Skip to the text

Genesis · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Genesis 19 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)

Leer en español
About Vamvas
  • Individual translator
  • OT: Masoretic Hebrew
  • NT: Textus Receptus (not verified)
  • Protestant (66 books)
  • Formal (word for word)
  • 1850
  • Public domain

Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings

Notes on this text (2)

1 Ήλθον δε οι δύο άγγελοι εις τα Σόδομα το εσπέρας· και εκάθητο ο Λωτ παρά την πύλην των Σοδόμων· ιδών δε ο Λωτ, εσηκώθη εις συνάντησιν αυτών και προσεκύνησεν επί πρόσωπον έως εδάφους· 2 και είπεν, Ιδού, κύριοί μου, εκκλίνατε, παρακαλώ, προς την οικίαν του δούλου σας, και διανυκτερεύσατε και πλύνατε τους πόδας σας· και σηκωθέντες πρωΐ, θέλετε υπάγει εις την οδόν σας· οι δε είπον, Ουχί, αλλ' εν τη πλατεία θέλομεν διανυκτερεύσει. 3 Αφού δε εβίασεν αυτούς πολύ, εξέκλιναν προς αυτόν και εισήλθον εις την οικίαν αυτού· και έκαμεν εις αυτούς συμπόσιον, και έψησεν άζυμα και έφαγον. 4 Πριν δε κοιμηθώσιν, οι άνδρες της πόλεως, οι άνδρες των Σοδόμων, περιεκύκλωσαν την οικίαν, νέοι και γέροντες, άπας ο λαός ομού πανταχόθεν· 5 και έκραζον προς τον Λωτ και έλεγον προς αυτόν, Που είναι οι άνδρες οι εισελθόντες προς σε την νύκτα; έκβαλε αυτούς προς ημάς, διά να γνωρίσωμεν αυτούς. 6 Εξήλθε δε ο Λωτ προς αυτούς εις το πρόθυρον, και έκλεισε την θύραν οπίσω αυτού, 7 και είπε, Μη, αδελφοί μου, μη πράξητε τοιούτον κακόν· 8 ιδού, έχω δύο θυγατέρας αίτινες δεν εγνώρισαν άνδρα· να σας φέρω λοιπόν αυτάς έξω· και κάμετε εις αυτάς, όπως φανή εις εσάς αρεστόν· μόνον εις τους άνδρας τούτους μη πράξητε μηδέν, επειδή διά τούτο εισήλθον υπό την σκιάν της στέγης μου. 9 Οι δε είπον, Φύγε απ' εκεί. Και είπον, ούτος ήλθε διά να παροικήση· θέλει να γείνη και κριτής; τώρα θέλομεν καποποιήσει σε μάλλον παρά εκείνους. Και εβίαζον τον άνθρωπον τον Λωτ καθ' υπερβολήν, και επλησίασαν διά να συντρίψωσι την θύραν· 10 Εκτείναντες δε οι άνδρες τας χείρας αυτών έσυραν τον Λωτ προς εαυτούς εις την οικίαν, και έκλεισαν την θύραν· 11 τους δε ανθρώπους, τους όντας εις την θύραν της οικίας, εκτύπησαν με αορασίαν από μικρού έως μεγάλου, ώστε απέκαμον ζητούντες την θύραν. 12 Και είπον οι άνδρες προς τον Λωτ, Έχεις εδώ άλλον τινά; γαμβρόν υιούς ή θυγατέρας ή όντινα άλλον έχεις εν τη πόλει, εξάγαγε αυτούς εκ του τόπου· 13 διότι ημείς καταστρέφομεν τον τόπον τούτον, επειδή η κραυγή αυτών εμεγάλυνεν ενώπιον του Κυρίου· και απέστειλεν ημάς ο Κύριος διά να καταστρέψωμεν αυτόν. 14 Εξήλθε λοιπόν ο Λωτ και ελάλησε προς τους γαμβρούς αυτού, τους μέλλοντας να λάβωσι τας θυγατέρας αυτού, και είπε, Σηκώθητε, εξέλθετε εκ του τόπου τούτου· διότι καταστρέφει ο Κύριος την πόλιν. Αλλ' εφάνη εις τους γαμβρούς αυτού ως αστεϊζόμενος. 15 Και ότε έγεινεν αυγή, εβίαζον οι άγγελοι τον Λωτ, λέγοντες· Σηκώθητι, λάβε την γυναίκα σου και τας δύο σου θυγατέρας, τας ευρισκομένας εδώ, διά να μη συναπολεσθής και συ εν τη ανομία της πόλεως. 16 Επειδή δε εβράδυνεν, οι άνδρες πιάσαντες την χείρα αυτού και την χείρα της γυναικός αυτού και τας χείρας των δύο θυγατέρων αυτού, διότι εσπλαγχνίσθη αυτόν ο Κύριος, εξήγαγον αυτόν και έθεσαν αυτόν έξω της πόλεως. 17 Και ότε εξήγαγον αυτούς έξω, είπεν ο Κύριος, Διάσωσον την ζωήν σου· μη περιβλέψης οπίσω σου, και μη σταθής καθ' όλην την περίχωρον· διασώθητι εις το όρος, διά να μη απολεσθής. 18 Και είπεν ο Λωτ προς αυτούς, Μη, παρακαλώ, Κύριε· 19 ιδού, ο δούλός σου εύρηκε χάριν ενώπιόν σου, και εμεγάλυνας το έλεός σου, το οποίον έκαμες προς εμέ, φυλάττων την ζωήν μου· αλλ' εγώ δεν θέλω δυνηθή να διασωθώ εις το όρος, μήπως με προφθάση το κακόν και αποθάνω· 20 ιδού, παρακαλώ, η πόλις αύτη είναι πλησίον ώστε να καταφύγω εκεί, και είναι μικρά· εκεί, παρακαλώ, να διασωθώ· δεν είναι μικρά; και θέλει ζήσει η ψυχή μου. 21 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Ιδού, επήκουσά σου και εις το πράγμα τούτο, να μη καταστρέψω την πόλιν, περί της οποίας ελάλησας· 22 τάχυνον, διασώθητι εκεί· διότι δεν θέλω δυνηθή να κάμω ουδέν, εωσού φθάσης εκεί· διά τούτο εκάλεσε το όνομα της πόλεως Σηγώρ. 23 Ο ήλιος ανέτειλεν επί την γην, ότε ο Λωτ εισήλθεν εις Σηγώρ. 24 Και έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού· 25 και κατέστρεψε τας πόλεις ταύτας, και πάντα τα περίχωρα και πάντας τους κατοίκους των πόλεων και τα φυτά της γης. 26 Αλλ' γυνή αυτού περιβλέψασα όπισθεν αυτού έγεινε στήλη άλατος. 27 Ο δε Αβραάμ σηκωθείς ενωρίς το πρωΐ ήλθεν εις τον τόπον όπου είχε σταθή ενώπιον του Κυρίου· 28 και βλέψας επί τα Σόδομα και Γόμορρα και εφ' όλην την γην της περιχώρου, είδε, και ιδού, ανέβαινε καπνός από της γης, ως καπνός καμίνου. 29 Ούτω λοιπόν, ότε ο Θεός κατέστρεψε τας πόλεις της περιχώρου, ενεθυμήθη ο Θεός τον Αβραάμ, και εξαπέστειλε τον Λωτ εκ μέσου της καταστροφής, ότε κατέστρεψε τας πόλεις, εις τας οποίας κατώκει ο Λωτ. 30 Ανέβη δε ο Λωτ από Σηγώρ και κατώκησεν εν τω όρει, και μετ' αυτού αι δύο θυγατέρες αυτού, διότι εφοβήθη να κατοικήση εν Σηγώρ· και κατώκησεν εν σπηλαίω, αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού. 31 Και είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν, Ο πατήρ ημών είναι γέρων, και άνθρωπος δεν είναι επί της γης, διά να εισέλθη προς ημάς κατά την συνήθειαν πάσης της γής· 32 ελθέ, ας ποτίσωμεν τον πατέρα, ημών οίνον, και ας κοιμηθώμεν μετ' αυτού, και ας αναστήσωμεν σπέρμα εκ του πατρός ημών. 33 Επότισαν λοιπόν τον πατέρα αυτών οίνον κατ' εκείνην την νύκτα· και εισήλθεν η πρεσβυτέρα και εκοιμήθη μετά του πατρός αυτής· και εκείνος δεν ενόησεν ούτε πότε επλαγίασεν αυτή, και πότε εσηκώθη. 34 Και την επαύριον είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν, Ιδού, εγώ εκοιμήθην χθές την νύκτα μετά του πατρός ημών· ας ποτίσωμεν αυτόν οίνον και την νύκτα ταύτην, και εισελθούσα συ, κοιμήθητι μετ' αυτού, και ας αναστήσωμεν σπέρμα εκ του πατρός ημών. 35 Επότισαν λοιπόν και την νύκτα εκείνην τον πατέρα αυτών οίνον, και σηκωθείσα η νεωτέρα, εκοιμήθη μετ' αυτού· και εκείνος δεν ενόησεν ούτε πότε επλαγίασεν αυτή, και πότε εσηκώθη. 36 Και συνέλαβον αι δύο θυγατέρες του Λωτ εκ του πατρός αυτών. 37 Και εγέννησεν η πρεσβυτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Μωάβ· ούτος είναι ο πατήρ των Μωαβιτών έως της σήμερον. 38 Εγέννησε δε και η νεωτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Βεν-αμμί· ούτος είναι ο πατήρ των Αμμωνιτών έως της σήμερον.

People & places in this chapter

From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.

People

  • Abraham

    Father of nations

    Called by God, he left home in faith to become the father of a chosen people.

    Cited in the guide: Genesis 12–25

  • Ben-Ammi

    Ancestor of the Ammonites

    A son of Lot and ancestor of the Ammonites, who settled east of the Jordan.

    Cited in the guide: Gen. 19:38

  • Lot

    Abraham's nephew

    Abraham's nephew who chose the plain of Jordan and settled near Sodom.

    Cited in the guide: Genesis 11–14; 19

  • Lot's wife

    Lot's wife; pillar of salt

    Lot's unnamed wife, led out of Sodom with her husband and two daughters, who looked back and became a pillar of salt.

    Cited in the guide: Genesis 19:26; Luke 17:32

  • Moab

    Ancestor of the Moabites

    A son of Lot and ancestor of the Moabites, who settled east of the Dead Sea.

    Cited in the guide: Gen. 19:37

  • Sarah

    Matriarch, mother of Isaac

    Wife of Abraham who bore Isaac in her old age, long after hope seemed gone.

    Cited in the guide: Genesis 17-21

Cross references (36)

Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.

  1. 1 Genesis 18:1–5; Genesis 18:22; Hebrews 13:2; Job 31:32
  2. 2 Genesis 18:4; Luke 24:28–29; Hebrews 13:2; Acts 16:15; Judges 19:17–21
  3. 3 Genesis 18:6–8; Judges 6:19; 1 Samuel 28:24; 1 Corinthians 5:8; Exodus 12:39
  4. 4 Genesis 13:13; Proverbs 4:16; Genesis 18:20; Exodus 23:2; Jeremiah 5:31
  5. 5 Judges 19:22; Isaiah 3:9; Jude 7; Leviticus 18:22; Romans 1:26–27
  6. 6 Judges 19:23
  7. 7 Leviticus 20:13; Romans 1:24; 1 Corinthians 6:9–11; Deuteronomy 23:17; Jude 7
  8. 8 Judges 19:24; Genesis 19:31–38; Mark 9:6; Romans 3:8; Judges 9:15
  9. 9 Exodus 2:14; Genesis 13:12; 2 Peter 2:7–8; Daniel 3:19–22; Ecclesiastes 9:3
  10. 11 2 Kings 6:18; Acts 13:11; Jeremiah 2:36; Deuteronomy 28:28–29; Isaiah 57:10
  11. 12 Genesis 7:1; 2 Peter 2:7; Revelation 18:4; 2 Peter 2:9; Numbers 16:26
  12. 13 Genesis 18:20; Matthew 13:49–50; Jude 7; Revelation 16:1–12; Acts 12:23
  13. 14 Numbers 16:21; Numbers 16:26; Jeremiah 51:6; Numbers 16:45; Revelation 18:4–8
  14. 15 Numbers 16:24–27; Luke 13:24–25; Revelation 18:4; Proverbs 6:4–5; Genesis 19:22
  15. 16 Romans 9:15–16; Titus 3:5; Psalm 103:13; Psalm 111:4; Exodus 34:6
  16. 17 Matthew 24:16–18; Luke 9:62; Philippians 3:13–14; Genesis 19:26; Genesis 19:22
  17. 18 Genesis 32:26; Isaiah 45:11; Acts 9:13; Acts 10:14; 2 Kings 5:11–12
  18. 19 1 Kings 9:9; Matthew 8:25–26; Psalm 116:1–19; Psalm 106:1–48; Deuteronomy 31:17
  19. 20 Psalm 119:175; Proverbs 3:5–7; Isaiah 55:3; Genesis 19:30; Genesis 12:13
  20. 21 Psalm 145:19; Psalm 102:17; Job 42:8–9; Psalm 34:15; Luke 11:8
  21. 22 Genesis 13:10; Genesis 14:2; Exodus 32:10; Genesis 32:25–28; Deuteronomy 9:14
  22. 24 Deuteronomy 29:23; Isaiah 13:19; Jude 7; Amos 4:11; 2 Peter 2:6
  23. 25 Psalm 107:34; Genesis 14:3; Genesis 13:10
  24. 26 Luke 17:31–32; Genesis 19:17; Hebrews 10:38; Proverbs 14:14; Numbers 16:38
  25. 27 Habakkuk 2:1; Psalm 5:3; Hebrews 2:1; Genesis 18:22–33; Ezekiel 16:49–50
  26. 28 Revelation 18:9; Revelation 9:2; Jude 7; Revelation 21:8; Revelation 18:18
  27. 29 Genesis 8:1; Deuteronomy 9:5; Psalm 25:7; Genesis 18:23–33; Hosea 11:8
  28. 30 Genesis 19:19; Genesis 19:17; Genesis 14:22; James 1:8; Deuteronomy 34:3
  29. 31 Deuteronomy 25:5; Isaiah 4:1; Genesis 6:4; Genesis 4:1; Genesis 16:2
  30. 32 Leviticus 18:6–7; Genesis 11:3; Mark 12:19; Genesis 9:21; Proverbs 23:31–33
  31. 33 Habakkuk 2:15–16; Leviticus 18:6–7; Proverbs 20:1; Proverbs 23:29–35
  32. 34 Jeremiah 3:3; Isaiah 3:9; Jeremiah 6:15; Jeremiah 5:3; Jeremiah 8:12
  33. 35 1 Corinthians 10:11–12; Ecclesiastes 7:26; 1 Peter 4:7; Luke 21:34; Psalm 8:4
  34. 36 Habakkuk 2:15; Genesis 19:8; 1 Samuel 15:33; Leviticus 18:6–7; Judges 1:7
  35. 37 Deuteronomy 2:9; Numbers 22:1–41; Judges 3:1–31; Deuteronomy 23:3; Ruth 4:10
  36. 38 Deuteronomy 2:19; 1 Samuel 11:1–15; Judges 10:6–11:40; Isaiah 11:14; Zephaniah 2:9

Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences

What the Fathers said

Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).

How these were chosen

“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).

  1. Quotes verse 19:24 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book III, Chapter VI)

    And again, referring to the destruction of the Sodomites, the Scripture says, "Then the Lord rained upon Sodom and upon Gomorrah fire and brimstone from the Lord out of heaven." For it here points out that the Son, who had also been talking with Abraham, had received power to judge the Sodomites for their wickedness.

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  2. Quotes verse 19:2 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 29–32)

    For after saying to them in the plural, "Behold, my lords, turn aside into your servant's house," etc., yet it is afterwards said, "And the angels laid hold upon his hand, and the hand of his wife, and the hands of his two daughters, because the Lord was merciful unto him.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)

  3. Quotes verse 19:24 Gregory of Nazianzus, Theological Orations (The Third Theological Oration)

    … the Image, the Seal; "Who being the Effulgence of His glory and the Impress of His Essence," and "the Image of His Goodness," and "Him hath God the Father sealed." Lord, King, He That Is, The Almighty. "The Lord rained down fire from the Lord;" and "A sceptre of righteousness is the sceptre of Thy Kingdom;" and "Which is and …

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)

  4. Quotes verse 19:33 Irenaeus of Lyons, Against Heresies (Book IV, Chapters XXIX–XXX)

    As says the Scripture: "And that night the elder went in and lay with her father; and Lot knew not when she lay down, nor when she arose." And the same thing took place in the case of the younger: "And he knew not," it is said, "when she slept with him, nor when she arose." Since, therefore, Lot knew …

    Read in context · Ante-Nicene Fathers, vol. 1 (1885)

  5. Quotes verse 19:16–19 Augustine of Hippo, The City of God (Book XVI, Chapters 29–32)

    And Lot said unto them, I pray thee, Lord, since thy servant hath found grace in thy sight," etc.

    Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)