1 Επειδή πολλοί επεχείρησαν να συντάξωσι διήγησιν περί των μετά πληροφορίας βεβαιωμένων εις ημάς πραγμάτων, 2 καθώς παρέδοσαν εις ημάς οι απ' αρχής γενόμενοι αυτόπται και υπηρέται του λόγου, 3 εφάνη και εις εμέ εύλογον, όστις διηρεύνησα πάντα εξ αρχής ακριβώς, να σοι γράψω κατά σειράν περί τούτων, κράτιστε Θεόφιλε, 4 διά να γνωρίσης την βεβαιότητα των πραγμάτων, περί των οποίων κατηχήθης. 5 Υπήρξεν επί των ημερών Ηρώδου, του βασιλέως της Ιουδαίας, ιερεύς τις το όνομα Ζαχαρίας εκ της εφημερίας Αβιά, και η γυνή αυτού ήτο εκ των θυγατέρων του Ααρών, και το όνομα αυτής Ελισάβετ. 6 Ήσαν δε αμφότεροι δίκαιοι ενώπιον του Θεού, περιπατούντες εν πάσαις ταις εντολαίς και τοις δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτοι. 7 Και δεν είχον τέκνον, καθότι η Ελισάβετ ήτο στείρα, και αμφότεροι ήσαν προβεβηκότες εις την ηλικίαν αυτών. 8 Ενώ δε ιεράτευεν αυτός εν τη τάξει της εφημερίας αυτού ενώπιον του Θεού, 9 κατά το έθος της ιερατείας έπεσεν εις αυτόν ο κλήρος να θυμιάση εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου· 10 και παν το πλήθος του λαού προσηύχετο έξω εν τη ώρα του θυμιάματος. 11 Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου, ιστάμενος εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος· 12 και ο Ζαχαρίας ιδών εταράχθη, και φόβος επέπεσεν επ' αυτόν. 13 Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος· Μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ θέλει γεννήσει υιόν εις σε, και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιωάννην. 14 και θέλει είσθαι εις σε χαρά και αγαλλίασις, και πολλοί θέλουσι χαρή διά την γέννησιν αυτού. 15 Διότι θέλει είσθαι μέγας ενώπιον του Κυρίου, και οίνον και σίκερα δεν θέλει πίει, και θέλει πληρωθή Πνεύματος Αγίου έτι εκ κοιλίας της μητρός αυτού, 16 και πολλούς των υιών Ισραήλ θέλει επιστρέψει εις Κύριον τον Θεόν αυτών. 17 Και αυτός θέλει ελθεί προ προσώπου αυτού εν πνεύματι και δυνάμει Ηλίου, διά να επιστρέψη τας καρδίας των πατέρων εις τα τέκνα και τους απειθείς εις την φρόνησιν των δικαίων, διά να ετοιμάση εις τον Κύριον λαόν προδιατεθειμένον. 18 Και είπεν ο Ζαχαρίας προς τον άγγελον· Πως θέλω γνωρίσει τούτο; διότι εγώ είμαι γέρων, και η γυνή μου προβεβηκυία εις την ηλικίαν αυτής. 19 Και αποκριθείς ο άγγελος, είπε προς αυτόν· Εγώ είμαι Γαβριήλ ο παριστάμενος ενώπιον του Θεού, και απεστάλην διά να λαλήσω προς σε και να σε ευαγγελίσω ταύτα. 20 Και ιδού, θέλεις είσθαι σιωπών και μη δυνάμενος να λαλήσης έως της ημέρας, καθ' ην θέλουσι γείνει ταύτα, διότι δεν επίστευσας εις τους λόγους μου, οίτινες θέλουσιν εκπληρωθή εις τον καιρόν αυτών. 21 Και ο λαός περιέμενε τον Ζαχαρίαν, και εθαύμαζον ότι εβράδυνεν εν τω ναώ. 22 Ότε δε εξήλθε, δεν ηδύνατο να λαλήση προς αυτούς· και ενόησαν ότι οπτασίαν είδεν εν τω ναώ· και αυτός έκαμνεν εις αυτούς νεύματα και διέμενε κωφός. 23 Και αφού ετελείωσαν αι ημέραι της λειτουργίας αυτού, απήλθεν εις τον οίκον αυτού. 24 Μετά δε ταύτας τας ημέρας συνέλαβεν Ελισάβετ η γυνή αυτού, και έκρυπτεν εαυτήν πέντε μήνας, λέγουσα 25 ότι ούτως έκαμεν εις εμέ ο Κύριος εν ταις ημέραις, καθ' ας επέβλεψε να αφαιρέση το όνειδός μου μεταξύ των ανθρώπων. 26 Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας ονομαζομένην Ναζαρέτ, 27 προς παρθένον ηρραβωνισμένην με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ, εξ οίκου Δαβίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν, είπε· Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σού· ευλογημένη συ εν γυναιξίν. 29 Εκείνη δε ιδούσα διεταράχθη διά τον λόγον αυτού, και διελογίζετο οποίος τάχα ήτο ο ασπασμός ούτος. 30 Και είπεν ο άγγελος προς αυτήν· Μη φοβού, Μαριάμ· διότι εύρες χάριν παρά τω Θεώ. 31 Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί και θέλεις γεννήσει υιόν και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιησούν. 32 Ούτος θέλει είσθαι μέγας και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή, και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού, 33 και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος. 34 Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον. Πως θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν γνωρίζω; 35 Και αποκριθείς ο άγγελος είπε προς αυτήν· Πνεύμα Άγιον θέλει επέλθει επί σε, και δύναμις του Υψίστου θέλει σε επισκιάσει· διά τούτο και το γεννώμενον εκ σου άγιον θέλει ονομασθή Υιός Θεού. 36 και ιδού, Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνέλαβεν υιόν εις το γήρας αυτής, και ούτος είναι μην έκτος εις αυτήν την καλουμένην στείραν· 37 διότι ουδέν πράγμα θέλει είσθαι αδύνατον παρά τω Θεώ. 38 Είπε δε η Μαριάμ· Ιδού, η δούλη του Κυρίου· γένοιτο εις εμέ κατά τον λόγον σου. Και ανεχώρησεν απ' αυτής ο άγγελος. 39 Σηκωθείσα δε η Μαριάμ εν ταις ημέραις ταύταις, υπήγε μετά σπουδής εις την ορεινήν εις πόλιν Ιούδα, 40 και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου και ησπάσθη την Ελισάβετ. 41 Και ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής· και επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ 42 και ανεφώνησε μετά φωνής μεγάλης και είπεν· Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. 43 Και πόθεν μοι τούτο, να έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου προς με; 44 Διότι ιδού, καθώς ήλθεν η φωνή του ασπασμού σου εις τα ώτα μου, εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία μου. 45 Και μακαρία η πιστεύσασα, διότι θέλει γείνει εκπλήρωσις των λαληθέντων προς αυτήν παρά Κυρίου. 46 Και είπεν η Μαριάμ· Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον 47 και ηγαλλίασε το πνεύμά μου εις τον Θεόν τον Σωτήρά μου, 48 διότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού. Επειδή ιδού, από του νυν θέλουσι με μακαρίζει πάσαι αι γενεαί· 49 διότι έκαμεν εις εμέ μεγαλεία ο δυνατός και άγιον το όνομα αυτού, 50 και το έλεος αυτού εις γενεάς γενεών επί τους φοβουμένους αυτόν. 51 Ενήργησε κραταιώς διά του βραχίονος αυτού· διεσκόρπισε τους υπερηφάνους κατά τα διανοήματα της καρδίας αυτών. 52 Εκρήμνισε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς, 53 πεινώντας ενέπλησεν από αγαθά και πλουτούντας εξαπέστειλε κενούς. 54 Εβοήθησεν Ισραήλ τον δούλον αυτού, ενθυμηθείς το έλεος αυτού, 55 Καθώς ελάλησε προς τους πατέρας ημών, προς τον Αβραάμ και προς το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα. 56 Έμεινε δε η Μαριάμ μετ' αυτής ως τρεις μήνας και υπέστρεψεν εις τον οίκον αυτής. 57 Εις δε την Ελισάβετ συνεπληρώθη ο καιρός του να γεννήση, και εγέννησεν υιόν. 58 Και ήκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς αυτής ότι εμεγάλυνεν ο Κύριος το έλεος αυτού προς αυτήν, και συνέχαιρον αυτήν. 59 Και εν τη ογδόη ημέρα, ήλθον διά να περιτέμωσι το παιδίον, και ωνόμαζον αυτό κατά το όνομα του πατρός αυτού Ζαχαρίαν. 60 Και αποκριθείσα η μήτηρ αυτού, είπεν· Ουχί, αλλ' Ιωάννης θέλει ονομασθή. 61 Και είπον προς αυτήν ότι ουδείς υπάρχει εν τη συγγενεία σου, όστις καλείται με το όνομα τούτο. 62 Ηρώτων δε διά νευμάτων τον πατέρα αυτού τι όνομα ήθελε να δοθή εις αυτό. 63 Και ζητήσας πινακίδιον έγραψε, λέγων· Ιωάννης είναι το όνομα αυτού· και εθαύμασαν πάντες. 64 Ηνοίχθη δε το στόμα αυτού πάραυτα και η γλώσσα αυτού, και ελάλει ευλογών τον Θεόν. 65 Και έπεσε φόβος επί πάντας τους γείτονας αυτών, και καθ' όλην την ορεινήν της Ιουδαίας διελαλούντο πάντα τα πράγματα ταύτα, 66 και πάντες οι ακούσαντες έβαλον αυτά εν τη καρδία αυτών, λέγοντες· Τι άρα θέλει είσθαι το παιδίον τούτο; και χειρ Κυρίου ήτο μετ' αυτού. 67 Και Ζαχαρίας ο πατήρ αυτού επλήσθη Πνεύματος Αγίου και προεφήτευσε, λέγων· 68 Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, διότι επεσκέφθη και έκαμε λύτρωσιν εις τον λαόν αυτού, 69 και ανήγειρεν εις ημάς κέρας σωτηρίας εν τω οίκω Δαβίδ του δούλου αυτού, 70 καθώς ελάλησε διά στόματος των αγίων, των απ' αιώνος προφητών αυτού, 71 σωτηρίαν εκ των εχθρών ημών και εκ της χειρός πάντων των μισούντων ημάς, 72 διά να εκπληρώση το έλεος αυτού προς τους πατέρας ημών και να ενθυμηθή την αγίαν διαθήκην αυτού, 73 τον όρκον, τον οποίον ώμοσε προς Αβραάμ τον πατέρα ημών, ότι θέλει δώσει εις ημάς 74 να ελευθερωθώμεν εκ της χειρός των εχθρών ημών και να λατρεύωμεν αυτόν αφόβως 75 εν οσιότητι και δικαιοσύνη ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής ημών. 76 Και συ, παιδίον, προφήτης του Υψίστου θέλεις ονομασθή. Διότι θέλεις προπορευθή προ προσώπου του Κυρίου εις το να ετοιμάσης τας οδούς αυτού, 77 εις το να δώσης γνώσιν σωτηρίας εις τον λαόν αυτού διά της αφέσεως των αμαρτιών αυτών 78 διά σπλάγχνα ελέους του Θεού ημών με τα οποία επεσκέφθη ημάς ανατολή εξ ύψους, 79 διά να φωτίση τους καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου, ώστε να κατευθύνη τους πόδας ημών εις οδόν ειρήνης. 80 Το δε παιδίον ηύξανε και εδυναμούτο κατά το πνεύμα, και ήτο εν ταις ερήμοις έως της ημέρας καθ' ην έμελλε να αναδειχθή προς τον Ισραήλ.
Luke · Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Luke 1 Modern Greek Bible: Vamvas (1850)
Audio: World English Bible (WEB), read by Winfred W. Henson · About the recordings
Notes on this text (2)
- The Old Testament is translated from the Hebrew, not from the Septuagint read in the Orthodox Church; there are no deuterocanonical books.
- Katharevousa (learned 19th-century Greek), as in the CrossWire module (text from theword.gr).
People & places in this chapter
From this site's family tree and Bible maps, only where those guides cite this chapter.
People
Elizabeth
A daughter of Aaron and wife of Zechariah, barren and well along in years, who conceived John; Luke 1:36 calls her a relative of Mary, and Mary stayed with her about three months.
Cited in the guide: Luke 1:5; Luke 1:36; Luke 1:41
Gabriel
The man-like heavenly figure who was told to make Daniel understand a vision and who came to him at the evening offering with insight. In Luke he announces the birth of John to…
Cited in the guide: Daniel 8:16; Daniel 9:21; Luke 1:19
John the Baptist
Son of Zechariah, who preached in the wilderness and baptized in the Jordan, pointed to Jesus as the Lamb of God, rebuked Herod over Herodias and was imprisoned and beheaded.
Cited in the guide: Matthew 3:1; Matthew 14:3; Luke 1:13
Joseph
The carpenter of Nazareth, a just man who became Jesus' legal father.
Cited in the guide: Matt. 1:16-25; 2:13-23; Luke 1:27; 2:1-7
Mary
The virgin mother of Jesus, a young woman of Nazareth who trusted God's word.
Cited in the guide: Matthew 1; Luke 1-2
Theophilus
The person to whom Luke wrote his orderly account so that he would know the certainty of what he had been taught.
Cited in the guide: Luke 1:3; Acts 1:1
Zechariah
A priest of the division of Abijah in the days of Herod, struck silent when the angel Gabriel promised his aged wife Elizabeth a son, and who named the child John.
Cited in the guide: Luke 1:5; Luke 1:13; Luke 1:63
Cross references (73)
Related passages for each verse, from the Treasury of Scripture Knowledge as collected and ranked by readers at OpenBible.info.
- 1 Acts 1:1–3; 2 Peter 1:16–19; John 20:31; 1 Timothy 3:16; 2 Timothy 4:17
- 2 John 15:27; Acts 26:16; Hebrews 2:3; 2 Peter 1:16; 1 John 1:1–3
- 3 Acts 1:1; Acts 26:25; Ecclesiastes 12:9; Acts 11:4; Acts 15:19
- 4 John 20:31; Acts 18:25; 1 Corinthians 14:19; Galatians 6:6; Romans 2:18
- 5 1 Chronicles 24:10; Matthew 2:1; 1 Chronicles 24:19; Nehemiah 12:4; Nehemiah 12:17
- 6 Genesis 7:1; Genesis 17:1; Philippians 2:15; 1 Kings 9:4; Job 1:1
- 7 Hebrews 11:11; Genesis 18:11; Genesis 25:21; 1 Samuel 1:2; Genesis 17:17
- 8 2 Chronicles 8:14; 1 Chronicles 24:19; 2 Chronicles 31:2; Luke 1:5; Exodus 29:1
- 9 2 Chronicles 29:11; 1 Chronicles 23:13; Exodus 30:7–8; Numbers 16:40; 1 Samuel 2:28
- 10 Leviticus 16:17; Revelation 8:3; Hebrews 4:14; Hebrews 9:24
- 11 Exodus 40:26–27; Acts 10:3–4; Judges 13:3; Revelation 9:13; Judges 13:9
- 12 Judges 6:22; Judges 13:22; Luke 2:9–10; Acts 10:4; Revelation 1:17
- 13 1 Samuel 2:21; Acts 10:31; Psalm 113:9; Genesis 25:21; Psalm 127:3–5
- 14 Luke 1:58; Proverbs 23:24; Proverbs 15:20; Genesis 21:6; Proverbs 23:15
- 15 Jeremiah 1:5; Numbers 6:2–4; Ephesians 5:18; Judges 13:4–6; Galatians 1:15
- 16 Matthew 21:32; Malachi 3:1; Isaiah 40:3–5; Matthew 3:1–6; Isaiah 49:6
- 17 Malachi 4:5–6; Matthew 11:14; Luke 1:76; John 1:21–30; Matthew 17:11–12
- 18 Genesis 17:17; Genesis 18:12; Isaiah 38:22; Luke 1:7; Luke 1:34
- 19 Luke 1:26; Matthew 18:10; Daniel 8:16; Daniel 9:21–23; Luke 2:10
- 20 Ezekiel 3:26; Ezekiel 24:27; Hebrews 6:18; 2 Timothy 2:13; Luke 1:22
- 21 Numbers 6:23–27
- 22 John 13:24; Acts 12:17; Luke 1:62; Acts 21:40; Acts 19:33
- 23 1 Chronicles 9:25; 2 Kings 11:5–7
- 25 Genesis 30:22–23; Isaiah 4:1; Isaiah 54:1–4; Genesis 21:1–2; Genesis 25:21
- 26 Matthew 2:23; Luke 1:19; John 7:41; John 1:45–46; Luke 2:4
- 27 Matthew 1:18; Isaiah 7:14; Matthew 1:16; Matthew 1:20–21; Matthew 1:23
- 28 Judges 6:12; Daniel 10:19; Luke 1:30; Ephesians 1:6; Daniel 9:21–23
- 29 Acts 10:17; Luke 1:12; Acts 10:4; Mark 6:49–50; Luke 2:19
- 30 Luke 1:13; Romans 8:31; Luke 12:32; Isaiah 41:10; Matthew 14:27
- 31 Isaiah 7:14; Matthew 1:21; Matthew 1:25; Luke 2:21; Matthew 1:23
- 32 Isaiah 9:6–7; Isaiah 16:5; 2 Samuel 7:11–13; Psalm 132:11; Luke 1:35
- 33 Daniel 2:44; Hebrews 1:8; Daniel 7:13–14; Daniel 7:27; Psalm 89:35–37
- 35 Matthew 1:18; John 1:49; Matthew 1:20; John 1:34; Luke 1:31–32
- 37 Matthew 19:26; Jeremiah 32:27; Mark 10:27; Jeremiah 32:17; Luke 18:27
- 38 Romans 4:20–21; Psalm 119:38; Psalm 116:16; 2 Samuel 7:25–29
- 39 Luke 1:65; Joshua 15:48–59; Joshua 10:40; Joshua 20:7; Joshua 21:9–11
- 41 Luke 1:67; Luke 1:44; Acts 4:8; Acts 2:4; Luke 1:15
- 42 Judges 5:24; Genesis 22:18; Luke 1:28; Luke 19:38; Luke 1:48
- 43 John 20:28; John 13:13; Luke 2:11; 1 Samuel 25:41; Luke 20:42–44
- 45 John 20:29; John 11:40; Luke 11:27–28; Luke 1:20; 2 Chronicles 20:20
- 46 1 Samuel 2:1–10; Psalm 34:2–3; Psalm 35:9; Isaiah 61:10; Psalm 103:1–2
- 47 Psalm 35:9; Habakkuk 3:18; 1 Timothy 2:3; Isaiah 45:21–22; Titus 2:10
- 48 Psalm 138:6; 1 Corinthians 1:26–28; Malachi 3:12; 1 Samuel 1:11; Psalm 136:23
- 49 Ephesians 3:20; Psalm 126:2–3; Psalm 111:9; Psalm 99:3; Jeremiah 10:6
- 50 Psalm 103:17–18; Exodus 20:6; Genesis 17:7; Psalm 118:4; Exodus 34:6–7
- 51 Psalm 98:1; Isaiah 52:10; 1 Samuel 2:3–4; Isaiah 51:9; Romans 1:21
- 52 Ezekiel 17:24; James 4:10; Psalm 107:40–41; Luke 18:14; 1 Samuel 2:6–8
- 53 Psalm 107:8–9; Luke 6:21; Psalm 34:10; Luke 6:24; Matthew 5:6
- 54 Psalm 98:3; Micah 7:20; Isaiah 44:21; Isaiah 49:14–16; Jeremiah 31:20
- 55 Genesis 17:19; Psalm 105:6–10; Galatians 3:16–17; Psalm 132:11–17; Genesis 22:18
- 57 Luke 1:13; Genesis 21:2–3; Luke 2:6–7; Numbers 23:19
- 58 Romans 12:15; Ruth 4:14–17; 1 Corinthians 12:26; Luke 1:14; Luke 1:25
- 59 Genesis 17:12; Leviticus 12:3; Luke 2:21; Philippians 3:5; Acts 7:8
- 60 Luke 1:13; 2 Samuel 12:25; Matthew 1:25; Luke 1:63; Isaiah 8:3
- 62 Luke 1:22
- 63 Luke 1:60; Isaiah 30:8; Luke 1:13; Habakkuk 2:2; Jeremiah 17:1
- 64 Luke 1:20; Exodus 4:15–16; Ezekiel 33:22; Jeremiah 1:9; Daniel 4:34–37
- 65 Luke 1:39; Acts 5:5; Acts 5:11; Acts 2:43; Luke 7:16
- 66 Acts 11:21; Luke 2:19; Luke 2:51; Genesis 39:2; Luke 9:44
- 67 Joel 2:28; Luke 1:41; Luke 1:15; 2 Peter 1:21; Numbers 11:25
- 68 Psalm 106:48; Luke 7:16; Psalm 111:9; Psalm 41:13; Exodus 4:31
- 69 Psalm 18:2; Ezekiel 29:21; 2 Samuel 22:3; 1 Samuel 2:10; Psalm 89:17
- 70 Acts 3:21–24; Romans 1:2; 2 Peter 1:21; Acts 28:25; Genesis 49:10
- 71 Psalm 106:10; Jeremiah 23:6; Deuteronomy 33:29; Zephaniah 3:15–20; Jeremiah 32:37
- 72 Leviticus 26:42; Hebrews 6:13–18; Micah 7:20; Psalm 106:45; Genesis 28:14
- 73 Genesis 22:16–18; Deuteronomy 7:8; Psalm 105:9; Jeremiah 11:5; Deuteronomy 7:12
- 74 Zephaniah 3:15–17; 2 Timothy 1:7; Isaiah 54:13–14; Romans 8:15; Hebrews 9:14
- 75 Ephesians 4:24; Ephesians 2:10; Titus 2:11–14; 2 Timothy 1:9; Jeremiah 31:33–34
- 76 Malachi 3:1; Isaiah 40:3–5; Mark 1:2–3; John 1:23; Matthew 3:3
- 77 Acts 5:31; Acts 10:43; Acts 2:38; John 1:34; Ephesians 1:7
- 78 Malachi 4:2; 2 Peter 1:19; Revelation 22:16; Numbers 24:17; Ephesians 5:14
- 79 Isaiah 9:2; Matthew 4:16; Acts 26:18; Isaiah 42:7; Ephesians 5:8
- 80 Luke 2:40; Mark 1:3–4; Luke 2:52; 1 Samuel 3:19–20; Matthew 3:1
Cross references: OpenBible.info (CC BY), drawn mainly from the public-domain Treasury of Scripture Knowledge. · Sources & licences
What the Fathers said
Passages from the Church Fathers that expound or quote this chapter, verbatim from the public-domain Schaff edition (19th-century English translations).
How these were chosen
“Commentary” is the opening of a homily or exposition on this chapter (John Chrysostom’s homilies, Augustine’s tractates, sermons and expositions of the Psalms). “Quotes” are sentences where the edition’s own footnotes identify a quotation of a verse here, kept only when the wording matches the verse. Only works whose authorship is not in doubt are used. Psalms follow the Hebrew/English numbering (Augustine numbers them as the Septuagint does: his Psalm 50 is Psalm 51 here).
… Jacob to Emmanuel, they showed, by these gifts which they offered, who it was that was worshipped; myrrh, because it was He who should die and be buried for the mortal human race; gold, because He was a King, "of whose kingdom is no end;" and frankincense, because He was God, who also "was made known in Judea," and was …
… know," meaning that some sign might be given by which he might know the manner of those things which he had believed, just as it is not for lack of faith the Virgin Mary says, "How shall this be, seeing I know not a man?" for she inquired as to the way in which that should take place which she …
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 2 (1887)
Now Luke tells us also the cause wherefore he proceeds to write: "that thou mayest hold," saith he, "the certainty of the words wherein thou hast been instructed;" that is, that being continually reminded thou mayest hold to the certainty, and abide in certainty.
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, vol. 10 (1888)
Gabriel too testifies plainly to Mary, saying, And the Lord God shall give unto Him the throne of His father David.
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)
What greater destiny can befall man's humility than that he should be intermingled with God, and by this intermingling should be deified, and that we should be so visited by the Dayspring from on high, that even that Holy Thing that should be born should be called the Son of the Highest, and that there should be bestowed upon Him …
Read in context · Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, vol. 7 (1894)