 82:6; John 10:34–35; Exodus 18:19
  17. 17 Exodus 4:2; 1 Corinthians 1:27; Exodus 7:9–20
  18. 18 Exodus 3:1; Luke 7:50; 1 Timothy 6:1; Acts 16:36; Genesis 45:3
  19. 19 Matthew 2:20; Exodus 2:23; Exodus 2:15
  20. 20 Exodus 17:9; Numbers 20:8–9; Exodus 4:2; Exodus 18:3–4; Numbers 20:11
  21. 21 Romans 9:18; Joshua 11:20; Isaiah 63:17; Exodus 14:8; Exodus 7:13
  22. 22 Hosea 11:1; Romans 9:4; Jeremiah 31:9; Hebrews 12:23; Deuteronomy 14:1
  23. 23 Exodus 12:29; Exodus 11:5; Psalm 135:8; Psalm 105:36; Exodus 5:1
  24. 24 Genesis 17:14; Numbers 22:22–23; 1 Chronicles 21:16; Leviticus 10:3; Exodus 3:18
  25. 25 Joshua 5:2–3; Genesis 17:14; 2 Samuel 16:7
  26. 27 Exodus 3:1; Acts 10:5–6; Ecclesiastes 4:9; Exodus 20:18; Acts 10:20
  27. 28 Exodus 4:15–16; Exodus 4:8–9; Matthew 21:29; Jonah 3:2
  28. 29 Exodus 3:16; Exodus 24:11; Exodus 24:1
  29. 30 Exodus 4:16
  30. 31 Exodus 3:18; Exodus 12:27; Exodus 2:25; Psalm 106:12–13; Exodus 3:16

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 4:3 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LXXIII)

    And nevertheless Moses feared and fled. What is it that Moses fled from that serpent?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)

  2. Quotes verse 4:3 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XXVIII)

    Thus Moses also first is in fear of the serpent, and not merely in fear, but even with much distress: and then he sees that strange thing come to pass. So these too, having first looked to perish, were then saved, that having confessed the danger, they might learn the greatness of the miracle.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  3. Quotes verse 4:21 Augustine of Hippo, Expositions on the Psalms (Psalm LXXVIII)

    … have a thing which without doubt we can ascribe to them; the dyings of the beasts, the dyings of the first-born, and this especially whence all these things proceeded, namely, the hardening of heart, so that they would not let go the people of God. For when God is said to make this most iniquitous and malignant obstinacy, He maketh …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 8 (1888)

  4. Quotes verse 4:10 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily LVI)

    … in behalf of heartless and disobedient men; and by the very persons who were saved by them, they were brought into extreme danger; and each of them wishing to withdraw men from idolatry; and each being unlearned; for the one was of a "slow tongue," and dull of speech, and the other for his part also somewhat of the rudest …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)