Saltar al texto

Juan · Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Juan 11 Biblia en griego moderno: Vamvas (1850)

Read in English
Sobre Vamvas
  • Traductor individual
  • AT: Texto masorético (hebreo)
  • NT: Textus Receptus (no verificado)
  • Protestante (66 libros)
  • Formal (palabra por palabra)
  • 1850
  • Dominio público

Audio: Reina-Valera Antigua (RVA), leído por Joyfull · Sobre las grabaciones

Notas sobre este texto (2)

1 Ήτο δε τις ασθενής Λάζαρος από Βηθανίας, εκ της κώμης της Μαρίας και Μάρθας της αδελφής αυτής. 2 Η δε Μαρία ήτο η αλείψασα τον Κύριον με μύρον και σπογγίσασα τους πόδας αυτού με τας τρίχας αυτής, της οποίας ο αδελφός Λάζαρος ησθένει. 3 Απέστειλαν λοιπόν αι αδελφαί προς αυτόν, λέγουσαι· Κύριε, ιδού, εκείνος τον οποίον αγαπάς, ασθενεί. 4 Και ακούσας ο Ιησούς είπεν· Αύτη η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον, αλλ' υπέρ της δόξης του Θεού, διά να δοξασθή ο Υιός του Θεού δι' αυτής. 5 Ηγάπα δε ο Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον. 6 Καθώς λοιπόν ήκουσεν ότι ασθενεί, τότε μεν έμεινε δύο ημέρας εν τω τόπω όπου ήτο· 7 έπειτα μετά τούτο λέγει προς τους μαθητάς· Ας υπάγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν. 8 Λέγουσι προς αυτόν οι μαθηταί· Ραββί, τώρα εζήτουν να σε λιθοβολήσωσιν οι Ιουδαίοι, και πάλιν υπάγεις εκεί; 9 Απεκρίθη ο Ιησούς· Δεν είναι δώδεκα αι ώραι της ημέρας; εάν τις περιπατή εν τη ημέρα, δεν προσκόπτει, διότι βλέπει το φως του κόσμου τούτου· 10 εάν τις όμως περιπατή εν τη νυκτί, προσκόπτει, διότι το φως δεν είναι εν αυτώ. 11 Ταύτα είπε, και μετά τούτο λέγει προς αυτούς· Λάζαρος ο φίλος ημών εκοιμήθη· αλλά υπάγω διά να εξυπνήσω αυτόν. 12 Είπον λοιπόν οι μαθηταί αυτού· Κύριε, αν εκοιμήθη, θέλει σωθή. 13 Αλλ' ο Ιησούς είχεν ειπεί περί του θανάτου αυτού· εκείνοι όμως ενόμισαν ότι λέγει περί της κοιμήσεως του ύπνου. 14 Τότε λοιπόν είπε προς αυτούς ο Ιησούς παρρησία· Ο Λάζαρος απέθανε. 15 Και χαίρω διά σας, διά να πιστεύσητε, διότι δεν ήμην εκεί· αλλ' ας υπάγωμεν προς αυτόν. 16 Είπε δε ο Θωμάς, ο λεγόμενος Δίδυμος προς τους συμμαθητάς· Ας υπάγωμεν και ημείς, διά να αποθάνωμεν μετ' αυτού. 17 Ελθών λοιπόν ο Ιησούς εύρεν αυτόν τέσσαρας ημέρας έχοντα ήδη εν τω μνημείω. 18 Ήτο δε η Βηθανία πλησίον των Ιεροσολύμων, απέχουσα ως δεκαπέντε στάδια. 19 Και πολλοί εκ των Ιουδαίων είχον ελθεί προς την Μάρθαν και Μαρίαν, διά να παρηγορήσωσιν αυτάς περί του αδελφού αυτών. 20 Η Μάρθα λοιπόν, καθώς ήκουσεν ότι ο Ιησούς έρχεται, υπήντησεν αυτόν· η δε Μαρία εκάθητο εν τω οίκω. 21 Είπε λοιπόν η Μάρθα προς τον Ιησούν· Κύριε, εάν ήσο εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελεν αποθάνει. 22 Πλην και τώρα εξεύρω ότι όσα ζητήσης παρά του Θεού, θέλει σοι δώσει ο Θεός. 23 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Ο αδελφός σου θέλει αναστηθή. 24 Λέγει προς αυτόν η Μάρθα· Εξεύρω ότι θέλει αναστηθή εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα. 25 Είπε προς αυτήν ο Ιησούς· Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, και αν αποθάνη, θέλει ζήσει· 26 και πας όστις ζη και πιστεύει εις εμέ δεν θέλει αποθάνει εις τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο; 27 Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, εγώ επίστευσα ότι συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον. 28 Και αφού είπε ταύτα, υπήγε και εφώναξε Μαρίαν την αδελφήν αυτής κρυφίως και είπεν· Ο Διδάσκαλος ήλθε και σε κράζει. 29 Εκείνη, καθώς ήκουσε, σηκόνεται ταχέως και έρχεται προς αυτόν. 30 Δεν είχε δε ελθεί ο Ιησούς έτι εις την κώμην, αλλ' ήτο εν τω τόπω, όπου υπήντησεν αυτόν η Μάρθα. 31 Οι Ιουδαίοι λοιπόν, οι όντες μετ' αυτής εν τη οικία και παρηγορούντες αυτήν, ιδόντες την Μαρίαν ότι εσηκώθη ταχέως και εξήλθεν, ηκολούθησαν αυτήν, λέγοντες ότι υπάγει εις το μνημείον, διά να κλαύση εκεί. 32 Η Μαρία λοιπόν καθώς ήλθεν όπου ήτο ο Ιησούς, ιδούσα αυτόν έπεσεν εις τους πόδας αυτού, λέγουσα προς αυτόν· Κύριε, εάν ήσο εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελεν αποθάνει. 33 Ο δε Ιησούς, καθώς είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους ελθόντας μετ' αυτής Ιουδαίους κλαίοντας, εστέναξεν εν τη ψυχή αυτού και εταράχθη, 34 και είπε· Που εβάλετε αυτόν; Λέγουσι προς αυτόν· Κύριε, ελθέ και ίδε. 35 Εδάκρυσεν ο Ιησούς. 36 Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι· Ιδέ πόσον ηγάπα αυτόν. 37 Τινές δε εξ αυτών είπον· Δεν ηδύνατο ούτος, όστις ήνοιξε τους οφθαλμούς του τυφλού, να κάμη ώστε και ούτος να μη αποθάνη; 38 Ο Ιησούς λοιπόν, πάλιν στενάζων εν εαυτώ, έρχεται εις το μνημείον· ήτο δε σπήλαιον, και έκειτο λίθος επ' αυτού. 39 Λέγει ο Ιησούς· Σηκώσατε τον λίθον. Λέγει προς αυτόν η αδελφή του αποθανόντος η Μάρθα· Κύριε, όζει ήδη· διότι είναι τεσσάρων ημερών. 40 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς· Δεν σοι είπον ότι εάν πιστεύσης, θέλεις ιδεί την δόξαν του Θεού; 41 Εσήκωσαν λοιπόν τον λίθον, όπου έκειτο ο αποθανών. Ο δε Ιησούς, υψώσας τους οφθαλμούς άνω, είπε· Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι μου ήκουσας. 42 Και εγώ εγνώριζον ότι πάντοτε μου ακούεις· αλλά διά τον όχλον τον περιεστώτα είπον τούτο, διά να πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας. 43 Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. 44 Και εξήλθεν ο τεθνηκώς, δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα, και το πρόσωπον αυτού ήτο περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Λύσατε αυτόν και αφήσατε να υπάγη. 45 Πολλοί λοιπόν εκ των Ιουδαίων, οίτινες είχον ελθεί εις την Μαρίαν και είδον όσα έκαμεν ο Ιησούς, επίστευσαν εις αυτόν. 46 Τινές δε εξ αυτών απήλθον προς τους Φαρισαίους και είπον προς αυτούς όσα έκαμεν ο Ιησούς. 47 Συνεκρότησαν λοιπόν συνέδριον οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και έλεγον· Τι κάμνομεν, διότι ούτος ο άνθρωπος πολλά θαύματα κάμνει. 48 Εάν αφήσωμεν αυτόν ούτω, πάντες θέλουσι πιστεύσει εις αυτόν, και θέλουσιν ελθεί οι Ρωμαίοι και αφανίσει και τον τόπον ημών και το έθνος. 49 Εις δε τις εξ αυτών, ο Καϊάφας, όστις ήτο αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου, είπε προς αυτούς· Σεις δεν εξεύρετε τίποτε, 50 ουδέ συλλογίζεσθε ότι μας συμφέρει να αποθάνη εις άνθρωπος υπέρ του λαού και να μη απολεσθή όλον το έθνος. 51 Τούτο δε αφ' εαυτού δεν είπεν, αλλ' αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς να αποθάνη υπέρ του έθνους, 52 και ουχί μόνον υπέρ του έθνους, αλλά και διά να συνάξη εις εν τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα. 53 Απ' εκείνης λοιπόν της ημέρας συνεβουλεύθησαν, διά να θανατώσωσιν αυτόν. 54 Όθεν ο Ιησούς δεν περιεπάτει πλέον παρρησία μεταξύ των Ιουδαίων, αλλ' ανεχώρησεν εκείθεν εις τον τόπον πλησίον της ερήμου, εις πόλιν λεγομένην Εφραΐμ, και εκεί διέτριβε μετά των μαθητών αυτού. 55 Επλησίαζε δε το πάσχα των Ιουδαίων, και πολλοί ανέβησαν εκ του τόπου εκείνου εις Ιεροσόλυμα προ του πάσχα, διά να καθαρίσωσιν εαυτούς. 56 Εζήτουν λοιπόν τον Ιησούν και έλεγον προς αλλήλους ιστάμενοι εν τω ιερώ· Τι σας φαίνεται ότι δεν θέλει ελθεί εις την εορτήν; 57 Είχον δε δώσει προσταγήν και οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, εάν τις μάθη που είναι, να μηνύση, διά να πιάσωσιν αυτόν.

Personas y lugares de este capítulo

Del árbol genealógico y los mapas bíblicos de este sitio (en inglés), solo donde esas guías citan este capítulo.

Personas

  • Lazarus

    Brother of Martha and Mary

    A man of Bethany, brother of Mary and Martha, whom Jesus loved and raised from the dead and who was later at table with Him.

    Citado en la guía: John 11:1; John 11:5; John 12:1

  • Martha

    Sister of Lazarus and Mary

    A woman of Bethany who received Jesus into her home, was distracted with serving, and whose brother Lazarus Jesus raised.

    Citado en la guía: Luke 10:38; John 11:1; John 11:5

  • Mary

    Sister of Martha and Lazarus

    Sister of Martha and Lazarus of Bethany, who sat at Jesus' feet to listen and who anointed the Lord's feet with perfume and wiped them with her hair.

    Citado en la guía: Luke 10:39; John 11:1; John 11:2

  • Thomas

    Apostle called Didymus

    One of the Twelve, called Didymus, who said 'Let us also go, so that we may die with Him', was absent when Jesus first appeared, and was among those who fished with the disciples…

    Citado en la guía: Matthew 10:3; John 11:16; John 20:24

Lugares

  • Bethany

    Hoy: West Bank (al-Eizariya)

    Bethany was Jesus' lodging near Jerusalem during Passion week and the home of Lazarus. Luke sets the Ascension close by.

    Citado en la guía: John 11:1; John 12:1; Luke 24:50

Referencias cruzadas (56)

Pasajes relacionados con cada versículo, del Treasury of Scripture Knowledge, tal como los reúnen y ordenan los lectores de OpenBible.info.

  1. 1 Juan 12:17; Lucas 10:38–42; Juan 12:9; 2 Reyes 20:1–12; Juan 11:11
  2. 2 Juan 12:3; Mateo 26:6–7; Marcos 14:3; Lucas 7:37–38
  3. 3 Juan 11:5; Apocalipsis 3:19; Hebreos 12:6–7; Juan 13:23; Salmo 16:3
  4. 4 Juan 11:40; Juan 9:3; 1 Pedro 4:14; Juan 5:23; Juan 17:5
  5. 5 Juan 15:9–13; Juan 11:36; Juan 17:26; Juan 16:27; Juan 11:8
  6. 6 Isaías 30:18; Isaías 55:8–9; Génesis 42:24; Génesis 22:14; Génesis 43:29–31
  7. 7 Hechos 20:22–24; Hechos 15:36; Lucas 9:51; Juan 10:40–42
  8. 8 Juan 10:31; Juan 8:59; Hechos 21:12–13; Mateo 16:21–23; Juan 10:39
  9. 9 Juan 9:4; Juan 12:35; Jeremías 31:9; Lucas 13:31–33; Proverbios 3:23
  10. 10 Proverbios 4:18–19; 1 Juan 2:10–11; Jeremías 13:16; Jeremías 20:11; Eclesiastés 2:14
  11. 11 Daniel 12:2; Juan 11:13; 1 Tesalonicenses 5:10; Juan 11:43–44; Mateo 27:52
  12. 13 Mateo 9:24
  13. 14 Juan 16:25; Juan 16:29; Juan 10:24
  14. 15 2 Timoteo 2:10; Juan 14:10–11; 1 Juan 5:13; Juan 11:4; Isaías 54:15
  15. 16 Juan 13:37; Mateo 26:35; Mateo 10:3; Lucas 6:15; Marcos 3:18
  16. 17 Juan 11:39; Oseas 6:2; Hechos 2:27–31; Juan 2:19
  17. 18 Lucas 24:13; Apocalipsis 14:20; Juan 11:1; Apocalipsis 21:16; Juan 6:19
  18. 19 Job 2:11; 1 Tesalonicenses 5:11; Juan 11:31; 2 Corintios 1:4; 1 Tesalonicenses 4:18
  19. 20 1 Tesalonicenses 4:17; Lucas 10:38–42; Mateo 25:1; Juan 11:30; Hechos 10:25
  20. 21 Juan 11:32; Mateo 9:18; 1 Reyes 17:18; Salmo 78:19; Juan 11:37
  21. 22 Juan 9:31; Juan 11:41–42; Marcos 9:23; Mateo 28:18; Hebreos 11:17–19
  22. 23 Juan 11:43–44
  23. 24 Daniel 12:2–3; Hechos 24:15; Juan 5:28–29; Isaías 26:19; Hechos 17:31–32
  24. 25 1 Tesalonicenses 4:14; Juan 3:36; 1 Juan 5:11–12; Juan 1:4; Romanos 8:10–11
  25. 26 Juan 10:28; Juan 5:24; Romanos 8:13; 1 Juan 5:10–12; Juan 8:51–53
  26. 27 Mateo 16:16; Juan 6:14; Juan 6:69; Malaquías 3:1; 1 Juan 5:1
  27. 28 Juan 13:13; Juan 11:20; Marcos 10:49; Juan 20:16; 1 Tesalonicenses 4:17–18
  28. 29 Salmo 27:8; Proverbios 15:23; Cantar de los Cantares 3:1–4; Salmo 119:59–60; Proverbios 27:17
  29. 30 Juan 11:20
  30. 31 Juan 11:19; 2 Samuel 12:16–18; Génesis 37:35; 1 Corintios 2:15
  31. 32 Juan 11:21; Lucas 5:8; Lucas 17:16; Lucas 8:41; Apocalipsis 5:14
  32. 33 Juan 11:38; Juan 12:27; Marcos 3:5; Romanos 12:15; Génesis 43:30–31
  33. 34 Mateo 28:6; Juan 20:2; Marcos 16:6; Marcos 15:47; Juan 1:39
  34. 35 Lucas 19:41; Hebreos 4:15; Juan 11:33; Isaías 53:3; Salmo 119:136
  35. 36 Juan 11:3; 1 Juan 3:1; Apocalipsis 1:5; 1 Juan 4:9–10; Efesios 5:2
  36. 37 Juan 9:6–7; Salmo 78:19–20; Juan 11:32; Lucas 23:35; Mateo 27:40–42
  37. 38 Juan 11:33; Mateo 27:60; Lucas 24:2; Génesis 23:19; Isaías 22:16
  38. 39 Juan 11:17; Salmo 49:7; Marcos 16:3; Filipenses 3:21; Génesis 3:19
  39. 40 Juan 11:4; Juan 11:23–26; Romanos 4:17–25; Salmo 63:2; Juan 1:14
  40. 41 Mateo 11:25; Juan 17:1; Salmo 123:1; Filipenses 4:6; Lucas 10:21
  41. 42 Juan 3:17; Juan 17:21; Hebreos 7:25; 1 Juan 4:14; Hebreos 5:7
  42. 43 2 Reyes 4:33–36; Hechos 9:40; Hechos 9:34; Lucas 7:14–15; 1 Reyes 17:21–22
  43. 44 Juan 5:25; Juan 20:7; Juan 11:25–26; Lucas 7:15; Juan 5:21
  44. 45 Juan 11:19; Juan 2:23; Juan 12:42; Juan 12:17–19; Juan 7:31
  45. 46 Lucas 16:30–31; Juan 9:13; Hechos 5:25; Juan 5:15–16; Juan 12:37
  46. 47 Mateo 26:3; Hechos 4:16–17; Mateo 5:22; Hechos 4:5–6; Juan 2:11
  47. 48 1 Tesalonicenses 2:15–16; Daniel 9:26–27; Mateo 23:35–38; Zacarías 14:1–2; Mateo 27:25
  48. 49 Proverbios 26:12; Mateo 26:3; Juan 18:13–14; Juan 11:51; Lucas 3:2
  49. 50 Juan 18:14; Lucas 24:46; Romanos 3:8; Juan 19:12; Juan 11:48
  50. 51 2 Corintios 5:21; Daniel 9:26; 1 Samuel 23:9; Mateo 20:28; Éxodo 28:30
  51. 52 Juan 10:16; Isaías 49:6; 1 Juan 2:2; 1 Pedro 1:1; Efesios 1:9–10
  52. 53 Hechos 5:33; Hechos 9:23; Salmo 2:2; Mateo 26:59; Juan 11:47
  53. 54 Juan 7:1; Juan 7:4; 2 Crónicas 13:19; Juan 7:13; Juan 18:20
  54. 55 2 Crónicas 30:17–20; Hebreos 9:13–14; Juan 2:13; Éxodo 19:10; Juan 6:4
  55. 56 Juan 7:11; Juan 11:7–8
  56. 57 Salmo 109:4; Juan 10:39; Juan 9:22; Juan 5:16–18; Juan 8:59

Referencias cruzadas: OpenBible.info (CC BY), tomadas sobre todo del Treasury of Scripture Knowledge (dominio público). · Fuentes y licencias

Lo que dijeron los Padres

Pasajes de los Padres de la Iglesia que comentan o citan este capítulo, tal como aparecen en la edición de Schaff (traducciones inglesas del siglo XIX, de dominio público). Los textos están en inglés.

Cómo se eligieron

«Comentario» es el comienzo de una homilía o exposición sobre este capítulo (homilías de san Juan Crisóstomo; tratados, sermones y comentarios a los Salmos de san Agustín). «Cita» es una frase en la que las notas de la propia edición identifican la cita de un versículo de este capítulo; solo se conserva si el texto coincide con el versículo. Solo se usan obras de autoría segura. Los Salmos siguen la numeración hebrea (Agustín usa la de los Setenta: su Salmo 50 es aquí el 51).

  1. Comentario 11:1 Augustine of Hippo, Tractates on the Gospel of John (Chapter XI — 1-54)

    Among all the miracles wrought by our Lord Jesus Christ, the resurrection of Lazarus holds a foremost place in preaching. But if we consider attentively who did it, our duty is to rejoice rather than to wonder.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 7 (1888)

  2. Comentario 11:1 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of John (Homily LXII)

    Many men, when they see any of those who are pleasing to God suffering anything terrible, as, for instance, having fallen into sickness, or poverty, and any other the like, are offended, not knowing that to those especially dear to God it belongeth to endure these things; since Lazarus also was one of the friends of Christ, and was sick.

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 14 (1889)

  3. Cita 11:54 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book II, Chapter XXI)

    Then, when He had raised Lazarus from the dead, and plots were formed against Him by the Pharisees, He withdrew to a city called Ephraim; and from that place, as it is written "He came to Bethany six days before the passover," and going up from Bethany to Jerusalem, He there ate the passover, and suffered on the day following.

    Leer en contexto · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  4. Cita 11:15 Augustine of Hippo, The City of God (Book XIV, Chapter 9)

    When, therefore, we read in the Gospel that the hard-heartedness of the Jews moved Him to sorrowful indignation, that He said, "I am glad for your sakes, to the intent ye may believe," that when about to raise Lazarus He even shed tears, that He earnestly desired to eat the passover with His disciples, that as His passion drew near …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  5. Cita 11:42 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XVI)

    … Lazarus, added also a prayer; and then, lest this should make Him appear less than Him that begat Him, He, to correct this suspicion, added, "I said these things, because of the people which standeth by, that they may believe that thou hast sent me." And neither doth He work all things as one who acted by His own power, …

    Leer en contexto · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)