Skip to the text

Jeremiah · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Jeremiah 2 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Και έγεινε λόγος Κυρίου προς εμέ λέγων, 2 Ύπαγε και βόησον εις τα ώτα της Ιερουσαλήμ λέγων, Ούτω λέγει Κύριος· Ενθυμούμαι περί σου την προς σε ευμένειάν μου εν τη νεότητί σου, την αγάπην της νυμφεύσεώς σου, ότε με ηκολούθεις εν τη ερήμω, εν γη ασπάρτω· 3 ο Ισραήλ ήτο άγιος εις τον Κύριον, απαρχή των γεννημάτων αυτού· πάντες οι κατατρώγοντες αυτόν ήσαν ένοχοι· κακόν ήλθεν επ' αυτούς, λέγει Κύριος. 4 Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου, οίκος Ιακώβ και πάσαι αι συγγένειαι του οίκου Ισραήλ· 5 Ούτω λέγει Κύριος· Ποίαν αδικίαν εύρηκαν εν εμοί οι πατέρες σας, ώστε απεμακρύνθησαν απ' εμού και περιεπάτηααν οπίσω της ματαιότητος και εματαιώθησαν; 6 και δεν είπον, Που είναι ο Κύριος, ο αναβιβάσας ημάς εκ γης Αιγύπτου, ο οδηγήσας ημάς διά της ερήμου, διά τόπου ερημίας και χασμάτων, διά τόπου ανυδρίας και σκιάς θανάτου, διά τόπου τον οποίον δεν επέρασεν άνθρωπος και όπου άνθρωπος δεν κατώκησε; 7 Και σας εισήγαγον εις τόπον καρποφόρον, διά να τρώγητε τους καρπούς αυτού και τα αγαθά αυτού· αφού όμως εισήλθετε, εμιάνατε την γην μου και κατεστήσατε βδέλυγμα την κληρονομίαν μου. 8 Οι ιερείς δεν είπον, Που είναι ο Κύριος; και οι κρατούντες τον νόμον δεν με εγνώρισαν· και οι ποιμένες εγίνοντο παραβάται εναντίον μου, και οι προφήται προεφήτευον διά του Βάαλ και περιεπάτουν οπίσω πραγμάτων ανωφελών. 9 Διά τούτο έτι θέλω κριθή με εσάς, λέγει Κύριος, και με τους υιούς των υιών σας θέλω κριθή. 10 Διότι διάβητε εις τας νήσους των Κητιαίων και ιδέτε· και πέμψατε εις Κηδάρ· και παρατηρήσατε επιμελώς, και ιδέτε αν εστάθη τοιούτον πράγμα. 11 Ήλλαξεν έθνος θεούς, αν και ούτοι δεν ήναι θεοί; ο λαός μου όμως ήλλαξε την δόξαν αυτού με πράγμα ανωφελές. 12 Εκπλάγητε, ουρανοί, διά τούτο, και φρίξατε, συνταράχθητε σφόδρα, λέγει Κύριος. 13 Διότι δύο κακά έπραξεν ο λαός μου· εμέ εγκατέλιπον, την πηγήν των ζώντων υδάτων, και έσκαψαν εις εαυτούς λάκκους, λάκκους συντετριμμένους, οίτινες δεν δύνανται να κρατήσωσιν ύδωρ. 14 Μήπως είναι δούλος ο Ισραήλ; ή δούλος οικογενής; διά τι κατεστάθη λάφυρον; 15 Οι σκύμνοι εβρύχησαν επ' αυτόν, εξέδωκαν την φωνήν αυτών και κατέστησαν την γην αυτού έρημον· αι πόλεις αυτού κατεκάησαν και έμειναν ακατοίκητοι. 16 Οι υιοί προσέτι της Νωφ και της Τάφνης συνέτριψαν την κορυφήν σου. 17 Δεν έκαμες τούτο συ εις σεαυτόν, διότι εγκατέλιπες Κύριον τον Θεόν σου ότε σε ώδήγει εν τη οδώ; 18 Και τώρα τι έχεις να κάμης εν τη οδώ της Αιγύπτου, διά να πίης τα ύδατα Σιώρ; ή τι έχεις να κάμης εν τη οδώ της Ασσυρίας, διά να πίης τα ύδατα του ποταμού; 19 Η ασέβειά σου θέλει σε παιδεύσει και αι παραβάσεις σου θέλουσι σε ελέγξει· γνώρισον λοιπόν και ιδέ, ότι είναι κακόν και πικρόν, το ότι εγκατέλιπες Κύριον τον Θεόν σου, και δεν είναι ο φόβος μου εν σοι, λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων. 20 Επειδή προ πολλού συνέτριψα τον ζυγόν σου, διέσπασα τα δεσμά σου, και συ είπας, δεν θέλω σταθή παραβάτης πλέον· ενώ επί πάντα υψηλόν λόφον και υποκάτω παντός δένδρου πρασίνου περιεπλανήθης εκπορνεύων. 21 Εγώ δε σε εφύτευσα άμπελον εκλεκτήν, σπέρμα όλως αληθινόν· πως λοιπόν μετεβλήθης εις παρεφθαρμένον κλήμα αμπέλου ξένης εις εμέ; 22 Διά τούτο και εάν πλυθής με νίτρον και πληθύνης εις σεαυτόν το σμήγμα, η ανομία σου μένει σεσημειωμένη ενώπιόν μου, λέγει Κύριος ο Θεός. 23 Πως δύνασαι να είπης, δεν εμιάνθην, δεν υπήγα οπίσω των Βααλείμ; ιδέ την οδόν σου εν τη φάραγγι, γνώρισον τι έπραξας· είσαι ταχεία δρομάς διατρέχουσα εν ταις οδοίς αυτής· 24 όνος αγρία συνειθισμένη εις την έρημον, αναπνέουσα τον αέρα κατά την επιθυμίαν της καρδίας αυτής· την ορμήν αυτής, τις δύναται να επιστρέψη αυτήν; πάντες οι ζητούντες αυτήν δεν θέλουσι κοπιάζει· εν τω μηνί αυτής θέλουσιν ευρεί αυτήν. 25 Κράτησον τον πόδα σου από του να περιπατήσης ανυπόδητος, και τον λάρυγγά σου από δίψης· αλλά συ είπας, εις μάτην· ουχί· διότι ηγάπησα ξένους και κατόπιν αυτών θέλω υπάγει. 26 Καθώς ο κλέπτης αισχύνεται όταν ευρεθή, ούτω θέλει αισχυνθή ο οίκος Ισραήλ, αυτοί, οι βασιλείς αυτών, οι άρχοντες αυτών και οι ιερείς αυτών και οι προφήται αυτών· 27 οίτινες λέγουσι προς το ξύλον, Πατήρ μου είσαι· και προς τον λίθον, Συ με εγέννησας· διότι έστρεψαν νώτα προς εμέ και ουχί πρόσωπον· εν τω καιρώ όμως της συμφοράς αυτών θέλουσιν ειπεί, Ανάστηθι και σώσον ημάς. 28 Και που είναι οι θεοί σου, τους οποίους έκαμες εις σεαυτόν; ας αναστηθώσιν, εάν δύνανται να σε σώσωσιν εν τω καιρώ της συμφοράς σου· διότι κατά τον αριθμόν των πόλεών σου ήσαν οι θεοί σου, Ιούδα. 29 Διά τι ηθέλετε κριθή μετ' εμού; σεις πάντες είσθε παραβάται εις εμέ, λέγει Κύριος. 30 Εις μάτην επάταξα τα τέκνα σας· δεν εδέχθησαν διόρθωσιν· η μάχαιρά σας κατέφαγε τους προφήτας σας ως λέων εξολοθρεύων. 31 Ω γενεά, ιδέτε τον λόγον του Κυρίου· Εστάθην έρημος εις τον Ισραήλ, γη σκότους; διά τι λέγει ο λαός μου, Ημείς είμεθα κύριοι· δεν θέλομεν ελθεί πλέον προς σε; 32 Δύναται η κόρη να λησμονήση τους στολισμούς αυτής, η νύμφη τον καλλωπισμόν αυτής; και όμως ο λαός μου με ελησμόνησεν ημέρας αναριθμήτους. 33 Διά τι καλλωπίζεις την οδόν σου διά να ζητής εραστάς; εις τρόπον ώστε και εδίδαξας τας οδούς σου εις τας κακάς. 34 Έτι εις τα κράσπεδά σου ευρέθησαν αίματα ψυχών πτωχών αθώων· δεν εύρηκα αυτά ανορύττων, αλλ' επί πάντα ταύτα. 35 Και όμως λέγεις, Επειδή είμαι αθώος, βεβαίως ο θυμός αυτού θέλει αποστραφή απ' εμού. Ιδού, εγώ θέλω κριθή μετά σου, διότι λέγεις, Δεν ημάρτησα. 36 Διά τι περιπλανάσαι τόσον διά να αλλάξης την οδόν σου; θέλεις καταισχυνθή και υπό της Αιγύπτου, καθώς κατησχύνθης υπό της Ασσυρίας. 37 Ναι, θέλεις εξέλθει εντεύθεν με τας χείρας σου επί την κεφαλήν σου· διότι ο Κύριος απέβαλε τας ελπίδας σου και δεν θέλεις ευημερήσει εις αυτάς.

Cross references (37)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Jeremiah 23:28; Hebrews 1:1; Jeremiah 7:1; Jeremiah 1:11; Ezekiel 7:1
  2. 2 Ezekiel 16:60; Ezekiel 16:8; Jeremiah 11:6; Deuteronomy 2:7; Isaiah 63:7–14
  3. 3 Revelation 14:4; James 1:18; Isaiah 41:11; Deuteronomy 7:6; Romans 11:16
  4. 4 Jeremiah 31:1; Micah 6:1; Jeremiah 44:24–26; Isaiah 51:1–4; Jeremiah 34:4
  5. 5 2 Kings 17:15; Romans 1:21; Jonah 2:8; Jeremiah 10:14–15; Psalm 115:8
  6. 6 Deuteronomy 32:10; Deuteronomy 8:14–16; Hosea 13:4; Isaiah 63:11–13; Jeremiah 2:8
  7. 7 Deuteronomy 8:7–9; Jeremiah 16:18; Numbers 13:27; Ezekiel 36:17; Jeremiah 3:9
  8. 8 Habakkuk 2:18; Jeremiah 10:21; Jeremiah 5:31; 2 Corinthians 4:2; Romans 2:17–24
  9. 9 Ezekiel 20:35–36; Exodus 20:5; Jeremiah 2:35; Micah 6:2; Leviticus 20:5
  10. 10 Psalm 120:5; Numbers 24:24; Genesis 10:4–5; 1 Corinthians 5:1; 1 Chronicles 23:1
  11. 11 Romans 1:23; Isaiah 37:19; Psalm 106:20; Jeremiah 16:20; Micah 4:5
  12. 12 Isaiah 1:2; Deuteronomy 32:1; Micah 6:2; Jeremiah 6:19; Jeremiah 22:29
  13. 13 John 4:14; John 7:37; Revelation 21:6; Jeremiah 17:13; Psalm 36:9
  14. 14 Exodus 4:22; Genesis 15:3; Isaiah 50:1; Ecclesiastes 2:7
  15. 15 Jeremiah 4:7; Jeremiah 50:17; Jeremiah 9:11; Isaiah 5:29; Isaiah 1:7
  16. 16 Jeremiah 46:14; Jeremiah 43:7–9; Isaiah 19:13; Jeremiah 44:1; Deuteronomy 33:20
  17. 17 Jeremiah 4:18; Jeremiah 2:19; Jeremiah 2:13; Deuteronomy 28:15–68; Leviticus 26:15–46
  18. 18 Joshua 13:3; Jeremiah 2:36; Isaiah 31:1; Hosea 7:11; 2 Chronicles 28:20–21
  19. 19 Isaiah 3:9; Jeremiah 4:18; Jeremiah 2:17; Psalm 36:1; Hosea 5:5
  20. 20 Deuteronomy 12:2; Leviticus 26:13; Jeremiah 17:2; Hosea 3:3; Jeremiah 30:8
  21. 21 Isaiah 5:4; Exodus 15:17; John 15:1; Psalm 80:8; Psalm 44:2
  22. 22 Jeremiah 17:1; Job 14:17; Hosea 13:12; Psalm 130:3; Job 9:30–31
  23. 23 Jeremiah 7:31; Proverbs 30:12; Jeremiah 3:2; Proverbs 30:20; Romans 3:19
  24. 24 Jeremiah 14:6; Hosea 5:15; Job 39:5–8; Jeremiah 2:27; Job 11:12
  25. 25 Deuteronomy 32:16; Jeremiah 18:12; Jeremiah 3:13; Romans 8:24; Lamentations 4:4
  26. 26 Ezra 9:7; Nehemiah 9:32–34; Jeremiah 32:32; Proverbs 6:30–31; Daniel 9:6–8
  27. 27 Isaiah 26:16; Hosea 7:14; Isaiah 46:6–8; Habakkuk 2:18–19; Ezekiel 8:16
  28. 28 Deuteronomy 32:37; Jeremiah 11:13; Isaiah 45:20; Judges 10:14; 2 Kings 17:30–31
  29. 29 Daniel 9:11; Jeremiah 6:13; Jeremiah 5:1; Jeremiah 2:35; Jeremiah 3:2
  30. 30 Nehemiah 9:26; 1 Thessalonians 2:15; Acts 7:52; Jeremiah 5:3; Jeremiah 26:20–24
  31. 31 2 Samuel 12:7–9; Deuteronomy 32:15; Isaiah 45:19; Micah 6:9; Hosea 13:6
  32. 32 Psalm 106:21; Jeremiah 13:25; Jeremiah 2:11; Jeremiah 3:21; Isaiah 17:10
  33. 33 Isaiah 57:7–10; Ezekiel 16:47; Hosea 2:5–7; Jeremiah 2:23; Jeremiah 3:1–2
  34. 34 2 Kings 21:16; 2 Kings 24:4; Jeremiah 19:4; Exodus 22:2; Isaiah 57:5
  35. 35 Proverbs 28:13; 1 John 1:8–10; Romans 7:9; Isaiah 58:3; Jeremiah 2:9
  36. 36 Jeremiah 31:22; Hosea 5:13; 2 Chronicles 28:16; Hosea 12:1; 2 Chronicles 28:20–21
  37. 37 2 Samuel 13:19; Jeremiah 37:7–10; Ezekiel 17:15–20; Jeremiah 17:5; Jeremiah 2:36

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 2:13 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter XXII)

    Those, therefore, who do not partake of Him, are neither nourished into life from the mother's breasts, nor do they enjoy that most limpid fountain which issues from the body of Christ; but they dig for themselves broken cisterns out of earthly trenches, and drink putrid water out of the mire, fleeing from the faith of the Church lest they …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 2:27 Augustine of Hippo, Confessions (Book II)

    She then started up with a pious fear and trembling; and, although I had not yet been baptized, she feared those crooked ways in which they walk who turn their back to Thee, and not their face.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 1 (1886)

  3. Quotes verse 2:10 John Chrysostom, Homilies on the Gospel of Matthew (Homily XVII)

    This God also did unto the Jews, when He said, "Go ye forth unto the Isles of Chittim, and send unto Kedar, and know if nations will change their gods; which yet are no gods." And to the brutes likewise He sends us oftentimes, saying on this wise, "Go to the ant, thou sluggard, and emulate her ways:" and "go …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)

  4. Quotes verse 2:21 Cyril of Jerusalem, Catechetical Lectures (Lecture II)

    For that we sin of our own free will the Prophet says plainly in a certain place: Yet I planted thee a fruitful vine, wholly true: how art thou turned to bitterness, (and become) the strange vine?

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  5. Quotes verse 2:12 Basil of Caesarea, On the Holy Spirit (Chapters XI–XIII)

    … of my mouth;" and Isaiah, "Hear, O heavens, and give ear, O earth;" and Jeremiah describes astonishment in heaven at the tidings of the unholy deeds of the people: "The heaven was astonished at this, and was horribly afraid, because my people committed two evils." And so the apostle, knowing the angels to be set over men as tutors and …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 8 (1895)